Ελλάδα

Πολιτική

Οικονομία

Επιχειρήσεις

Εκκλησία

Υγεία

Αυτοκίνητο

Το άρθρο της ημέρας

Άρθρογραφία

Συνεντεύξεις

Social Life με την Τίνα

Η Κυρά της θάλασσας στο Θέατρο Εκάτη

Η κ. Β. Λουρμπά ακόμα μια φορά ανοίγει το θέατρό της για να μας προσφέρει ένα μάθημα υψηλού θεατρικού ήθους, επιμένοντας με τα «Άπαντα» Ίψεν. Τούτη τη φορά το χέρι της τράβηξε τον τόμο «Η κυρά της θάλασσας».
Ο Ίψεν κι εδώ καταρχήν δεν φαίνεται να μας εκπλήσσει, αναπτύσσοντας δεξιοτεχνικά τις συνθήκες του «ζωτικού ψεύδους», αυτού που ο Νίτσε, ομογάλακτος του Ίψεν, αποκαλούσε «ψευδαίσθηση για να μπορέσουμε να ζήσουμε», αυτό που λίγα χρόνια αργότερα ο Χάιντεγκερ στο περίφημο έργο του «Είναι και χρόνος» αποκαλεί «είναι μέσα στην αναλήθεια».
Ο Ίψεν αυτή την φορά διαφέρει σε τούτο: πάει να παγιδέψει τον θεατή ότι αυτό το δράμα θα έχει χάπυ-εντ. Η Ελίντα και ο σύζυγος-γιατρός μετά τις αποκαλύψεις φαίνεται να ξεκινούν μια νέα ζωή. Η κόρη επίσης κάμπτεται και δέχεται ως σύζυγο, τον πρώην καθηγητή της. Χάπυ-εντ, ο Ίψεν; Πού είναι το δράμα; Πού είναι ο σαρτρικός άνθρωπος ως «άχρηστο πάθος»; Πού είναι τα ίχνη της αρχαίας τραγωδίας, πάνω στα οποία τόσο στέρεα πατάει ο Ίψεν;
Εδώ, ακριβώς, η σκηνοθέτης με ανεπαίσθητες δομικές κινήσεις σκηνοθεσίας και υποκριτικής διδασκαλίας στην κόρη, μας δίνει να καταλάβουμε ότι η απόφασή της δεν συνιστά διέξοδο αλλά μια επανάληψη της κατάστασης του πατέρα της με την μητριά της. Το «ζωτικό ψεύδος» είναι απαραίτητο στην ζωή. Η ζωή δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτό. Η κόρη, παρότι θα ξανοιχθεί στην ανοιχτή θάλασσα, παραμένει στην λίμνη με τον κυπρίνο της, τον μελλοντικό σύζυγό της. Όλη της η ζωή θα εξελιχθεί -τρόπος του λέγειν- εκεί. Και αυτό, μας κάνει να σκεφτούμε ότι και η διαφοροποίηση της σχέσης του πατέρα της με την μητριά της είναι επιφανειακή. Δεν φεύγουν από το λιμάνι. Μόνο τα πλοία φεύγουν από το λιμάνι με επιβλητικές προειδοποιήσεις συριγμών για μια ζωή που φεύγει, που χάνεται για πάντα.
Η Ελίντα εγκαταλείπει την τρέλα της για να ζήσει στην ασφάλεια της σύμβασης που της προσφέρει η αγκαλιά του πραγματιστή γιατρού. Ένα δεύτερο «ζωτικό ψεύδος» αναδύεται μέσα στην αποδοχή του πρώτου, της κόρης. Όλο το έργο, όλη η ζωή είναι πια υπονομευμένα από την σύμβαση. Η Ελίντα δαμάζει την τρέλα της – γιατί θα πρέπει να αρρωστήσουμε για να πούμε την αλήθεια, αναρωτιόταν ο Φρόϋντ και ο Λακάν- η αλήθεια της δεν αφορούσε κανέναν, μόνο μια τρελή θα μπορούσε να τα πει αυτά. Και, πράγματι, συμβατικά, ίσως κλινικά, είναι τρελή όταν εμμένει στον αρραβώνα της με την θάλασσα, όταν συνομιλεί με το φάντασμα που υποδύεται, εν αγνοία της, ο σύζυγος της.
Η Ελίντα είναι το φερέφωνο μιας φωνής που δεν μπορεί να της αντισταθεί, ανεξάρτητα αν η φωνή αυτή είναι πραγματική, του πρώην εραστή της ή φαντασιακή, βγαίνει μέσα από το κεφάλι της. Είναι το διάμεσο ενός καλέσματος φτιαγμένου από έλξη και τρόμο σαν και αυτά που περιγράφει ο Μπατάιγ ή ο Σαντ, σαν αυτά την ψυχοπαθολογία των οποίων ανέλυσε λεπτομερώς στη σχέση απόλαυσης-θανάτου ο Λακάν, εκείνη την κατάσταση που στα αγγλικά ονομάζεται thrill (ηδονικό ρίγος) και στα γερμανικά Αngstlust (ηδονή από άγχος). Θα λέγαμε, την έκσταση του ανθρώπου, από φόβο και ηδονή, μπροστά στη μίξη του καντιανού «ωραίου» με το «υψηλό».
Μπορούμε, λοιπόν, να αναρωτηθούμε αν πράγματι υπήρξε όλη αυτή η ιστορία της Ελίντα ή αν ήταν μια επινόηση για μια φαντασιακή δραπέτευση από την σύμβαση, μέχρι που να εγκαταλείψει την πίστη της ή την φαντασίωση αυτή μέσα στην αγκαλιά- θεραπεία του «ζωτικού ψεύδους» που της προσφέρει ο σύζυγος και θεραπευτής της.
Η σκηνοθεσία στήνει όλη την παράσταση πάνω σε αυτό ακριβώς το ζεύγος του Ίψεν: τρόμος και έλξη. Ο θεατής μετέχει μυσταγωγικά, ταυτίζεται με τους ήρωες, ξυπνά ανάμεσα στα φαντάσματα της ίδιας του της ζωής, εκείνων που του λένε να επιλέξει την επιθυμία του ή την επιθυμία των άλλων σαν δική του. Εκείνης που του υπαγορεύει την ασφάλεια της μέτριας ζωής, ίσως, της κοινωνικής και επαγγελματικής επιτυχίας. Αλλά, που θα έχει χάσει τον εαυτό του για να κερδίσει αυτά. Και, αν η κατάθλιψη τον κάνει να αναρωτηθεί καμιά φορά αν ήταν αυτό που ήθελε στην ζωή του, τότε μπορεί πάλι να σωπάσει σαν την Ελίντα ή σαν την Μπόλετ για να μπορέσει να συνεχίσει. Όλα τα άλλα είναι τρέλες.
Η σκηνοθέτης ως ένας θεατρικός ψυχαναλυτής, χτίζει την παράστασή της στις λεπτές αποχρώσεις του κειμένου, στις σιωπές, στο πνίξιμο της κραυγής μέσα στο στήθος. Προσφέροντάς μας ως ψυχαναλυτική συνεδρία το δράμα της ζωής των ανθρώπων, συναντά το πνεύμα του Ίψεν από έναν δρόμο που, παρότι, κατ’ αρχήν φαίνεται ότι οδηγεί σε αστική ιστοριούλα, είναι, εξαρχής, υπονομευμένος με υπαρξιακές βόμβες και οντολογικά εκρηκτικά. Κανείς δεν μπορεί να πάρει πίσω την ζωή του, «αφού τη ζωή σου χάλασες στην κόχη τούτη τη μικρή, σ’ όλη τη γη τη χάλασες». Σε αυτή την πραγματεία περί ενοχής και του αδιέξοδου που προκύπτει-ένοχος είναι όποιος δέχεται το «ζωτικό ψέυδος» και καταστρέφει τη ζωή του, ένοχος είναι όποιος δεν δέχεται το «ζωτικό ψεύδος» και καταστρέφει τη ζωή του- η σκηνοθεσία μας αφήνει ν’ ακούσουμε το λόγο του Λακάν: «ένοχος είναι όποιος δεν ακούει την επιθυμία του».
Δείτε την παράσταση. Πηγαίνετε προετοιμασμένοι, υποψιασμένοι, όχι χαλαροί. Η σκηνοθέτης σάς την έχει στημένη: δεν θα φύγετε οι ίδιοι, θα αναμετρηθείτε με την δική σας ζωή, την δική σας σύμβαση, την δική σας τρέλα.
Η κ. Δ. Τζερουνιάν ως Ελίντα μας δίνει έναν ρόλο δομημένο επί των συνιστωσών της αρχαίας τραγωδίας, προσαρμοσμένο, αριστοτεχνικά, στον αιώνα μας. Χωρίς κραυγές, με απλές εκφωνήσεις του «ναι», με μια ελεγχόμενη ροή της αλήθειας που την κατακλύζει, ως τρελή ή ως λογική, ελέγχει κάθε φράση της, κάθε κίνηση, τον παραμικρό μυ του προσώπου της. Ακούστε το κλάμα της, εκείνο το φοβερό μοιρολόι μέσα στο οποίο πενθεί την αλήθεια της, μέσα στο οποίο είναι η ίδια η αλήθεια που πεθαίνει.
Η κ. Ε. Σταυράκη, ως Μπόλετ, εξαιρετική. Ξέρει να ζυγίσει τις σκιές και το φως στην έκφρασή της και να μας δίνει στην εντέλεια το πρόσωπο κλειδί για την κατανόηση του έργου. Προσέξτε εκείνο το: «Ναι, μπαμπά», προσέξτε πώς μέσω της έκφρασής της και μόνο ανατρέπει στο τέλος την αναμενόμενη έκβαση. Η κ. Σταυράκη σηκώνει το βάρος όλου του έργου γιατί από τη δική της υποκριτική καταλαβαίνει ο θεατής ότι δεν πρόκειται για χάπυ-εντ, τουναντίον, πρόκειται για δράμα χωρίς τέλος. Και τα καταφέρνει χωρίς να περιπέσει στην παγίδα της υπερβολής, μ’ ένα μοναδικό τρόπο: στραμμένη στο θεατή παρότι μιλά στο μελλοντικό σύζυγό της, με δυό κινήσεις του αριστερού χεριού και δυό συσπάσεις του προσώπου, χωρίς λέξεις-έχει λέξεις το «ζωτικό ψέμα»;-ανατρέπει το αναμενόμενο και μας δίνει ατόφιο το πνεύμα του Ίψεν.
Η κ. Π. Σούκου ως Χίλντε διεκδικεί αντιστικτικά προς την αδελφή της τον ρόλο της τον οποίο διεκπεραιώνει με θεατρικό σκέρτσο και σκηνική αφέλεια. Έξοχη, μας πείθει ότι αγνοεί ότι η ζωή της δεν ορίζεται από αυτήν, παρότι, είναι, απλά, μια ήπια διαφοροποίηση μιας συμβατικής ζωής.
Ο κ. Γ. Καλόξυλος ως γιατρός Βάγκελ, είναι ότι καλύτερο θα μπορούσε να υπάρξει στην σκηνή. Και σαν παρουσία και σαν ερμηνεία εκφράζει τον πλήρως ορθολογικό άνθρωπο, όχι τυχαία γιατρό, αυτός που έχει σκοπό να θεραπεύει από τα πάθη της ζωής, κι αν όχι να θεραπεύει, τουλάχιστον, να τα κατευνάζει με μια αγκαλιά. Αμείλικτος, σφυροκοπά ανελέητα με τον ορθό λόγο τον τρελό λόγο της Ελίντα μέχρι που αυτή να του παραδοθεί.
Ο κ. Γ. Ανδρουτσόπουλος ως Άρχολμ κρατάει ισορροπία δεξιοτέχνη στην έκφρασή του για να αποδώσει με ακρίβεια τον ρόλο του. Ένας υπόκωφος πανικός, μήπως δεν γίνει αποδεκτή η πρότασή του για ένα συμβατικό ψεύδος που θα ορίζει την ζωή του. Ψυχρός, προσφέρει ασφάλεια, ένα λιμάνι ξανά, όχι μακρινά ταξίδια, παρότι, το υπόσχεται. Αλλά, μήπως εννοεί μακρινά ταξίδια μέσα στην θολότητα των φιόρδ με τους κυπρίνους, ένας κυπρίνος κι αυτός;
Ο κ. Κ. Καρακώστας ως Λίνγκστραντ επιχειρεί με επιτυχία την αντίστιξη του βάρους της παράστασης, εισάγοντας στοιχεία που, παρότι, τραγικά κάνουν τον θεατή να χαμογελά. Υπηρετεί τέλεια τον ρόλο του, μας πείθει ως πραγματικό πρόσωπο στο έργο και όχι απλά ως ηθοποιός.
Τα σκηνικά και τα κουστούμια του κ. Μ. Πανώριου υπηρετούν πλήρως την παράσταση, ιδιαίτερα τα κουστούμια των γυναικών. Ίσως, το κουστούμι του γιατρού παρότι ορθά-κοφτά κομμένο σαν την λογική του θα μπορούσε να έχει τύχει μεγαλύτερης επιμέλειας.
Η δραματική επεξεργασία της κ. Κ. Καράμπελα κρατά αμείωτο τον ρυθμό και την συμμετοχή του θεατή ενώ, ταυτόχρονα, τον κατεβάζει σκαλί-σκαλί στα πιο σκοτεινά και, ίσως, πιο φωτεινά υπόγεια της ύπαρξης.
Η μουσική επεξεργασία του κ. Ε. Κυβέλου πολύ καλή, αν και επιλέχθηκε ο Σοπέν για να αποδώσει το επιπλέον στην σκηνή. Λέω «αν και», γιατί ο Ρομαντισμός δεν συνάδει απαραίτητα, με το τέλος του 19ου αιώνα και ιδιαίτερα με τον Ίψεν και τα στοιχεία του Μοντερνισμού.
Οι φωτισμοί του κ. Π. Μανούση συνέβαλλαν αποφασιστικά στην ανάδειξη του ψυχισμού των προσώπων και της συμμετοχής του θεατή. Εναλλαγές φωτός- σκιάς-σκότους, δομούν και αποδίδουν την ατμόσφαιρα της σκηνής επί της οποίας παίζεται η ζωή.
Η μετάφραση του Θιάσου Λεπτουργείον αριστοτεχνική, αποδίδει πλήρως το πνεύμα του κειμένου το οποίο δεν προδίδει, παρότι, κάποιες φορές το επινοεί και το υπονοεί.

Κριτική του Δρ. Φώτη Καγγελάρη

Η βιογραφία του Κ. Μήτση