Ελλάδα

Πολιτική

Οικονομία

Επιχειρήσεις

Εκκλησία

Υγεία

Αυτοκίνητο

Το άρθρο της ημέρας

Άρθρογραφία

Συνεντεύξεις

Social Life με την Τίνα

Καμένες ζωές μέσα στις στάχτες

 

Oι τραγικοί θάνατοι και οι ανείπωτες καταστροφές θα στοιχειώνουν για χρόνια το πολύπαθο Μάτι, το Νέο Βουτζά και τη Ραφήνα. Η ζωή δεν είναι και δεν θα είναι ποτέ η ίδια. Στις πληγείσες περιοχές, όπου και να κοιτάξει κάποιος βλέπει ερείπια και αμέτρητες καμένες εκτάσεις. Λίγα είναι τα σπίτια που ως εκ θαύματος σώθηκαν. Όλοι οι ντόπιοι, επίσης ξέρουν και κάποιον που είτε έχασε τη ζωή του είτε τραυματίστηκε. Ήδη έχουν στραφεί δικαστικά οι συγγενείς ορισμένων από τους αδικοχαμένους ανθρώπους, ενώ σχεδόν όλοι οι άλλοι ετοιμάζουν και αυτοί παρόμοιες μηνύσεις και αγωγές. Κάτοικοι που έχουν υποστεί ολική καταστροφή και δεν έχουν άλλη οικία φιλοξενούνται σε συγγενείς, φίλους ή σε ξενοδοχεία, οι ιδιοκτήτες των οποίων προσφέρθηκαν αφιλοκερδώς. Άλλοι που δεν έχουν υποστεί ολική καταστροφή μένουν μέσα στα ημικατεστραμμένα κτίρια, αλλά σε πολλές περιπτώσεις δεν έχουν ρεύμα ή και νερό. Αρκετούς από αυτούς εντόπισε η «ΒτΚ» που έκανε ένα οδοιπορικό στις πληγείσες περιοχές.

«Σκοτώθηκε ο πατέρας μου και άλλοι τρεις στο ίδιο τετράγωνο»

Συγκλονίζει ο Νίκος Τσαρμπός, που έχασε τον 67χρονο πατέρα του λίγα μέτρα από την κύρια κατοικία τους, στην οδό Ισμήνης στο Νέο Βουτζά. Όπως είπε, μόνο στο τετράγωνο γύρω από το σπίτι τους βρέθηκαν άλλοι 3 νεκροί, ενώ ακόμη 3 άτομα χαροπαλεύουν με εγκαύματα από 70% έως 90%. Γείτονές του μάλιστα είναι οι 3 συγγενείς των αδικοχαμένων Βασίλη Κατσαργύρη και Μαρία Παγωμένου-Παπανικολάου, που υπέβαλαν την πρώτη μήνυση για το θάνατο των δικών τους προσώπων εξαιτίας παραλείψεων κ.λπ. «Εννοείται ότι θα κάνω κι εγώ μήνυση κατά παντός υπευθύνου για το θάνατο του πατέρα μου και αγωγή για ψυχική οδύνη», λέει ο κ. Τσαρμπός, τον οποίο βρήκαμε να καθαρίζει τα μπάζα έξω από το σπίτι του. «Στο σπίτι εκείνη την ώρα βρίσκονταν ο πατέρας μου, η μητέρα μου, η αδερφή μου, και ο παππούς μου. Εγώ ερχόμουν από τη δουλειά, τη Δευτέρα γύρω στις 17.00. Δεν είχα καταλάβει καν ότι υπάρχει εδώ φωτιά, καθώς ήξερα ότι είχε μόνο στην Κινέττα. Βλέποντας τους καπνούς φώναξα να φύγουμε, έβαλα τον παππού μου και τη μητέρα μου στο αμάξι μου, ο πατέρας μου με το σκύλο μπήκαν στο δικό του αυτοκίνητο ,και φύγαμε από εδώ νομίζοντας ότι από τη δεύτερη έξοδο του Βουτζά θα σωθούμε. Ο πατέρας μου με ακολουθούσε, αλλά κάποια στιγμή τον έχασα. Τον έψαχνα στα σημεία συγκέντρωσης, στα νοσοκομεία, παντού, και δεν τον έβρισκα, καθώς μας έλεγαν ότι δεν υπήρχε εδώ νεκρός και έμαθα ότι σκοτώθηκε πολλές ώρες αργότερα. Το θέμα είναι ότι δεν ειδοποίησε κανείς για φωτιά. Ούτε καμπάνα χτύπησε ούτε περιπολικό πέρασε, παλιότερα σε άλλες φωτιές πέρναγε κάποιος και ειδοποιούσε».

«Μου ζητούσαν πυροσβεστήρες οι πυροσβέστες»

Η κ. Στυλιανή Παπαχαραλάμπους, που διέμενε μόνιμα στην οδό Μακρυγιάννη στο Νέο Βουτζά, ακόμη δεν μπορεί να πιστέψει το κακό που τη βρήκε. Η διώροφη οικία της έγινε στάχτη και την έβλεπε να καίγεται από το δρόμο. Ειδικά ο δεύτερος όροφος, όπου ήταν όλα τα υπάρχοντά της, έχει υποστεί ολοκληρωτική καταστροφή, ακόμη δεν έχει ρεύμα, και έτσι βρίσκεται στην αυλή τη μέρα και τα βράδια διανυχτερεύει σε μία γειτόνισσα.
«Προσπάθησαν τα παιδιά μου να βρουν ιδιώτες να έρθουν να σβήσουν τη φωτιά, γιατί Πυροσβεστική δεν υπήρχε. Τελικά, ήρθαν δύο-τρεις πυροσβέστες και μας ζητούσαν πυροσβεστήρες. Από το δρόμο παρακολουθούσα να καίγεται το σπίτι μου», δηλώνει η κ. Παπαχαραλάμπους, λέγοντας ότι όλες αυτές τις ημέρες δεν επικοινώνησε μαζί της κανένας από το δήμο ή την Περιφέρεια. Περιπολικό πέρασε για πρώτη φορά το βράδυ της περασμένης Τρίτης, ενώ μόλις την Τετάρτη άρχισαν κάποιες εργασίες αποκατάστασης των πυλώνων της ΔΕΗ. «Αυτούς που θέλω να ευχαριστήσω από τα βάθη της καρδιάς μου είναι οι εθελοντές, οι οποίοι μου έφερναν και μου φέρνουν νερό να πιω, φαγητό να φάω και ρούχα να ντυθώ, καθώς δεν μου έμεινε τίποτα. Από όλες τις άλλες κρατικές υπηρεσίες έχω πλήρη απογοήτευση», δηλώνει η κ. Παπαχαραλάμπους.

«Μένω στο σπίτι μου χωρίς ρεύμα και τζάμια»

Σε ένα σπίτι μισοκαμμένο, χωρίς τζάμια και χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα μένει η κ. Δήμητρα Παπαθανασίου, στην οδό Ηρώων 1821 στη Ραφήνα. Αυτή και η κόρη της που αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας. «Ενώ πλησίαζε η φωτιά ήρθαν τα άλλα παιδιά μου και με πήραν. Μας έβαλαν άρον-άρον στο αυτοκίνητο και φύγαμε από το σπίτι μένοντας με την εντύπωση ότι δεν θα το ξαναδούμε. Οι ζημιές που έπαθα εγώ ήταν σχετικά μικρές. Μου έσπασαν όλα τα τζάμια, έπεσαν τα κεραμίδια και κάηκαν κάποιες αποθήκες. Αλλά είμαι τυχερή που ζω και εγώ και η κόρη μου. Από την εκκλησία, την Ανάληψη, ο παπα-Νικόλας, ένας εξαίρετος παππούλης, μας φέρνει κάθε ημέρα φαγητό», λέει η κ. Παπαθανασίου, η οποία έμεινε έκπληκτη όταν έμαθε από εμάς ότι ορισμένοι κυβερνώντες αποδίδουν την καταστροφή εν μέρει στις αυθαιρεσίες. «Εγώ ρεύμα δεν έχω, δεν βλέπω τηλεόραση και δεν ξέρω τι λένε. Το σπίτι μου κατασκευάστηκε το 1970, είχαμε άδεια από λυόμενο, αλλά μετά πληρώνουμε κανονικά φόρους. Είναι ντροπή τους αν λένε κάτι τέτοιο», τόνισε.

«Τι να το κάνω το ρεύμα όταν δεν έχω σπίτι;»

Μέσα στο αυτοκίνητό τους, μπροστά από την ισοπεδωμένη οικία τους στην Αγία Βαρβάρα Ραφήνας, διανυκτέρευαν μέχρι την περασμένη Τετάρτη η κ. Δήμητρα Παγανοπούλου μαζί με τον άντρα της. Είχαν προθυμοποιηθεί κάποιοι φίλοι να τους φιλοξενήσουν, αλλά για ψυχολογικούς, κυρίως, λόγους δεν μπορούσαν, όπως λέει, να εγκαταλείψουν το κατεστραμμένο οίκημα, στον κήπο του οποίου μένουν κάθε ημέρα. «Εδώ μέναμε μόνιμα πέντε άτομα. Εγώ, ο άντρας μου, η κόρη μου, και ο γιος μου με την αρραβωνιαστικιά του. Ξαφνικά, μας περικύκλωσε η φωτιά και αναγκαστικά πηδάγαμε από μάντρα σε μάντρα για να μπορέσουμε να βγούμε σε μέρος που έχουμε ασφάλεια. Εγώ προπορεύτηκα, από πίσω άκουγα τις φωνές του άντρα μου και του γιου μου, χωρίς να τους βλέπω. Αν δεν γνωρίζαμε εδώ τους δρόμους μέσα στο δάσος, θα πηγαίναμε κι εμείς όπως αυτοί στο Μάτι», λέει η κ. Παγανοπούλου. «Ρεύμα δεν έχουμε, αλλά τι να το κάνουμε όταν δεν έχουμε σπίτι;», απαντά στη σχετική ερώτηση, ενώ στην αναφορά ότι ορισμένοι κυβερνητικοί παράγοντες ρίχνουν το φταίξιμο στα αυθαίρετα, δηλώνει: «Τον κακό τους τον καιρό να τους πείτε, για να μην πω κάποια άλλη βαρύτερη κουβέντα. Και αν έχουν το σθένος να έρθουν εδώ, στα ερείπια του σπιτιού μου, να μας το πούνε. Το σπίτι μου το έχω δηλώσει και το έχω νομιμοποιήσει κανονικά με τους νόμους τους και πληρώνω στην Εφορία ό,τι προβλέπεται. Πριν 2 χρόνια, άλλωστε, το έκανα μεταβίβαση στο όνομα του γιου μου με συμβόλαια. Αν ήταν αυθαίρετο θα μπορούσα να το κάνω;». Και αυτή πίνει νερό στο όνομα του πατέρα Νίκου από τον Ι.Ν. της Αναλήψεως… «Τις πρώτες ημέρες ήρθαν οι τεχνικοί του υπουργείου και η Πυροσβεστική και έκαναν καταγραφή, αλλά από εκεί και πέρα ο μόνος που ενδιαφέρεται είναι ο πάτερ Νικόλαος. Εγώ δεν πάω στην Εκκλησία και δεν πιστεύω, αλλά σας λέω με το χέρι στην καρδιά, αυτός ο άνθρωπος κάνει εκπληκτικό έργο».

«Πέντε από τους νεκρούς ήταν άποροι»

Τον πόνο και τις ανάγκες εκατοντάδων πυρόπληκτων εξυπηρετεί κάθε ημέρα ο πατέρας Νικόλαος από τον Ιερό Ναό της Αναλήψεως στη Ραφήνα. «Μαζεύουμε ρούχα, φάρμακα, τρόφιμα, δώσαμε όπου μπορούσαμε σπίτια σε ανθρώπους, τώρα κάνουμε μία καταγραφή για να δώσουμε και μία οικονομική βοήθεια πρώτη σε όσους έχουν μεγάλη ανάγκη, κυρίως σε όσους έχουν πρώτη κατοικία και έχουν πάθει μεγάλη ζημιά. Προσφέρουμε, επίσης, ηθική στήριξη, καθώς οι περισσότεροι είναι στα όρια της απελπισίας», λέει ο ιερέας. «Μόνο στη δική μας ενορία έχουμε 8 νεκρούς. Οι πέντε ήταν άποροι και έρχονταν από πριν στα συσσίτια της εκκλησίας καθημερινά. Ένας νεκρός ήταν παραπληγικός και η σύζυγός του νοσηλεύεται σε πολύ άσχημη κατάσταση με καθολικά εγκαύματα στο Θριάσιο, ενώ το παιδάκι τους το ανήλικο φιλοξενείται σε κάποιους συγγενείς στον Πειραιά», αποκαλύπτει, και εξηγεί ότι τα κατεστραμμένα σπίτια στην ενορία, που εκτείνεται από την Καλλιτεχνούπολη μέχρι το Λύρειο Ίδρυμα και το Κόκκινο Λιμανάκι, είναι περίπου 1.000, τα 500 ολοκληρωτικά.

«Σωθήκαμε γιατί δεν υπακούσαμε στις οδηγίες της Αστυνομίας»

Πεπεισμένη ότι γλίτωσε τη ζωή της γιατί δεν υπάκουσε στις εντολές της Αστυνομίας και της Πυροσβεστικής είναι η Γερμανίδα Γκάμπι Σαπκόφσκι, που μαζί με το σύζυγό της και την πεθερά της μένει στην οδό Νικηταρά στο Μάτι, δέκα μήνες το χρόνο. «Ο αέρας ήταν δυτικός, άρα δεν έπρεπε να στέλνουν τον κόσμο προς την παραλία, γιατί εκεί κατευθυνόταν η φωτιά. Εμείς φύγαμε με τη φωτιά στα παπούτσια και πήγαμε οδικώς προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή την οποία μας οδηγούσε η Αστυνομία. Πηγαίναμε για Νέα Μάκρη, αλλά μας έστελναν προς το Μάτι και τη Ραφήνα. Εμείς επειδή ξέραμε την περιοχή πήγαμε από άλλους δρόμους στη Νέα Μάκρη, και έτσι γλιτώσαμε. Οι εντολές ήταν, δυστυχώς, πάρα πολύ λάθος», λέει η κ. Σαπκόφσκι, την οποία βρήκαμε να κόβει καμμένα κλαριά από τον κήπο της. «Εμείς δεν υποστήκαμε κάποια μεγάλη καταστροφή, ενώ άλλα σπίτια στον ίδιο δρόμο κάηκαν ολοσχερώς. Η φωτιά πήγαινε σαν το φίδι. Ήμασταν εντελώς αβοήθητοι. Δεν ακούσαμε ούτε σειρήνες ούτε τίποτα. Εμείς ειδοποιούσαμε τους άλλους κατοίκους με κόρνες και φωνές».

«Ήμουν μόνη και αβοήθητη»

«Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα», ήταν η απάντηση της Πυροσβεστικής στις εκκλήσεις της κ. Στέλλας Πετρίδου που έμενε στην οδό Στεφάνου στο Μάτι, και είναι μία από τους εκατοντάδες που αυτή τη στιγμή έχει χάσει τα πάντα. «Το σπίτι μου καταστράφηκε ολοσχερώς. Φιλοξενούμαι στο σπίτι ενός φίλου. Η φωτιά μάς βρήκε στον ύπνο. Κανείς δεν μας ειδοποίησε. Καλούσαμε την Πυροσβεστική και μας έλεγαν “δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα”. Η Αστυνομία μάς έστειλε στην παραλία στο Μάτι, και μετά με σκάφη μάς πήγανε στο δημαρχείο της Ραφήνας όπου διανυχτερεύσαμε. Εγώ ευτυχώς σώθηκα, αλλά καήκανε 6 σκυλιά μου, που δεν μπόρεσα να τα σώσω. Ξέρω αρκετούς από όσους κάηκαν. Το κακό έγινε γιατί η φωτιά πέρασε από τη Μαραθώνος. Δεν έπρεπε να τους φύγει. Το σπίτι μου, το αυτοκίνητό μου, τα χαρτιά μου, τα ρούχα μου, τα έχασα όλα. Έχω κάνει αίτηση ενιαία, για το οικονομικό βοήθημα, ατομικά έγγραφα, αποκατάσταση ζημιών, αλλά δεν έχω πρόσθετη ενημέρωση. Έχω αφήσει το τηλέφωνό μου και περιμένω να με ειδοποιήσουν. Δεν το έχω πάντα, όμως, μαζί μου γιατί το φορτίζω αναγκαστικά από εδώ και από εκεί».

Έβλεπε στην τηλεόραση τη φωτιά στην Κινέττα, ώσπου κάηκε το σπίτι της από άλλη φωτιά

Η 85χρονη Ασημίνα Ψαλτήρα βρισκόταν σε ένα από τα εκατοντάδες σπίτια που κάηκαν ολοσχερώς στο Μάτι. Το δικό της ήταν στην οδό Ποσειδώνος. Το απόγευμα της Δευτέρας έβλεπε στην τηλεόραση τη φωτιά στην Κινέττα και σκεφτόταν τι περνούν εκεί οι άνθρωποι, ώσπου ξαφνικά έπεσε το ρεύμα. Βγαίνοντας στον κήπο είδε την πύρινη λαίλαπα, από τη φωτιά της Πεντέλης, να βρίσκεται στην αυλή του σπιτιού της. Κανείς δεν είχε ειδοποιήσει την ίδια, τα δύο εγγόνια της, έναν από τους γιους της και τη γυναίκα του που ήταν μαζί της. Προσπάθησαν να μπουν σε ένα αυτοκίνητο για να φύγουν και να σωθούν, αλλά οι φλόγες έρχονταν κατά πάνω τους. Έτσι το παράτησαν και έφυγαν μένοντας στην παραλία μέχρι τα μεσάνυχτα, οπότε τους παρέλαβαν τα σκάφη του Λιμενικού. Μόνο στο τετράγωνο, σύμφωνα με έναν από τους γιους της, τον δικηγόρο Γρηγόρη Ψαλτήρα, υπήρξαν 4 νεκροί, ενώ, όπως είπε στη «ΒτΚ», μία ακόμη από τους νεκρούς ήταν φίλη – φιλοξενούμενη του αδερφού του, η οποία βρέθηκε απανθρακωμένη σε αυτοκίνητο.

«Δεν έχω ούτε φωτογραφία του πατέρα μου»

Στάχτη έγινε σε λίγη ώρα το σπίτι του κ. Θεόδωρου Ζούζουλα στη διασταύρωση Στεφάνου και Μαραθώνος στο Μάτι. Ήταν η μοναδική κατοικία του στην οποία διέμενε μαζί με τη σύζυγό του. Εκείνη τη στιγμή βρισκόταν με έναν φίλο του στο σαλόνι, και αιφνιδιασμένοι και οι δύο τα παράτησαν όλα και άρχισαν να τρέχουν προς τη θάλασσα. Φτάνοντας την επόμενη μέρα στο καμμένο σπίτι του δεν πίστευε στα μάτια του. Ήταν όλα… σκόνη, και το μόνο που βρήκε μέσα στα χαλάσματα ήταν κάποια μισοκαμμένα φλυτζάνια του καφέ, τα οποία και μας έδειξε. «Δεν έχω ούτε φωτογραφία του πατέρα μου», μας είπε με δάκρυα στα μάτια, περιμένοντας τον τεχνικό έλεγχο στην περίπτωση που του δοθεί κάποια αποζημίωση και μπορέσει να ξαναστήσει τους πεσμένους τοίχους για να μπει μέσα και να ζήσει. Το σπίτι του ήταν από τα πρώτα που έζωσαν οι μανιασμένες φλόγες περνώντας από τη Λ. Μαραθώνος.

Η βιογραφία του Κ. Μήτση