Ελλάδα

Πολιτική

Οικονομία

Επιχειρήσεις

Εκκλησία

Υγεία

Αυτοκίνητο

Το άρθρο της ημέρας

Άρθρογραφία

Συνεντεύξεις

Social Life με την Τίνα

Πάσχα στο μαγευτικό Πωγώνι

Τα πωγωνήσια έθιμα του Σαββάτου του Λαζάρου και της Μεγάλης Εβδομάδας, άρρηκτα συνδεδεμένα με τα ήθη και τις παραδόσεις της Ηπείρου, εντυπωσιάζουν για την πλούσια λαογραφική και θρησκευτική θεματολογία τους. Η «ΒτΚ» ξεκινά σήμερα ένα αφιέρωμα στα πωγωνήσια έθιμα, το οποίο θα ολοκληρωθεί την προσεχή εβδομάδα, ανήμερα της Μεγάλης Παρασκευής.

Οπως θα έχουν την ευκαιρία να διαπιστώσουν οι αναγνώστες, σύμφωνα με το πολύτιμο υλικό που έχει συλλέξει και καταγράψει από προσωπικές μαρτυρίες αλλά και ενδελεχή μελέτη και έρευνα ο συγγραφέας του αφιερώματος Βασίλειος Δ. Μήτσης, οι προετοιμασίες για τον εορτασμό του Πάσχα στην Ήπειρο ξεκινούσαν πριν τη Μ. Εβδομάδα με τον καθαρισμό του σπιτιού και το ασβέστωμα της αυλής. Το δε Σάββατο του Λαζάρου οι κάτοικοι των χωριών της Ηπείρου πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και έλεγαν κάλαντα κρατώντας ένα καλάθι, που ήταν στολισμένο με λουλούδια και κουδούνια και ο σπιτονοικοκύρης τούς φίλευε με αυγά… Τα «τραγούδια του «Λάζαρη» ή «Βαΐτικα» τραγουδιόνταν το βράδυ της παραμονής του Λαζάρου ή το βράδυ του Σαββάτου του Λαζάρου. Τα παιδιά που τα τραγουδούσαν λέγονταν «λαζαρούδ(γ)ια». Τα «λαζαρούδ(γ)ια» έβγαιναν να τραγουδήσουν πάντοτε νύχτα, βαρώντας κύπρους και κουδούνια, για να φύγουν από το χωριό τα κακά τα πνεύματα και για να διαλαλήσουν το θαύμα της Ανάστασης του Λαζάρου και τον ερχομό των Παθών και της Ανάστασης του Κυρίου. Ο αρχηγός της παρέας βάδιζε μπροστά μ’ αναμμένο το κλεφτοφάναρο ή με το «φακό», για να βλέπουν στο δρόμο. Κάθε παιδί κρατούσε στο δεξί του χέρι ένα «τζιομάκι» ή «σκόπι» (ραβδί) από κρανιά, που είχε στο κάτω μέρος έναν «τζιόμπο» (εξόγκωμα), ενώ στο αριστερό του χέρι κρατούσε έναν κύπρο ή ένα μεγάλο κουδούνι και το χτυπούσε ρυθμικά. Το κρανίτικο «τζιομάκι» (ραβδί) είχε διπλό σκοπό. Από τη μία προστάτευε τη νύχτα στο δρόμο από τυχόν απολυμένα σκυλιά κι από την άλλη κρατούσε το ρυθμό του τραγουδιού όταν ο κάτοχός του το χτυπούσε ρυθμικά στο σιάδι ή στο δάπεδο του σπιτιού, την ώρα που τραγουδούσε. Στο τέλος πήγαινε ο ταμίας της παρέας, που μάζευε τις φτωχικές εισπράξεις σε τρύπιες δεκάρες και μπαγκανότες και κρατούσε το καλάθι με τ’ αυγά, που ήταν πολλά. Επαινούν «αφέντη» και «κυρά» Τα «λαζαρούδ(γ)ια» γίνονταν δεκτά με χαρά σε κάθε σπίτι. Ελάχιστες φορές συναντούσαν πόρτα κλειστή. Όταν περνούσαν έξω από τα σπίτια εκείνων που είχαν νωπό και βαρύ πένθος δε χτυπούσαν τα κουδούνια και τα κυπριά τους. Αντιθέτως, έξω από τα σπίτια εκείνων που δεν τα δέχονταν, για να μη δώσουν φιλοδώρημα, χτυπούσαν δαιμονισμένα τους κύπρους και τους αποδοκίμαζαν αγανακτισμένα με την επωδό-κατάρα: «Εδώ είν’ του κούκου η φωλιά, του δαίμονα η τρύπα!». Παρά το θρησκευτικό τους χαρακτήρα τα περισσότερα τραγούδια του Λάζαρη είναι εγκωμιαστικά. Επαινούν τον «αφέντη» και την «κυρά», τον «πρωτόγερο» (πρόεδρο του χωριού), τον ξενίτη, το νεογέννητο, τον «γραμματικό» (μαθητή του σχολείου), την ανύπαντρη κοπέλα, τα νιόγαμπρα, την «μπάμπω» (γιαγιά) και τον «τζιομπάνο» ή «πιστικό» (βοσκό). Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τα παλαιότερα χρόνια και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1930, τα εγκωμιαστικά τραγούδια τραγουδιόνταν το Δωδεκαήμερο, στα κάλαντα των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Θεοφανείων. Βαθμηδόν, όμως, τη θέση τους την πήραν τα πανελλήνια κάλαντα και τα εγκωμιαστικά τραγούδια ενσωματώθηκαν με τα «Βαΐτικα». Τα «λαζαρούδ(γ)ια» άρχιζαν με το τραγούδι «Ήρθ’ ο Λάζαρος», που το τραγουδούσαν ολόκληρο, και στη συνέχεια τραγουδούσαν τα εγκωμιαστικά τραγούδια, που ταίριαζαν σε κάθε σπίτι. Ανάλογο με τα τραγούδια ήταν και το φιλοδώρημα. Στο τέλος οι ηλικιωμένοι γύρευαν ν’ ακούσουν και το πένθιμο «Καλό είν’ και τ’ Άγιος ο Θεός», που εξιστορεί τα Πάθη του Κυρίου. Ορισμένοι, μάλιστα, δάκρυζαν όταν το άκουγαν. Τα παλιά τα χρόνια, στα περισσότερα σπίτια υπήρχε ένα μικρό ή μεγάλο κοπάδι, που το έβοσκε άνθρωπος του σπιτιού. Γι’ αυτό το λόγο τα «λαζαρούδ(γ)ια» τραγουδούσαν στο τέλος το τραγούδι του πιστικού, το οποίο με την ευτράπελη διακωμώδησή του έδινε στην επίσκεψή τους ευχάριστη και φαιδρή όψη και μεγάλωνε το φιλοδώρημα των παιδιών, που τέλειωναν με τη χαρούμενη επωδό: «Σε τούτ’ το σπίτι που ’ρθαμε, πέτρα να μη ραΐσει. Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει! Και του χρόνου!». Στην παγανιστική νυχτερινή εξόρμηση για τα τραγούδια του Λάζαρη δε συμμετείχαν καθόλου οι κοπέλες του χωριού, οι οποίες καϊτερούσαν άγρυπνες ν’ ακούσουν το Λάζαρη από τα συνομήλικα αγόρια, να τα καμαρώσουν και να τους ρίξουν κρυφές ματιές. Τις περισσότερες φορές τα «λαζαρούδγια» άρχιζαν να λένε το Λάζαρη από τον πάτο του χωριού και τελείωναν στην κορυφή του χωριού. Τη μοιρασιά από τα φιλοδωρήματα και τ’ αυγά την έκαναν στο «Μπουγάδι», δηλαδή στην κεντρική βρύση του χωριού. Αντιθέτως, όταν άρχιζαν από την κορφή του χωριού, έκαναν τη μοιρασιά τους στο «Σκολειό». Δεν ήταν λίγες οι φορές που τσακώνονταν στη μοιρασιά των αυγών, αναποδογύριζε το καλάθι κι έσπαγαν όλα τ’ αυγά! Τα τραγούδια του Λάζαρη αποτελούν συνέχεια από «τ’ Αδώνεια» των αρχαίων Ελλήνων και τα «Χελιδονίσματα» των Βυζαντινών. Λέγονται και «Βαΐτικα» όχι από τα βάγια της Κυριακής των Βαΐων, όπως πιστεύουν οι περισσότεροι, αλλά από τα Θεία Πάθη που εξιστορούν. Η αρχαία ελληνική λέξη «βάις» ή «Βάις» σημαίνει κλαδί από φοίνικα ή δάφνη, ενώ η αλβανική (βάι) σημαίνει θρήνος, οδυρμός, κλάμα γοερό, θλιβερό άγγελμα θανάτου και παράγεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα βαΰζω ή βαΰσδω = θρηνώ, ολοφύρομαι.

του Βασίλειου Δ. Μήτση

 

Η βιογραφία του Κ. Μήτση

Social life με την Τίνα