Ελλάδα

Πολιτική

Οικονομία

Επιχειρήσεις

Εκκλησία

Υγεία

Αυτοκίνητο

Το άρθρο της ημέρας

Άρθρογραφία

Συνεντεύξεις

Social Life με την Τίνα

Η Πρωτοχρονιά σε Πωγώνι και Δερόπολη

Ε κτός από τα έθιμα των Χριστουγέννων που «γνωρίσαμε» μέσω της ερευνητικής καταγραφής του κ. Βασιλείου Δ. Μήτση, στη «ΒτΚ», παρουσιάζονται τα έθιμα της Πρωτοχρονιάς όπως αυτά απαντώνται στην καρδιά της μαγευτικής «άπειρης» Ηπείρου χώρας, στο Πωγώνι και τη Δερόπολη. Παλαιότερα τα πρωτοχρονιάτικα δώρα και η χαρτοπαιξία ήταν εντελώς άγνωστα στην ακριτική επαρχία Πωγωνίου για την Πρωτοχρονιά, την αποκαλούμενη «Αϊ-Βασιλιού». Αντίθετα, σε Πωγώνι και Δερόπολη υπάρχει μια πλούσια γκάμα ηθών και εθίμων για το καλωσόρισμα του νέου έτους, που σχετίζεται κυρίως με δοξασίες και δεισιδαιμονίες που πέρασαν ανά τους αιώνες από χωριό σε χωριό, από φαμίλια σε φαμίλια και από στόμα σε στόμα, μέχρι σήμερα.

Οι «βασιλοκουλούρες» ή «βασιλόκ’λουρες» και τα «μπαντούσια» ή «γκουγκούσια» «Βασιλοκουλούρες» ή «βασιλόκ’λουρες» ονομάζονται οι αγιοβασιλιάτικες κουλούρες, που ζυμώνονται την παραμονή της Πρωτοχρονιάς μαζί με τα πρόσφορα («καρβέλλες» ή «λειτουργιές»). Κάθε νοικοκυρά ζυμώνει τρεις «βασιλόκ’λουρες», μια μεγάλη και δύο μικρότερες. Η μεγάλη θα φαγωθεί από τους ανθρώπους του σπιτιού. Οι μικρές προορίζονται για τον τζιομπάνο και τον αγελαδάρη του χωριού. «Μπαντούσια» ή «γκουγκούσια» ονομάζονται τ’ αγιοβασιλιάτικα κουλουράκια, τα οποία ζυμώνονται μαζί με τις «βασιλοκουλούρες». Πλάθονται σε σχήμα πουλιού, σταυρού, κλειστού όμικρον και κλειστού ή ανοιχτού οκτώ.

Το κλέψιμο του νερού («άκριτο νερό» – «πολύσπορα» – «φίλεμα πηγαδιού») Μόλις πρωτολαλήσουν τα ρίθια, η γιαγιά («μάλε» ή «Μάνα-μεγάλη» ή «Μαναγάλη») ξυπνάει τη νύφη και την «αγγονιά» της και τις στέλνει στη βρύση για να κλέψουν το «άκριτο» νερό. Καταχωρώ το όμορφο τούτο έθιμο, όπως μου το αφηγήθηκε η μάνα μου: «Πάνω στο γύρισμα του χρόνου πααίναμαν στο μπουγάδι, για να κλέψομε το νερό. Το λέγαμαν και άκριτο, γιατί στο δρόμο δε κρέναμαν ιτς καθόλου. Πααίναμαν και γυρίζαμαν τη νύχτα χωρίς μιλιά, σαν κλέφτες. Κάθε μια κοιτούσε πώς να κλέψει πρώτη το νερό, για να ’ναι αυτή τη τυχερή της χρονιάς. Σ’ ένα μεγάλο σαγάνι (= βαθύ μεταλλικό πιάτο) βάναμαν στάρι, καλαμπόκι, κριθάρι, «λιανό» (= κεχρί), βρίζα (= σίκαλη), φασούλια, φακή, κουκιά, τεργιά, βουτύρατα, μύγδαλα, κάχτες (= καρύδια), μαλλί από τα γιδοπρόβατα κι ό,τι άλλο είχε ο καθένας. Όλ’ αυτά τα λέγαμαν «πολύσπορα». Όταν ρίχναμαν τα πολύσπορα λέγαμαν πουσπουριστά (= ψιθυριστά) την ευχή: Όπως τρέχει το νερό, έτσι να τρέχει και το βιο. Νιβόμασταν (= πλενόμασταν) μ’ «άκριτο» νερό όλοι με την αράδα όξω στην πόρτα κι ύστερα ζ’μώναμαν μ’ αυτό τη βασιλόκ’λουρα κι ανοίγαμαν τα πέτ’ρα (= φύλλα πίττας) για την μπλετσόπιττα. Με τα πολύσπορα ταΐζαμαν τις κόττες το πουρνό (= πρωινό), για να γεννάνε πολλά αυγά» (αφήγηση Χαρίκλειας Δ. Μήτση, 78 ετών, Κρυονέρι Πωγωνίου). Η «μπλετσόπιττα» ή «κοφτόπιττα» (βασιλόπιττα) «Μπλετσόπιττα» λέγεται στο Πωγώνι η βασιλόπιττα, που κατασκευάζεται όπως η χωριάτικη πίττα. Καταχωρώ τη συνταγή της, όπως ακριβώς την κατέγραψα από τη θεία μου Ουρανία Σταύρου Μήτση, πριν από δεκαετίες, στο Κρυονέρι Πωγωνίου: «Βράζομε τον «κοφτό» (= πλιγούρι) από ώρα κι ανοίγομε με την πιττέβριγο τα «πέτ’ρα» (= φύλλα πίττας) που είναι ζυμωμένα με νερό κλεμμένο. Αλείφομε το τεψί με λάδι. Κάτω-κάτω στρώνομε τρία φύλλα ωμά κι ύστερα βάζομε τον κοφτό, το τερί, το βούτυρο και τ’ αυγά. Γυρίζομε τα φύλλα γύρα-γύρα από την πάνω μεργιά κι όσο φτάνουν. Από την αγμπάνω μεργιά η βασιλόπιττα μείσκει (= μένει) «μπλέτσα» (= γυμνή, ασκέπαστη). Γι’ αυτό τη λέμε και «μπλετσόπιττα». Όσοι θέλουν της βάζουν και φλορί. Μονάχα στη «βασιλόκ’λουρα» μπαίνει υποχρεωτικά το φλορί. Η «μπλετσόπιττα» ψήνεται στη γάστρα και στο φούρο. Άμα θέλομε να την ψήσομε στη γάστρα, πρώτα «καίμε» καλά τη γωνία. Κάθε νοικοκυρά ’τοιμάζει τρεις μπλετσόπιττες, μια μεγάλη για το σπίτι κι άλλες δυο μικρότερες για τον τζιομπάνο και τον αγελαδάρη» (αφήγηση Ουρανίας Σταύρου Μήτση, 68 ετών, Κρυονέρι). Το «πάντρεμα της φωτιάς» και το «κοφτανέτσι» Στο Κρυονέρι Πωγωνίου η νοικοκυρά, που γυρίζει από τη βρύση με τ’ άκριτο νερό, μπάζει στο σπίτι τούφες από χλωρά κέδρα, τα οποία αφθονούν στην περιοχή. Τα κέδρα τα κόβουν από την παραμονή και τ’ αφήνουν «όξω στην πόρτα». Ο «μπάμπας» (= παππούς) ή η «μάλε» (= γιαγιά) μαζεύει τη φαμπίλια γύρω από τη στιά στη γωνιά και ρίχνει τις τούφες από τα κέδρα στη φωτιά. Το κάψιμο των κέδρων είναι καθαρά ποιμενικό έθιμο, διαδεδομένο σ’ ολόκληρη την Ήπειρο με την ονομασία «πάντρεμα της φωτιάς». Παντού συμφύρεται με άλλα πανάρχαια πυρολατρικά έθιμα, τα οποία αποσκοπούν στη μαντεία. Καταγράφω το έθιμο τούτο, όπως τ’ άκουσα από τη μάνα μου: «Τη χαραή (= χαράματα) βγαίναμαν όξω στην πόρτα (= αυλή), παίραμαν τούφες από κέδρα, τα βάναμαν στη στιά και λέγαμαν: «Πριτςπριτς!». Τ’ αρνιά μας και τα κατσικούδια (= κατσικάκια) μας!… Όσα φύλλα και κλαργιά, τόσα γρόσια και φλοργιά! Όσο πιο πολύ πρατσιάλιζαν τα κέδρα, τόσο πιο μπερεκετιλίτικη (= εύφορη, προσοδοφόρα) θα πάαινε η χρονιά» (αφήγηση Χαρίκλειας Δημ. Μήτση, 78 ετών, Κρυονέρι Πωγωνίου).

Τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα – Οικογενειακά κάλαντα

Από τα γνωστά στο πανελλήνιο πρωτοχρονιάτικα κάλαντα «αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά» παραλείπεται, συνήθως, το πρώτο τετράστιχο και παραλλάσσονται αρκετοί άλλοι στίχοι, ανάλογα με τα βιώματα των Πωγωνησίων. Η μοίρα των Πωγωνησίων ήταν ανέκαθεν δεμένη με τ’ αναθεματισμένα τα ξένα. Γι’ αυτό σε μια παραλλαγή από τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα ο ΑϊΒασίλης έρχεται σαν «αμανατζής» (= παραγγελιοδόχος) και «πόστιαρης» (= ταχυδρόμος), που φέρει «καλούδια» (= δώρα) και χαμπέργια (= ειδήσεις) από τους ξενιτεμένους.

«Φέρνει στη μάννα βάλσαμο, στην κόρη δαχτυλίδι και στην καλή νοικοκυρά φουστάνι κεντισμένο…» «– Βασίλη πούθε-ν έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις; Κάτσε να φας, κάτσε να πιείς, κάτσε να ξαποστάσεις!… για κάτσε και μολόγα μας τι είδες ’κει στα ξένα…».

Το πέρασμα της «βοϊδοκουλούρας» στο κέρατο του βοδιού Τα χαράματα της Πρωτοχρονιά η νοικοκυρά κατεβαίνει στο κατώγι και κρεμάει μια μικρή κουλούρα, τη «βοϊδοκουλούρα», όπως λέγεται, στο κέρατο του βοδιού με το οποίο κάνουν χωράφι. Ας χαρούμε το πανάρχαιο γεωργικό έθιμο σε μια ολοζώντανη περιγραφή της μάνας μου στο πωγωνήσιο γλωσσικό ιδίωμα με έντονη δόση νοσταλγίας για τα περασμένα: «Τη χαραή τ’ Αϊ-Βασιληού κατήβαινα η καψερή, με τη χειρολάμπα στο κατώι να ρίξω ζαϊρέ στα ζώγα, που θα ’μεισκαν κλεισμένα μέσα. Έβγαζα από την ποδιά τη βοϊδοκ’λούρα και την επέραγα στο δεξί κέρατο του βογιού, που ζεύαμαν στο ζ’γό. Ο Κεργιάκης τινάζονταν κι η κ’λούρα έπεφτε στο σιάδι. Άμα έπεφτε δεξιά, θα πάαιναν καλά τα στάργια μας_ άμα έπεφτε ζερβιά, θα πάαιναν καλά τα καλαμπόκια…» (αφήγηση Χαρίκλειας Δημ. Μήτση, 78 ετών, Κρυονέρι Πωγωνίου).

Αγιασμός αμπελιών – Θυσίες στα πουλιά και τ’ αγρίμια

Μόλις «απολύκει» η εκκλησία, η πιο νέα του σπιτιού, κόρη ανύπαντρη ή παντρεμένη, ντυμένη στα γιορτινά ξεκινάει για τ’ αμπέλια μαζί με τις γειτονοπούλες της. Κουβαλάει μια μικρή κοφτόπιττα, το μαστραπά ή το μικρό μπαγκράτσι με το αγίασμα και τρεις σταυρούς για κάθε αμπέλι, πλεγμένους με «σάλιμα» (= άχυρο βρίζας). Όταν φτάνει στ’ αμπέλι, το ραντίζει μ’ αγιασμό και δένει σε τρία κλήματα (ένα στην κορφή, ένα στη μέση κι ένα στον πάτο τ’ αμπελιού) από έναν αχυρένιο σταυρό. Στα ίδια κλήματα αφήνει (σιμά στη ρίζα απ’ το κούρβουλο) από ένα φελί κοφτόπιττα ψιθυρίζοντας την παρακάτω ευχή-ξόρκι: «Καλό πουλάκι, χελιδονάκι φάε την πίττα για να χορτάσεις και μην πειράζεις το σταφυλάκι καλό πουλάκι, πριν ωριμάσει». Στο Δελβινάκι οι νέες που ραντίζουν και σταυρώνουν τ’ αμπέλια την Πρωτοχρονιά, εκτός από κοφτόπιττες αφήνουν στα κλήματα και κουλούρες. Κι όταν γυρίζουν απ’ τ’ αμπέλια, μοιράζουν βασιλόπιττες στους φτωχούς.

Το άναμμα του τζακιού Στο Κρυονέρι Πωγωνίου όλες οι νοικοκυρές τα χαράματα της Πρωτοχρονιάς ανάβουν το τζάκι του σπιτιού τους με μια τούφα από κέδρο ή μ’ ένα «τόπι» (= δεμάτι) ξερό κλαρί από την «κλαδαργιά». Το τζάκι τ’ ανάβουν για «να φύγουν οι καλλικαντζαραίοι και να γένει το μπερεκέτι», δηλαδή να απαλλαγούν από κακούς δαίμονες και να είναι πλούσια η σοδειά του νέου χρόνου. Τα τζάκια ανάβουν σ’ όλα τα σπίτια την ίδια, σχεδόν, ώρα. Το ομαδικό τους άναμμα προσδίδει σ’ ολόκληρο το χωριό φαντασμαγορική όψη. Το σπάσιμο του ροδιού («όξω τα κακά!») Το πρωινό της Πρωτοχρονιάς οι νοικοκυρές σπάζουν ένα «ρόιδο» στο πλατύσκαλο, «για να ’ναι τ’ αμπάργια γιομάτα γέννημα τον καινούργιο χρόνο». Αν δεν έχουν «ρόιδο» σπάζουν ένα γυαλικό, κοιτάζοντας πάντοτε προς την ανατολή και λέγοντας το παρακάτω ξόρκι: «Όξω τα κακά! Μέσα τα καλά! Όξω τα κακά! Στα όρη, στα βουνά!…» (σύμφωνα με αφήγηση της Χαρίκλειας Δ. Μήτση, 78 ετών, Κρυονέρι Πωγωνίου). Το ποδαρικό και η «κατσιούλα» Την Πρωτοχρονιά δίνουν μεγάλη σημασία στο ποδαρικό, δηλαδή στον άνθρωπο που θα πρωτοαντικρίσουν το πρωί, όταν ξυπνήσουν (εξαιρούνται τα πρόσωπα του σπιτιού), στον άνθρωπο που θα πρωτοπατήσει στο σπίτι ή στον άνθρωπο που θα πρωτοσυναντήσουν βγαίνοντας έξω στο δρόμο. Αν δούνε άνθρωπο γερό και καλό θα πάει καλά η χρονιά τους. Αντίθετα, αν δούνε κανέναν αχαΐρευτο ή «μαραζιάρη» (= αρρωστιάρη), θα πάει άσχημα η χρονιά. Αποφεύγουν τη συνάντηση με άρρωστους ή μίζερους ανθρώπους, με «σαββατό’εννους» (= σαββατογεννημένους) που έχουν κακό αστρικό και βάσκανο μάτι. Φροντίζουν να ιδούν τον άνθρωπο εκείνο που έχει στο χωριό καλή μαρτυρία και ικανότητα, «νοικοκύρη καλό», όπως λένε. Συνήθως καλούν στα σπίτια τους μικρά παιδιά συγγενών, για να τους κάνουν καλό ποδαρικό. Τα παιδάκια μπαίνουν καλοντυμένα, καλημερίζουν και εύχονται «Καλή Χρονιά και Χρόνια Πολλά». Φιλούν το χέρι των ηλικιωμένων κι εκείνοι τα ανταμείβουν με «μπαντούσια», «καλούδια» (= δώρα) και «παράδες». Το ποδαρικό το κάνει πάντοτε μικρό παιδί, που ζουν οι γονείς του. Το κόψιμο της βασιλόπιττας Το επίσημο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι στο Πωγώνι στρώνεται το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς κι όχι τα μεσάνυχτα, όταν αλλάζει ο χρόνος. Το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς όλη η φαμπίλια (= φαμίλια) κάθεται στα σκαμνιά, γύρω από το «σουφρά». Μόλις έρχεται η στιγμή για το κόψιμο της βασιλόπιττας σηκώνονται όλοι όρθιοι. Ο αρχηγός του σπιτιού στριφογυρίζει, δυο-τρεις φορές το ταψί και σταυρώνει την «μπλετσόπιττα» με το μαχαίρι του, λέγοντας: «Στ’ όνομα του Θεού!… Χρόνια πολλά και καλά!… Καλή Χρονιά!…» Οι παριστάμενοι αποκρίνονται εν χορώ: «Σπολλάτη!…. Και του χρόνου με υγεία!…. Καλή Χρονιά!». Όλοι τους σταυροκοπιούνται και ξανακάθονται στις θέσεις τους. Ο νοικοκύρης αρχίζει να κόβει τα φελιά (= κομμάτια) ονοματίζοντας έναν-έναν τους ανθρώπους του σπιτιού. Το πρώτο φελί είναι για το ’κόνισμα (= εικόνισμα) και το δεύτερο για το σπίτι. Ονοματίζονται «κατά μεγαλιά» ο «μπάμπας», η «μάλε» ή «Μάννα Μεγάλη», ο πατέρας, η μάνα, τ’ αδέρφια και οι αδερφές, κατά σειρά ηλικίας.

  • Βιβλιογραφία Γαζής Γ.: Κώδιξ της Βιογραφίας – Α΄ Περί Δελβινακίου, εκδ. ΕΗΜ, Ιωάννινα 1971. Γιάνναρης Χριστόφορος: Πολύτσανη Πωγωνίου, τόμος Β΄ (Λαογραφικά), εκδ. «ΕΝΝΟΙΑ», Αθήνα 1998. Καρράς Βασίλειος: Θύμησες απ’ το Πωγώνι, εκδ. «ΔΩΔΩΝΗ», Αθήνα 1983. Λέκκας Αθανάσιος:Πολύτσανη, Αθήνα 1984. Λώλης Νικόλαος: Το Δωδεκαήμερο στην Ήπειρο, Αθήνα 1960. Μαμμόπουλος Αλέξανδρος:Ήπειρος, τόμος Α΄, Αθήνα 1961. Πρεσβ. Μάτσιας Χρήστος: Πωγώνι – Δερόπολη, εκδ. «ΔΩΔΩΝΗ», Αθήνα – Γιάννινα, 1985. Μήτσης Βασίλειος: «Το Δωδεκαήμερο στο Πωγώνι και στη Δερόπολη», Ηπειρωτική Εστία, τεύχος Ιανουαρ.-Δεκεμβρ. 1991 και Απριλίου-Ιουνίου 1992. Νοτίδου-Δρίτσου Αγαθή: Ήθη και έθιμα παλαιοτέρων εποχών στα χωριά Πωγωνίου, Αθήνα 1973. Οικονομίδης Δ. Β.: Από την Βορειοηπειρωτικήν Λαογραφίαν, Επετηρίς Ακαδημίας Αθηνών-Κέντρου Ερεύνης Λαογραφίας, τόμος ΚΕ΄ (1977-1980). Παπανικολάου Κων/νος: Η Λάκκα Πωγωνίου και το Ψηλόκαστρο Ιωαννίνων, εκδ. «ΔΩΔΩΝΗ», Αθήνα – Γιάννινα 2004. Πατσέλης Νικόλαος: Το Δελβινάκιον της Ηπείρου, εκδ. Βασιλείου, Αθήνα 1948. Στούπης Σπύρος:Πωγωνησιακά και Βησσανιώτικα, τόμος Α΄ και Β΄, επανέκδοση εκδόσεων «ΔΩΔΩΝΗ», Αθήνα 2003.

του Βασιλειου Δ. Μητση

 

Η βιογραφία του Κ. Μήτση

Social life με την Τίνα