Ελλάδα

Πολιτική

Οικονομία

Επιχειρήσεις

Εκκλησία

Υγεία

Αυτοκίνητο

Το άρθρο της ημέρας

Άρθρογραφία

Συνεντεύξεις

Social Life με την Τίνα

Γλυπτά Παρθενώνα
Αθλιότητες από τα… παιδιά του κλέφτη Έλγιν

«Επικαλούνται αποβιώσαντες καλλιτέχνες για να στήσουν μύθους!»

Η Έκθεση Rodin χρησιμοποιείται από το Βρετανικό Μουσείο ως όχημα για να στηρίξουν επιστημονικά (αλλά και συναισθηματικά) την άρνησή τους να επιστρέψουν τα Γλυπτά του Παρθενώνα!
«Η Βρετανία βρίσκεται στριμωγμένη πολιτικά από τη διεθνή κοινότητα και τις παρεμβάσεις της Ουνέσκο όταν της ζητήθηκε να δεχθεί διαμεσολάβηση με την Ελλάδα και αρνήθηκε. Αυτό στιγμάτισε την εικόνα κράτους με φιλάνθρωπες τάσεις και στάση, και αποφάσισε να χτίσει πάνω σε νέα επιχειρήματα»

 

Για πόσο πιο μεγάλη πρόκληση να μιλήσει κάποιος όταν το απόλυτο απαύγασμα της βρετανικής πολιτικής εναντίον της επιστροφής των Ελγινείων παίρνει σάρκα και οστά με την πραγματικά καλοστημένη και εντυπωσιακή Έκθεση «Ο Rodin και η Τέχνη της Αρχαίας Ελλάδας», που εγκαινιάστηκε, τον περασμένο Απρίλιο, στο Βρετανικό Μουσείο; Μια Έκθεση που, αν και έχει τεράστιο εικαστικό ενδιαφέρον, έχει εγείρει αντιδράσεις παγκοσμίως και ηχηρά δημοσιεύματα διεθνώς, που καταγγέλλουν το σκάνδαλο με την κλεμμένη πολιτιστική μας κληρονομιά που κατακερματισμένη περιμένει να ξαναβρεθεί μια μέρα στο… σπιτικό της, ενώ την ίδια ώρα τα ΜΜΕ της χώρας μας «ποιούν την νήσσαν». Κάτι που πραγματικά δημιουργεί ένα σωρό ερωτηματικά. Γιατί η Ελλάδα κωφεύει και αδιαφορεί χαρακτηριστικά, όταν από ολόκληρο τον κόσμο ακούγονται οι φωνές διαμαρτυρίας εκείνων που δεν μπορούν να παραμείνουν σιωπηλοί μπροστά στα Γλυπτά μας, που, για ευνόητους λόγους, οι Άγγλοι τα αποκαλούν «μάρμαρα» θέλοντας να υποτιμήσουν εντέχνως την αληθινή τους ιστορική αξία! Πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας και στην πατρίδα μας, η ομιλία του ιστορικού του BBC, νιγηριανής καταγωγής, Ντάνιελ Ολουσόγκα στο Hay Festival της Ουαλίας, όπου υπογράμμισε πως «τα Γλυπτά του Φειδία αποτελούν ξεκάθαρη περίπτωση κλοπής από το Βρετανικό Μουσείο!», προσθέτοντας πως είναι «ηθική επιταγή για το Βρετανικό Μουσείο να παραδώσει, επιτέλους, στις χώρες προέλευσής τους, τους χιλιάδες θησαυρούς ξένων πολιτισμών που κοσμούν τις αίθουσές του. Έτσι, θα συμβάλλει στην επίτευξη μιας πιο ευνοϊκής συμφωνίας με την Ε.Ε., ενόψει της εξόδου της Βρετανίας από την Ένωση». Και κάπως έτσι, με αφορμή την άποψη Ολουσόγκα, είπαμε και εμείς να κάνουμε το ρεπορτάζ μας για να ανακαλύψουμε, καθυστερημένα, πως η είδηση δεν κρύβεται στις δηλώσεις του ιστορικού, αλλά στην Έκθεση του Ροντέν, που φιλοξενείται στο Βρετανικό Μουσείο, και στην Ελλάδα πέρασε στα «ψιλά γράμματα», αντί να φιγουράρει με τίτλους πρωτοσέλιδων ως το «σκανδαλώδες παιχνίδι που παίζεται εις βάρος μας με κορυφαίες δημιουργίες της κλασικής αρχαιότητάς μας». Και από πού να ξεκινήσουμε; Μήπως από το γεγονός ότι το Βρετανικό Μουσείο έστησε δώδεκα από τα Γλυπτά του Παρθενώνα από την υπο-φωτισμένη «Duveen Gallery», όπου εκτίθενται, στον εκθεσιακό χώρο «Sainsbury», δίπλα στα έργα του διάσημου Γάλλου γλύπτη Auguste Rodin, σε μία προσπάθεια να «τονώσει» τον πάγιο ισχυρισμό ότι είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης των κατακερματισμένων Γλυπτών; Ή από το ότι ο Ροντέν χάρις στο Βρετανικό Μουσείο είχε την ευκαιρία να μελετήσει για τα Γλυπτά μας στο Λονδίνο, από το 1881 έως το 1917, χωρίς να χρειαστεί ποτέ να ταξιδέψει στην Ελλάδα;
Από την πλευρά της, η δικηγόρος Ειρήνη Σταματούδη, διευθύντρια του Οργανισμού Πνευματικής Ιδιοκτησίας και μέλος της Ειδικής Συμβουλευτικής Επιτροπής για το αίτημα της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα, ένα από τα πλέον αρμόδια άτομα για να τοποθετηθεί πάνω στο θέμα αυτό, καθώς δεν σταματά στιγμή τον αγώνα για τη δίκαιη διεκδίκηση της επιστροφής των Γλυπτών μας, μας διευκρίνισε: «Η Έκθεση Rodin χρησιμοποιείται από το Βρετανικό Μουσείο ως όχημα για να στηρίξουν επιστημονικά (αλλά και συναισθηματικά) την άρνησή τους να επιστρέψουν τα Μάρμαρα Παρθενώνα. Ο όρος “Μάρμαρα” χρησιμοποιείται αντί για τον όρο “Γλυπτά” για να καταδείξει ότι πρόκειται για αναπόσπαστα κομμάτια του όλου αρχιτεκτονήματος και όχι ανεξάρτητα και αυτόνομα κομμάτια Τέχνης, όπως τα παρουσιάζουν στην Έκθεση. Επιπλέον, επικαλούνται αποβιώσαντες καλλιτέχνες για να στήσουν μύθους, οι οποίοι δεν προκύπτουν (από όσο γνωρίζω) από έγγραφα ή άλλες καταγραφές. Το αφήγημά τους, λοιπόν, έχει ως εξής: τα “Μάρμαρα” πρέπει να παραμείνουν στη Βρετανία, διότι πρέπει ο επισκέπτης να μπορεί να συγκρίνει μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών. Τώρα το επεκτείνουν και λένε ότι ο επισκέπτης πρέπει να μπορεί να συγκρίνει και μεταξύ έργων Τέχνης του ίδιου πολιτισμού, αλλά διαφορετικών εποχών. Προσπαθούν να το ισχυροποιήσουν. Το επιστημονικοφανές αυτό επιχείρημα στην ουσία προσπαθεί να καταλύσει τις βασικές αρχές της Αρχαιολογίας ότι τα αντικείμενα θα πρέπει να συντηρούνται και να εκθέτονται in situ, και δεδομένου ότι στην Αθήνα αυτό δεν είναι εφικτό, αφού δεν μπορούν να μπουν πάνω στο ναό, τουλάχιστον να εκτίθενται ενωμένα με τα κομμάτια που σώζονται και τα οποία καταστράφηκαν ακριβώς λόγω της παρέμβασης του Έλγιν (έκοψε με πριόνια την πρόσοψη και άφησε το πίσω μέρος της πέτρας). Επιχειρούν να δώσουν επιστημονική βάση στο παράλογο, ότι ένα αντικείμενο εκτίθεται καλύτερα διαμελισμένο μεταξύ μουσείων, αντί ενωμένο. Το επιχείρημα αυτό αντιφάσκει με βασικές αρχές της Ιστορίας της Τέχνης, της Αρχαιολογίας, της Εθνολογίας, αλλά και της λογικής! Η Βρετανία βρίσκεται στριμωγμένη πολιτικά από τη διεθνή κοινότητα και τις παρεμβάσεις της Ουνέσκο. Η τελευταία παρέμβαση ήταν όταν της ζητήθηκε από την Ουνέσκο να δεχθεί διαμεσολάβηση με την Ελλάδα και αρνήθηκε. Αυτό στιγμάτισε την εικόνα κράτους με φιλάνθρωπες τάσεις και στάση, και αποφάσισε να χτίσει πάνω σε νέα επιχειρήματα».
Και όπως μας εξήγησε η κ. Σταματούδη πιο αναλυτικά: «Το 2013 η Ελλάδα αποφάσισε, ύστερα από πρόταση της Συμβουλευτικής Επιτροπής των Μαρμάρων του Παρθενώνα που είχε συστήσει ο τότε υπουργός Πολιτισμού, να ζητήσει από την Ουνέσκο να κάνει χρήση της δυνατότητας που της έδιναν οι Κανόνες Διαμεσολάβης και Συμφιλίωσης του 2010, και να ζητήσει από τη Βρετανία να προσέλθει σε διαμεσολάβηση με την Ελλάδα για την επίλυση του ζητήματος. Πράγματι, τον Αύγουστο του 2013 η Ουνέσκο (μέσω του γραφείου της γενικής διευθύντριάς της, Irina Bokova), απηύθυνε αίτημα στη βρετανική πλευρά, να προσέλθει σε διαμεσολάβηση με την Ελλάδα για την επίλυση του ζητήματος. Η απάντηση της βρετανικής πλευράς καθυστέρησε να σταλεί περίπου 19 μήνες. Στην πραγματικότητα, η βρετανική πλευρά δεν είχε, κατά τη γνώμη της συγγραφέως, σκοπό να απαντήσει, αλλά δεδομένου ότι στο μεταξύ υπήρξε πίεση από τα διεθνή fora, ότι η στάση αυτή ήταν τουλάχιστον αντιδεοντολογική, τελικά απάντησε 19 μήνες αργότερα. Η απάντησή της αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του Βρετανικού Μουσείου στις 26 Μαρτίου 2015, μαζί με κάποια κείμενα που εξέθεταν τις θέσεις και τα επιχειρήματα της βρετανικής πλευράς προκειμένου η έκθεση προς τη διεθνή κοινότητα να είναι όσο το δυνατόν πιο περιορισμένη. Έκτοτε, δεν έχουν υπάρξει σημαντικές αλλαγές στη στάση της ελληνικής πλευράς. Προτάσεις για δικαστική διεκδίκηση των Γλυπτών του Παρθενώνα έπεσαν “στο κενό”, δεδομένου ότι η έκβαση υποθέσεων τέτοιου τύπου στα δικαστήρια είναι αβέβαιη για όλες τις πλευρές, και σε κάθε περίπτωση το ζήτημα της επιστροφής των Γλυπτών δεν περιορίζεται σε νομικά και μόνον, επιχειρήματα. Το γεγονός ότι ένα κράτος-μέλος δεν θα απαντούσε σε πρόσκληση της Ουνέσκο για διαμεσολάβηση ήταν κάτι που δεν μπορούσε να προβλεφθεί κατά τη στιγμή υιοθέτησης των κανόνων διαμεσολάβησης».
Η δικαστική διεκδίκηση των Γλυπτών του Παρθενώνα φαντάζει ουτοπία στην πραγματικότητα, όμως, σαν σενάριο είχε καταφέρει να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα γύρω από τα αγάλματά μας. Η παραγωγός ελληνικού πολιτισμού Ακαθίστη Βεκρή ήταν εκείνη που βρισκόταν πίσω από την ταινία-ντοκιμαντέρ «Πρόμαχος» του 2014, με τους Τζιανκάρλο Τζιανίνι, Γιώργο Χωραφά, Γιώργο Βογιατζή, Κασσάνδρα Βογιατζή, Πολ Φρίμαν κ.ά., αποτυπώνοντας μια ιστορία αγάπης μεταξύ δύο Ελλήνων δικηγόρων που μηνύουν το Βρετανικό Μουσείο για την επιστροφή των μαρμάρινων Γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα. Και όπως μας υπογράμμισε μεταξύ άλλων, «προσπαθήσαμε, και ελπίζουμε να το πετύχαμε, να ειπωθούν αλήθειες που δεν ειπώθηκαν. Χαίρομαι που υπάρχουν φιλέλληνες που δεν ξεχνούν το θέμα και εξακολουθούν να μας θυμίζουν το θέμα και να ασχολούνται με την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα. Αυτό πρέπει να κάνουμε όλοι σα μία φωνή, να μην αφήνουμε τη διεκδίκησή μας και να ξεχνάμε αυτά που μας ανήκουν. Στην ταινία “Πρόμαχος” θυμάμαι εκείνη τη σκηνή που μας είχε κάνει να ανατριχιάσουμε, όταν βλέπουμε τον ηθοποιό που υποδυόταν το διευθυντή του Μουσείου να κρατά σφιχτά στην αγκαλιά του τα Γλυπτά δίνοντας την αίσθηση ότι του αρπάζουν, του κλέβουν το παιδί του. Τα αγάλματα του Παρθενώνα πρέπει να επαναπατριστούν, γιατί αναμφίβολα θα ανεβεί το ηθικό του Έλληνα, που επιτέλους θα βιώσει μια μορφή απονομής δικαιοσύνης για όσα άδικα του στέρησαν από την πολιτιστική του κληρονομιά».

Ο Ροντέν, που δεν είδε ποτέ τον Παρθενώνα, δημιούργησε το δικό του μύθο γύρω από το Ναό ως απαραβίαστη επιβίωση από την αρχαιότητα. Για αυτόν, τα κτίρια ήταν σαν το ανθρώπινο σώμα – γίνονταν ωριμασμένα και αποσυντεθέντα. Ο Ροντέν πίστευε ότι αυτός ο κύκλος ζωής θα πρέπει να επιτρέπεται να διανύσει την πορεία του, και αγωνίζεται κατά της αποκατάστασης του Παρθενώνα ύστερα από σεισμική βλάβη το 1894. Η Γαλλία έχει μια μακραίωνη γοητεία με τον Παρθενώνα και τα Γλυπτά του. Πολλά χρόνια πριν φτάσει για πρώτη φορά στο Λονδίνο, ο Ροντέν είχε εξερευνήσει και τα δύο μέσα από βιβλία. Αργότερα, συγκέντρωσε φωτογραφίες του Παρθενώνα και των Γλυπτών του και των αρχαιοτήτων, που του υπενθύμισαν το Ναό. Όλα αυτά έγιναν μέρος του τεράστιου εργασιακού του αρχείου.

Η επίσημη ελληνική πολιτική για το ζήτημα διαχρονικά είναι η εξής:

1. Δεν θεωρούμε ότι πρέπει να αδειάσουν τα μουσεία του κόσμου, διότι πιστεύουμε ότι ο ρόλος που επιτελούν είναι ιδιαίτερα σημαντικός για την ανθρωπότητα.

2. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι ιδιαίτερα σημαντικοί θησαυροί, αναντικατάστατοι και καθοριστικοί της Ιστορίας και της ταυτότητας ενός έθνους, που αποκτήθηκαν από κάποια μουσεία του κόσμου κάτω από αμφίβολες νομικά και ηθικά περιστάσεις, και τους οποίους –για τους λόγους αυτούς– θα πρέπει να τους επιστρέψουν στις χώρες προέλευσής τους.

3. Η επιστροφή των θησαυρών αυτών εξυπηρετεί καλύτερα τους σκοπούς για τους οποίους δημιουργήθηκαν, δεδομένου, μάλιστα, ότι οι περισσότεροι δημιουργήθηκαν σε συνάρτηση με το χώρο και τον τόπο από τον οποίο αποσπάστηκαν/αφαιρέθηκαν. Με άλλα λόγια, εξυπηρετούν καλύτερα την Ανθρωπότητα, την Επιστήμη και την Ιστορία αν εκτίθενται στον τόπο προέλευσής τους.

4. Η σύνδεση με τον τόπο δεν σχετίζεται με εθνικιστικές απόψεις, αλλά με την άποψη ότι εξυπηρετούνται καλύτερα τα συμφέροντα της ανθρωπότητας. Επίσης, δεν σχετίζεται με ιδιοκτησιακό καθεστώς διότι μπορούν να βρεθούν πολλές φόρμουλες μόνιμης έκθεσης των Γλυπτών στην Αθήνα.

5. Η Ελλάδα διαχρονικά ζητάει πίσω μόνον πολιτιστικούς θησαυρούς που αποτελούν αντικείμενο αρχαιοκαπηλίας ή παράνομης εξαγωγής, στο πλαίσιο των διεθνών συμβάσεων, της ενωσιακής νομοθεσίας και του ελληνικού νόμου. Τα Γλυπτά του Παρθενώνα δεν ανήκουν σ’ αυτήν την κατηγορία –αν και υπήρξαν αντικείμενο αρχαιοκαπηλίας–, διότι η νομοθεσία, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, δεν ίσχυε κατ’ ανάγκη έτσι κατά την περίοδο της αφαίρεσής τους (δεν ζητάμε καν την Καρυάτιδα). Οπότε, από τους θησαυρούς που μας αφαιρέθηκαν κατά τους παλαιότερους χρόνους ζητάμε ΜΟΝΟ τα Γλυπτά του Παρθενώνα. Δεν θέλουμε να αδειάσουμε τα μουσεία του κόσμου.

6. Αν και υπάρχουν νομικές προεκτάσεις στη διεκδίκηση των Γλυπτών του Παρθενώνα, το αίτημα της επιστροφής είναι πολιτικό και δεοντολογικό, και πολύ λιγότερο νομικό.

7. Σε κάθε περίπτωση, είναι αίτημα κοινής λογικής αφού ένα πολιτιστικό αγαθό κατακερματισμένο δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς για τους οποίους δημιουργήθηκε.

Πάντως, μέχρι και ο παλαιός πολέμιος της Ελλάδας στο θέμα των Ελγινείων, που έχει αλλάξει στάση τα τελευταία χρόνια, ο Ουαλός κριτικός Τέχνης Τζόναθαν Τζόουνς, δήλωσε στον «Guardian», πως «η αρχαιοελληνική τέχνη έως και σήμερα, είναι αξεπέραστη!».

Η βιογραφία του Κ. Μήτση