Ελλάδα

Πολιτική

Οικονομία

Επιχειρήσεις

Εκκλησία

Υγεία

Αυτοκίνητο

Το άρθρο της ημέρας

Άρθρογραφία

Συνεντεύξεις

Social Life με την Τίνα

Γιώργος Αρμένης: «Αν ξαναγεννιόμουν πάλι θεατρίνος θα γινόμουν»

 

Γεννήθηκε στην Κληματιά Ιωαννίνων. Ήρθε στην Αθήνα την εποχή του ’60. Μόνο το δημοτικό είχε τελειώσει. Το ’67 μπήκε στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης Κάρολου Κουν απ’ όπου και αποφοίτησε το ’70. Ερμήνευσε πολλά κλασικά και σύγχρονα έργα στα εικοσιδύο χρόνια συνεργασίας του με το Θέατρο Τέχνης & δίδαξε αυτοσχεδιασμό και υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου. Είναι από τους καλύτερους ηθοποιούς μας, συγγραφείς, σκηνοθέτες. Φέτος στην Κεντρική Σκηνή του θεάτρου της Σχολής του «ΝΕΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ» στα Εξάρχεια, ανεβάζει από τις 21 Οκτωβρίου την φαρσοκωμωδία ΑΣΕ ΝΑ ΜΗ ΜΙΛΗΣΩ ΚΑΛΥΤΕΡΑ , που έχει γράψει και σκηνοθετήσει ο ίδιος. Μαζί μας ο μοναδικός Γιώργος Αρμένης.

-Κύριε Αρμένη, τιμή μας να σας φιλοξενούμε. Πείτε μας γεννηθήκατε στην επαρχία. Πως ήταν τα παιδικά σας χρόνια εκεί;

“Πόλεμος, εμφύλιος, επιτάξεις, αρπαγές, κλάματα και πείνα. Παρόλα αυτά ήταν άγρια όμορφα όταν άρχισα να καταλαβαίνω. Κατέγραφα τα πάντα στο κουρεμένο μου κεφάλι και στην πρησμένη μου κοιλιά. Ένα υπέροχο χρονολόγιο, μνήμες που με βοήθησαν να βλέπω από πολλές γωνίες τα πράγματα. Επιβίωσα και πήρα την τύχη στα χέρια μου.”

-Με την υποκριτική πότε και πως αποφασίσατε να ασχοληθείτε;

“Ήμουν απ’ τα παιδιά που δεν εκτιμούσα ή δεν έπαιρνα τοις μετρητοίς τα πράγματα, τις συμβουλές των μεγάλων. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν τους σεβόμουνα. Πρωτοείδα θέατρο από ένα μπουλούκι θεατρίνων που ξέπεσε στο χωριό ένα χειμωνιάτικο βράδυ και μαγεύτηκα. Το κλείδωσα στη μνήμη μου.»

-Στην Αθήνα και στη Σχολή του Θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν πως βρεθήκατε;

«Κάποτε έφυγα στα καράβια. Στο τελευταίο ταξίδι μου γύριζα μέσω Σουέζ κουβάλαγα ένα τρανζίστορ και έξω από το κρητικό πέλαγος έπιασα Ελλάδα και μάλιστα την εκπομπή του Αχιλλέα Μαμάκη «Το Θέατρο στο μικρόφωνο». Καλεσμένος του ήταν ο Κάρολος Κουν. Μαγεύτηκα με τα λεγόμενά του. Μετά από δύο χρόνια, τον αναζήτησα και τον βρήκα. Τόσο απλά και τόσο όμορφα.»

-Η γνωριμία σας με τον Κουν ήταν καθοριστική;

« Όταν έφτασα στο Θέατρο Τέχνης μαγεύτηκα με το χώρο, τα λιγοστά φώτα, ο τρόπος που με δέχτηκε, τα μάτια του, ο τρόπος που μιλούσε, που κάπνιζε, όλα με γοήτευσαν τόσο που τον αγάπησα. Κατέβηκα εκείνα τα 19 μαρμάρινα σκαλιά κι από τότε έμεινα δίπλα του 22 χρόνια. Ξαναγεννήθηκα και αφέθηκα στα χέρια του σαν ένα ζυμαράκι και μ’ έπλασε και τον ευγνωμονώ. Κάτι είδε σε μένα , κι όταν έβλεπε κάτι δινόταν μ όλη του την ψυχή. Ήταν για μένα τα πάντα. Και μη έχοντας πατέρα υπήρξε και πατέρας μου. »

-Μέχρι να κατακτήσετε τη σκηνή κάνατε κι άλλες δουλειές;

«Πολλές… και το πολλές είναι λίγο, χιλιάδες, έπρεπε να επιβιώσω και δόξα το Θεό για καμιά δεν μετανιώνω. Γνώρισα κάθε λογής ανθρώπους, κάποιους μάλιστα, τους έκανα ήρωες στα γραπτά μου.»

-Έχετε ερμηνεύσει πάρα πολλούς ρόλους, στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Έχετε γράψει έργα , έχετε σκηνοθετήσει, έχετε τιμηθεί με βραβεία , είστε δάσκαλος. Έχετε δοκιμάσει τόσες χαρές, τιμές, είστε ευλογημένος, όλοι μιλούν με θαυμασμό για το πρόσωπό σας … Για εσάς τι σημαίνουν όλα αυτά;

«Συνέπεια, ήθος και πάθος για την τέχνη μου. Ευχαριστώ αυτούς που με συντρόφευσαν και με συντροφεύουν. Η δουλειά του ηθοποιού είναι μαγευτική, αλλά χρειάζεται να είσαι ζωντανός, αληθινός μάγος. Ποιητής, να μη βιάζεσαι για τη δόξα, αν είναι να ‘΄ρθεί, θα’ ρθεί από μόνη της. Να γνωρίζεις να παρατηρείς τον εαυτό σου σε όλες τις εκφάνσεις σου, αν λοιπόν την θέλουμε, πρέπει να έχουν συνέπεια τα λόγια με τα έργα μας. Τίποτα δεν χαρίζεται, ότι κατάφερα το ήθελα πολύ, κόπιασα, ίδρωσα, αρρώστησα, έπεσα, σηκώθηκα, με χτύπησαν σαν χταπόδι, πόνεσα, γέλασα, έκλαψα, αλλά πάντα στεκόμουν πεισματικά όρθιος. Αν ξαναγεννιόμουν πάλι θεατρίνος θα γινόμουν.»

-Στην υπόθεση των έργων που έχετε γράψει συμπεριλαμβάνονται και κομμάτια από τη ζωή σας;

«Έχω στο σκληρό δίσκο της μνήμης μου αυτιά και μάτια ανοιχτά, παρατηρώ, σκιτσάρω ήρωες, κοιτάω μπροστά, ζω το τώρα, γράφω το σήμερα, κοιτώντας μακριά πέρα απ’ τους ορίζοντες ,προσπαθώντας να επουλώσω τις πληγές με γέλιο και με κλάματα.»

-Είκοσι δύο χρόνια στο Θέατρο Τέχνης ! Είναι ο δεύτερος εαυτός σας;

«22 χρόνια! Ποτέ το πατρικό δεν το ξεχνάμε, εκεί πρωτοπερπάτησα, άναψαν τα φώτα πάνω μου, έκανα τους θεατές να γελάσουν, να συγκινηθούν, εκεί με πρωτοχειροκρότησαν. Μέσα σε αυτό το υπόγειο υπάρχει ο ιδρώτας μου, η μυρωδιά μου, οι ανάσες μου, υπάρχω και εγώ είτε το θέλουν είτε όχι.»

-Σας φοβίζει ο χρόνος, ή είστε φίλοι;

«Ε, μετά από τόσα χρόνια, κοιμόμαστε αγκαλίτσα, μάλιστα με μαλώνει που καπνίζω, «κόφτο», μου λέει, «θα σε φάει!» Ναι όντως είμαι ανά πάσα στιγμή έτοιμος.»

-Ζείτε τον κάθε σας ρόλο τόσο συγκλονιστικά όσο αυτόν του Μάκη Τσετσένογλου στο « Όλα είναι Δρόμος» του Παντελή Βούλγαρη, ο οποίος σας χάρισε και το βραβείο Α ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1998;

«Ναι, ο Παντελής μου χάρισε έναν υπερβατικό ήρωα, τον αγάπησα, και αυτός μου έδωσε πρώτο βραβείο. Με λένε Γιώργο, αλλά γυρίζω και στο Μάκης έχω δύο ονόματα. Να’ ναι καλά ο σεναριογράφος Γιώργος Σκαρμπαδώνης.»

-Διηγηθείτε μας κάτι από τη ζωή σας που σας στιγμάτισε…

«Την κοπάνησα απ’ το καράβι στη Βαλτιμόρη με έπιασε η αστυνομία μου πέρασε χειροπέδες και ντρεπόμουν πάρα πολύ, να ανοίξει η γη να με καταπιεί.»

– Διδάσκετε στη δική σας σπουδαία Σχολή Νέου Ελληνικού Θεάτρου. Σαν δάσκαλος πως είστε; Αυστηρός, επιεικής, φωνάζετε;

«16 χρόνια έχω τη δική μου Σχολή και πιστεύω ότι είναι μία από τις καλύτερες. Έχω σπουδαίους καθηγητές, συνεργάτες μα πάνω απ’ όλα έχω τα παιδιά μου. Αυτά με γεμίζουν ζωή, με κρατάνε σε εγρήγορση, είναι σπουδαίο πράγμα τα παιδιά. Δεν είμαι ακριβώς αυστηρός, απλά πρέπει κανείς να κρατάει μια απόσταση. Σέβομαι και αγαπάω το μαθητή, αλλά θέλω την ίδια απόσταση και από εκείνον απέναντί μου . Φωνάζω όταν λείπουν ή αναλώνονται σε εύκολα πράγματα. Εγώ έβγαλα όλη τη σχολή τρώγοντας πατάτες -τότε είχαν βγει οι πατάτες στην Ομόνοια σε σακουλάκια- πρηζόμουν, τουμπάνιαζα, αλλά δε με πείραζε. Ούτε οι συμμαθητές μου είχαν την πολυτέλεια να τρέξουμε να πιούμε φρέντο, να κουβεντιάσουμε, να πιούμε ποτά.
Τρία χρόνια θέλει. Να πιστέψει στον εαυτό του ο μαθητής, να πει ‘θα φτάσω εκεί και ας αργήσω, θα πάω’ «.

-Ταλέντο ή σκληρή δουλειά αναδεικνύει έναν ηθοποιό;

«Θα έλεγα όλα, όπως και η τύχη. Σήμερα όπως έχει η κατάσταση είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα. Μα πρέπει να ελπίζουμε. Άλλωστε και ο Κουν μέσα στην κατοχή δημιούργησε το Θέατρο Τέχνης.»

-Ο γιος σας ακολουθεί τα χνάρια σας σε μια δύσκολη εποχή . Προσπαθήσατε να τον μεταπείσετε;

«Για να είμαι ειλικρινής το προσπάθησα, όμως πήρε τις αποφάσεις του και τις σέβομαι. Θέλω να είναι χαρούμενος, να’ χει καλή τύχη. Τον λατρεύω, εκτιμώ πολύ την σκέψη του.»

– Πείτε μας για την κωμωδία σας «ΑΣΕ ΝΑ ΜΗ ΜΙΛΗΣΩ ΚΑΛΥΤΕΡΑ »

«Βιώνουμε έναν εφιάλτη, ένα βουβό πόλεμο με πολλά ανοιχτά μέτωπα. Ζω στα Εξάρχεια πολλά χρόνια, μιλάω με τους γειτόνους, με απλούς ανθρώπους, ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ. Μέσα σε αυτή τη λέξη γεννήθηκε η επιθυμία μου να γράψω μια θεοπάλαβη κωμωδία, φαρσοκωμωδία για το κοινωνικό – πολιτικό γίγνεσθαι. Ο κεντρικός ήρωας είναι ο Αιωνόβιος Δήμος, ο παππούς, που ερμηνεύω εγώ. Ο Αιώνας που μιλάει μόνο στα εγγόνια του, είναι σχεδόν κατάκοπος. Η κόρη, ο γαμπρός, τα ανίψια, όλοι περιμένουν το θάνατό του. Μια οικογένεια, που μας παραπέμπει στην Ελλάδα , μια μικρογραφία ή ένας μεγεθυντικός φακός, για το τι φταίει, για το στραβό το ριζικό μας, τη μοίρα, τη λαιμαργία, την καρέκλα, την εξουσία, την αλαζονεία, τον πλουτισμό, την αναξιοπιστία, τη φαγωμάρα, τι; Τι; Η συνέχεια live στη σκηνή του Νέου Ελληνικού Θεάτρου, για να σας κάνουμε να γελάσετε.»

Η βιογραφία του Κ. Μήτση

Social life με την Τίνα