Ελλάδα

Πολιτική

Οικονομία

Επιχειρήσεις

Εκκλησία

Υγεία

Αυτοκίνητο

Το άρθρο της ημέρας

Άρθρογραφία

Συνεντεύξεις

Social Life με την Τίνα

Βασιλική Τρουφάκου : Συνομιλία με την Αντιγόνη του Ανούιγ

Είναι νέα, όμορφη με υπέροχα καταγάλανα μάτια, γεννήθηκε στη Νέα Σμύρνη, είναι απόφοιτη της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου αλλά και απόφοιτη του τμήματος Πολιτικών Μηχανικών του ΕΜΠ. Έγινε γνωστή από την τηλεοπτική σειρά του «Κάτω Παρτάλι» αλλά και από αξιόλογες θεατρικές παραστάσεις όπως η «Παρέλαση» στο Θέατρο Νέου Κόσμου , «Η Νεράιδα» στη Λίμνη της Βουλιαγμένης. Φέτος συμμετέχει σε μια θαυμάσια παραγωγή του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου , το έργο του Ζαν Ανούιγ ΑΝΤΙΓΟΝΗ σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου, που έκανε πρεμιέρα στο REX και συνεχίζει με επιτυχημένη περιοδεία. Αυτές τις ημέρες παίζεται εντός Αττικής, συγκεκριμένα στο Αμφιθέατρο Πολιτισμού & Αθλητικού Πάρκου της Νέας Μάκρης στις 6 Σεπτεμβρίου, στο Θέατρο Πέτρας στις 7 Σεπτεμβρίου, στο Κηποθέατρο Παπάγου στις 8 Σεπτεμβρίου και στο Κατράκειο της Νίκαιας στις 11 Σεπτεμβρίου. Στο ρόλο του Κρέοντα ο Στέλιος Μάινας και στο ρόλο της Αντιγόνης, η ταλαντούχα και ραγδαία ανερχόμενη Βασιλική Τρουφάκου, την οποία και φιλοξενούμε.

– Βασιλική, μίλησέ μας για τα παιδικά σου χρόνια και πως πήρες την απόφαση να γίνεις ηθοποιός;

«Κανονικά θα χαρακτήριζα τα παιδικά μου χρόνια: σχολείο, παιχνίδι, φίλοι, οικογένεια… Ήμουν ένα πρόσχαρο και ευγενικό παιδάκι , πολύ καλή μαθήτρια, όχι φυτό, αλλά καλή στην τάξη μου και γενικά, δεν ταλαιπώρησα τους δικούς μου. Θυμάμαι πάντως να αγαπάω τη σκέψη του να γίνω ηθοποιός από πάντα…»

– Η μητέρα σου Μαθηματικός , ο πατέρας σου Χημικός , εσύ …σχεδόν έχεις δίπλωμα Πολιτικού Μηχανικού. Μετάνιωσες που δεν ακολούθησες το επάγγελμα αυτό, αλλά κάτι εντελώς αντίθετο;

«Δίπλωμα δεν έχω ακόμα, αλλά είμαι αρκετά κοντά στο να το πάρω. Σε όποια κενά, κατά περιόδους, μου αφήνει η δουλειά, μελετάω, το προχωράω. Να μετανιώσω, όμως; Γιατί; Δεν είναι ακόμα λίγο νωρίς;»

-Από οικονομικής άποψης, εννοώ.

«Έτσι κι αλλιώς τώρα υπάρχει κρίση παντού. Και στο επάγγελμά μας είναι πολύ δύσκολα, πρέπει να είσαι πολύ οργανωμένος και προσεκτικός. Και ως ένα βαθμό είμαι, αλλιώς δεν θα τάβγαζα πέρα, θα είχα πρόβλημα.. Αλλά και μηχανικός να ήμουν, πάλι το ίδιο δεν ισχύει;»

-Ενώ έχεις πάρει μέρος σε πολλές θεατρικές παραστάσεις ,έφτασε το σήριαλ «Κάτω Παρτάλι» για να σε γνωρίσουν οι…πολλοί. Το θεωρείς άδικο αυτό;

«Όχι, γιατί ο κάθε ηθοποιός έχει τις δικές του προσδοκίες από το επάγγελμά του. Άλλοι επιζητούν τη δημοσιότητα, άλλοι προτιμούν να είναι «αθόρυβοι»…
Προσωπικά αγαπώ πάρα πολύ το θέατρο, από όπου και ξεκίνησα, αλλά την τηλεόραση την είχα στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Οπότε δεν με πειράζει καθόλου.»

-Ο πρώτος σου ρόλος και τα συναισθήματά σου μπροστά σε κοινό;

«Επαγγελματικά ήταν ο ρόλος της Αλίκης στο έργο «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Β. Μαυρογεωργίου. Όταν βγαίνεις από την κοιτίδα της σχολής είναι όλα τόσο καινούργια… Είναι χαρά να απευθύνεσαι στο κοινό αλλά είσαι στην πραγματικότητα τόσο λίγο προετοιμασμένος για όλα αυτά που συμβαίνουν.»

– Τόσο στο θέατρο όσο και στο σινεμά που σε είδαμε στο Ουζερί Τσιτσάνη» του Μανουσάκη, και στην τηλεόραση, η παρουσία σου κι ο δυναμισμός σου μαγνητίζουν. Πιστεύεις ότι συμβάλλει και η εξωτερική σου καλή εμφάνιση;

«Μέρος της παρουσίας ενός ανθρώπου είναι και η εμφάνιση του έτσι κι αλλιώς, πόσο μάλλον στη δουλειά μας που τα θέματα εικόνας βρίσκονται πάντα στην πρώτη γραμμή. Πιστεύω, όμως, πως η εμφάνιση συνδυάζεται πάντα και με κάποια εσωτερικά «αντικρίσματα» , έτσι παίρνει δύναμη. Δεν πρόκειται για ένα απλό ζήτημα συμμετρίας.»

-Θυμάμαι την υπέροχη «Νεράιδα» σου στη Λίμνη της Βουλιαγμένης και το γυμνό σου που συζητήθηκε…

«Αχ ναι τη Νεράιδα, το πιο αθώο πλάσμα! Το γυμνό ήταν για ένα δευτερόλεπτο, μια στιγμή. Όταν έβγαλα την μπλούζα μου και βούτηξα στο νερό για να πάω στον Πρίγκιπα μέσα στη λίμνη και να του πω: “Παντρέψου με”. Ήταν μια τόσο ειλικρινής , άδολη παράσταση, που θα μπορούσαν να τη δουν και παιδιά, δεν είχε τίποτα για να προκαλέσει. Μόνο που ο φωτογράφος ήταν σε σωστή γωνία, τη σωστή στιγμή όταν έβγαζα την μπλούζα και βουτούσα στη θάλασσα, οπότε την απαθανάτισε. Και έτσι έγινε όλος αυτός ο ντόρος, ενώ εγώ δεν το είχα σκεφτεί καν. Σοκαρίστικα από τα σχόλια στην αρχή, γιατί με αιφνιδίασαν. Αλλά το ωραιότερο ήταν που όταν παράγγειλα στο σπίτι μια πίτσα ο ντελιβεράς μου είπε: “Σε είδα στην εφημερίδα γυμνή, συγχαρητήρια”. Τάχασα. Ξαφνικά επειδή υπάρχει μια γυμνή φωτογραφία σε μαθαίνουν όλοι, κι όχι για τον κόπο που έχεις κάνει πάνω στη σκηνή τόσα χρόνια! Ας είναι.»

-Γενικά ήσουν, είσαι ντροπαλή; Θα έκανες το πρώτο βήμα σε μια σχέση;

« Ναι, όταν ήμουν μικρή ήμουν πιο ντροπαλή απ ότι φαινόμουν, αλλά μετά στην εφηβεία μου, υπήρξε μία μεγάλη ανακατάταξη. Επαναπροσδιόρισα πολλά πράγματα. Ήταν ένα σοκ για μένα η εφηβεία μου. Τώρα, ως ένα βαθμό είμαι. Από την άλλη, σαν ηθοποιός, έμαθα να ξεπερνάω τις ντροπές μου. Η δουλειά αυτή σε εκπαιδεύει, όχι ως προς την ντροπή, αλλά ως προς την έκθεση. Αν φοβάσαι να εκτεθείς, αναγκαστικά θα κληθείς να το αντιμετωπίσεις. Αν ανοίξεις την ψυχή σου και είσαι αληθινός, δεν έχεις να χάσεις κάτι.

– Τι σημαίνει έρωτας για σένα;

«Για μένα ο έρωτας είναι ένα δώρο που σε οδηγεί σε πολλά μονοπάτια. Έχω ζήσει τη συννεφιά του , αλλά και τον καθαρό ουρανό του. Έχω πάρει και μεγάλη χαρά , γιατί υπήρξα τυχερή και συναντήθηκα με καλούς ανθρώπους, αλλά έχω υπάρξει και σε σχέση που ένιωθα μόνη μου. Και η μοναξιά στον έρωτα είναι ζόρι.»

-Σαν χαρακτήρας η Βασιλική πως είναι; Δοτική, αισιόδοξη, συνεσταλμένη, πως αντιδρά σε μια δυσκολία;

«Είμαι με ένα τρόπο αισιόδοξη. Πιστεύω στον άνθρωπο και στο ότι μπορεί να βρίσκει δυνάμεις να αντεπεξέρχεται και να είναι αληθινά καλά, αν το επιθυμεί.»

-Για έρθουμε και στην Αντιγόνη που ερμηνεύεις τώρα, και που στο τέλος γίνεται από εύθραυστο ων, θεριό που νικάει την ύπαρξή του, τι θα μας έλεγες για αυτή;

«Στην εξαιρετική σκηνοθεσία της Ελένης Ευθυμίου του κορυφαίου έργου της σύγχρονης δραματουργίας του Ανούιγ, γραμμένο το 1942 στη διάρκεια της ιδιόρρυθμης ναζιστικής κατοχής στη Γαλλία, η δική μου Αντιγόνη είναι σχεδόν γυμνή από επιχειρήματα. Δεν θέλει ή δεν μπορεί να κατανοήσει τη δομή του κόσμου που την περιβάλλει, ίσως και τα δύο. Μένει παράφορη από την αρχή μέχρι το τέλος και απαρηγόρητη για όλη την ιστορία της. Αταίριαστη από γεννησιμιού της στον κόσμο, αλλά περήφανη για την κληρονομιά της: Την κουβαλάει ως ένα πένθος χωρίς διέξοδο. Την ύστατη στιγμή, πριν πεθάνει, αναβλύζει από αγάπη για τον πατέρα της και οτιδήποτε δικό της και σχεδόν επιζητά το θάνατό της. Χωρίς Θεό και περιφρονώντας την Ελπίδα βλέπουμε μια Αντιγόνη να διοχετεύει μια τεράστια ορμή ζωής ίσια προς τον θάνατο».

Η βιογραφία του Κ. Μήτση