Ελλάδα

Πολιτική

Οικονομία

Επιχειρήσεις

Εκκλησία

Υγεία

Αυτοκίνητο

Το άρθρο της ημέρας

Άρθρογραφία

Συνεντεύξεις

Social Life με την Τίνα

Θανάσης Πολυκανδριώτης: «Με αγάπη οι νέοι ρουφούν τη µουσική»

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 27 Δεκεμβρίου του 1948, και ο πατέρας του ήταν γνωστός μουσικός της εποχής. Έχει γράψει άπειρες συνθέσεις, έχει βραβευθεί, έχει εμφανιστεί σε φημισμένα θέατρα , «Albert Hall», «Carnegie Hall», «Kennedy Center», «Ηρώδειο κ.λπ. με τους σπουδαιότερους Έλληνες και ξένους καλλιτέχνες και στις μεγαλύτερες ορχήστρες της ηπείρου εισήγαγε το μπουζούκι, ενώ στους Ολυμπιακούς της Αθήνας έπαιξε με 47 μπουζούκια. Δίδαξε Μουσική Δεξιότητα και Μουσικά Σύνολα στα ΤΕΙ Ηπείρου Άρτας στο Τμήμα Λαϊκής & Παραδοσιακής Μουσικής της Σχολής Μουσικής Τεχνολογίας, ενώ από το 2005-2008 ήταν ειδικός επιστήμονας στη βαθμίδα του λέκτορα στο Πανεπιστήμιο Δ. Μακεδονίας στη Φλώρινα. Έχει γράψει βιβλία για το μπουζούκι, και έχει διαγράψει μια λαμπρή πορεία με διεθνή ακτινοβολία. Έχουμε την τιμή να φιλοξενούμε τον βιρτουόζο του μπουζουκιού και δάσκαλο Θανάση Πολυκανδριώτη.

Κύριε Πολυκανδριώτη, τι να πρωτοπορήσω σε έναν «κολοσσό» δάσκαλο της Μουσικής σαν εσάς… Ας αρχίσουμε με το πώς και πότε ήρθατε για πρώτη φορά σε επαφή με τη Μουσική; «Θα έλεγα ότι ήταν “καρμικό”, αφού κατάγομαι από μουσική οικογένεια και από την κοιλιά της μάνας μου άκουγα τις πενιές του πατέρα μου Θόδωρου, ο οποίος πήρε το σκουπόξυλο της μάνας του, έβαλε πάνω σύρμα για χορδές και το έκανε μπουζούκι. Οπότε, θέλοντας και μη, όταν… βγήκα ήμουν έτοιμος».

Είστε και αυτοδίδακτος. Ξεκινήσατε με κιθάρα, πώς καταλήξατε στο μπουζούκι; «Στα επτά μου πήρα τα πρώτα μαθήματα στην κιθάρα από το θείο μου Μιχάλη Πολυκανδριώτη. Αλλά πώς να μη γινόμουν μπουζουκίστας όταν μέσα στη παιδική καθημερινότητά μου άκουγα τους μεγάλους φίλους του Θόδωρου, από τον Μπέμπη (Δημήτρης Στεργίου), τον Γαβαλά & τον Αγγελόπουλο, μέχρι τον Μπιθικώτση, και τόσους άλλους… Το ‘63 πήρα το πρώτο μου μπουζούκι στα χέρια μου, και από τότε κόλλησα μαζί του. Βέβαια, στα 55 μου πήγα στο Ωδείο και πήρα πτυχίο Ειδικό Αρμονίας με άριστα παμψηφεί».

Ο πατέρας σας, ως έμπειρος, τι συμβουλή σάς έδωσε που την ακολουθείτε έως σήμερα; «Μου είπε σοβαρά και καθαρά να μη μασάω από δυσκολίες και να σέβομαι τους μεγάλους. Εγώ, βέβαια, τους σεβόμουνα όλους, και τους μικρούς. Και αυτό μεταλαμπαδεύω και στα μαθητούδια μου. Σαν άνθρωπος όμως, με συμβούλεψε την αξιοπρέπεια, και το έκανα, γιατί και αυτός ήταν έτσι. Εγώ τον φώναζα μπαμπά, γιατί έτσι ξεχώριζα τον καλλιτέχνη από τον δάσκαλο. Για μένα ήταν και θα είναι ο μπαμπάς μου».

Οι πιο έντονες αναμνήσεις σας απ’ όταν άρχισε αυτό το μαγικό ταξίδι; «1972 με φώναξε ο Μάνος Χατζιδάκις και ηχογραφήσαμε το “Σκληρός Απρίλης του ‘45” ένα μοναδικό έργο με ρεμπέτικα ορχηστρικά. Εκεί άκουσα και ξεχώρισα τον ήχο μου, που στη συνέχεια ήταν η σφραγίδα μου για μια ζωή. «Με αγάπη οι νέοι ρουφούν τη µουσική» Θανάσης Πολυκανδριώτης Και μετά από χρόνια, ήταν έντονα τα συναισθήματα όταν άκουσα ένα από τα τραγούδια μου στο δίσκο μου “Ατέλειωτο ταξίδι” με τον Βοσκόπουλο, που ακούγεται παντού μέχρι σήμερα».

Η στιγμή που απογείωσε την καριέρα σας; «Το 1996, στο Ηρώδειο, με τη συμφωνική της Όπερας της Βουδαπέστης με το έργο μου “Κονσέρτο για μπουζούκι και ορχήστρα Νο 1” και τους 11 από τους 21 λαϊκούς χορούς του J. Brahms. Αλλά μπορώ να… απογειωθώ ακούγοντας κι ένα τραγούδι ή μια μουσική μου που δεν έχει ακουστεί στο κοινό, δηλαδή κάτι φρέσκο και άγουρο, αλλά αυθεντικό»

Ποια τα συναισθήματα ενός τόσο επιτυχημένου καλλιτέχνη όταν βρίσκεται στην κορυφή; «Εκείνο το μοναδικό βράδυ των Ολυμπιακών στην Αθήνα, τα συναισθήματα περισσεύουν γιατί μας έβλεπαν σε όλη τη Γη, παντού. Ένιωθα μια βαθιά συγκίνηση και συνάμα ένα αίσθημα ευθύνης».

Όλοι γνωρίζουμε τους θριάμβους σας, και είμαστε υπερήφανοι. Όμως, επιτελείτε και ένα άλλο σπουδαίο έργο. Γράψατε βιβλία για την εκμάθηση του μπουζουκιού, διοργανώσατε ημερίδες, κατορθώσατε να διδάσκεται το μπουζούκι στο Ωδείο Αθηνών και στο Ωδείο του Κολεγίου Αθηνών και με κατοχύρωση πτυχίου, φροντίζετε να ενταχθεί το μπουζούκι στην άυλη πολιτιστική κληρονομιά της Unesco. Ιδρύσατε και τη Σχολή Λαϊκής Μουσικής Παράδοσης… Μιλήστε μας, λοιπόν, για το διδακτικό σας έργο… «Ναι… το ‘93 ξεκίνησε αυτό το ταξίδι, και όπως λένε, τρώγοντας έρχεται η όρεξη. Ανακάλυψα ότι υπάρχει μεγάλο κενό στην εκπαίδευση των λαϊκών οργάνων και του μπουζουκιού που πρεσβεύω, τόσο σε ωδεία όσο και στα ανωτέρα ιδρύματα, και αποφάσισα να… σηκώσω μανίκια. Όπου και να δίδαξα, τα νέα παιδιά έρχονται με αγάπη και χαρά να μάθουν, να ρουφήξουν τη μουσική, και αυτό είναι πραγματικά τέλειο, γιατί όταν καταφέρουν να παίξουν έστω κι ένα τραγούδι τα βλέπεις ότι χαμογελούν γεμάτα ευτυχία, σα να τους χάρισαν το καλύτερο παιχνίδι . Είμαι περήφανος όταν οι νέοι αγοράζουν τα βιβλία μου. Πρόσφατα, ένας τζαζ πιανίστας και καθηγητής Μουσικής, αγόρασε το βιβλίο μου “Λαϊκή Αρμονία” για να “μπει” στους λαϊκούς δρόμους»

Ο άνθρωπος ή μια ανώτερη δύναμη καθορίζει την πορεία μας; «Ο άνθρωπος, αλλά όχι μόνος του. Για το καλό αλλά και για το κακό ζητάμε τη βοήθεια κάποιου. Άρα, υπάρχει ανώτερη δύναμη, που αν πιστεύουμε σε αυτή, τότε πάνε καλά όλα».

Τι θα μας παρουσιάσετε προσεχώς; «Στις 10 Ιουνίου, στις 18.30, στο Ωδείο Αθηνών, έχουμε τη συναυλία υποτροφιών και εξετάσεων του τμήματος Λαϊκής Μουσικής Παράδοσης. Εκτός των σπουδαστών, συμμετέχουν οι Γιώργος Μαργαρίτης, Γιάννης Σαββιδάκης, Βίκυ Καραντζόγλου, Χριστιάνα Γαλιάτσου και Άρης Καμπανός. Στις 13/6, στην Κύπρο, έχω συναυλία για νέους μουσικούς και τραγουδιστές στη Λεμεσό, και εν τω μεταξύ, ετοιμάζω το 5ο μου βιβλίο “Οι ασθένειες του μπουζουκιού”… και πολλά άλλα, που θα μάθετε σύντομα».

Τι συμβουλεύετε τους νέους που θέλουν να ακολουθήσουν το δρόμο σας; «Να ασχοληθούν με τα ελληνικά λαϊκά όργανα, που είναι 27 παρακαλώ, μόνο αν υπάρχει αγάπη. Να δοκιμάσουν διάφορα όργανα μέχρι να καταλήξουν σε αυτό που πραγματικά τους αρέσει, να το βάλουν στην ψυχή τους και να γίνουν αυτοκόλλητοι με αυτό».

Η βιογραφία του Κ. Μήτση

Social life με την Τίνα