Ελλάδα

Πολιτική

Οικονομία

Επιχειρήσεις

Εκκλησία

Υγεία

Αυτοκίνητο

Το άρθρο της ημέρας

Άρθρογραφία

Συνεντεύξεις

Social Life με την Τίνα

Ποιος πιστεύει ακόμα στον Τσίπρα και στην Αριστερά;

Του Γιάννη Λοβέρδου

Παλαιός πολιτικός μάς έλεγε, πρόσφατα, ότι «ο κόσμος σήμερα μας κατακρίνει για τους ίδιους λόγους που μέχρι πριν από τα Μνημόνια μας λάτρευε. Γιατί δεν μπορούμε πια να συντηρήσουμε το πελατειακό κράτος που διαμορφώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες, με τους χωρίς φειδώ διορισμούς στο Δημόσιο, με τα απίστευτα επιδόματα, με τις χαριστικές πράξεις, με τα ρουσφέτια, με τις αναπηρικές συντάξεις-“μαϊμού”, με τις πρόωρες συνταξιοδοτήσεις». Πικρόχολα ο συγκεκριμένος πολιτικός περιέγραψε την πραγματικότητα, με διαύγεια. Ακριβώς αυτός είναι ο λόγος που διαμαρτύρονται οι περισσότεροι πολίτες. Δεν διαμαρτύρονται επειδή οι πολιτικοί είναι οι κατ’ εξοχήν υπεύθυνοι για το πελατειακό κράτος που δημιούργησαν. Δεν διαμαρτύρονται γιατί, έστω και τώρα, την έσχατη στιγμή, που η Οικονομία καταρρέει και το Δημόσιο χρεοκοπεί, απαιτείται η αλλαγή του μοντέλου ανάπτυξης. Και χρειάζεται άρδην να αλλάξουμε νοοτροπία. Αλλά γιατί δεν συνεχίζουμε με τον ίδιον τρόπο που πορευθήκαμε επί δεκαετίες τώρα προς την άβυσσο, που σήμερα είναι πιο κοντά από ποτέ. Αυτός είναι ο λόγος που εξελέγησαν ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας. Με την προσμονή ότι θα μας επέστρεφαν στην εποχή της ευφορίας. Γι’ αυτό κάποιοι επιχείρησαν να ταυτίσουν τον Τσίπρα με τον Ανδρέα. Μπας και αποδειχθεί η πολιτική του μετενσάρκωση στην εποχή μας. Και γι’ αυτό ακόμα κρατάει δυνάμεις ο ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί ακόμα κλείνει το μάτι στους ευνοημένους από την ανδρεϊκή εποχή ότι το «πάρτι» δεν τελείωσε οριστικά. Γι’ αυτό και συνεχίζει τους διορισμούς στο Δημόσιο. Διακαής πόθος πολλών Ελλήνων.
Αυτή είναι, δυστυχώς, η αλήθεια, όσο δυσάρεστη και αν ακούγεται. Όλες οι αναλύσεις, ή σχεδόν όλες οι αναλύσεις, που δημοσιεύονται στον Τύπο έχουν να κάνουν με το γιατί το Δημόσιο δεν ρίχνει χρήματα στην αγορά για να αποκατασταθεί η ρευστότητα και να συνεχισθεί η ανάπτυξη της Οικονομίας. Ουδείς αναρωτιέται τι είδους ανάπτυξη μπορεί να είναι αυτή με χρήματα του Δημοσίου, δηλαδή δανεικά, μέσω της λιανικής κατανάλωσης και μόνον. Επί χρόνια αποκαλούσαμε ως ανάπτυξη, και μάλιστα περηφανευόμαστε για τους υψηλούς ρυθμούς της, τα κοινοτικά κονδύλια, τη λιανική κατανάλωση, που έφερνε την Ελλάδα πρώτη σε όλη την ευρωζώνη σε αγορές προϊόντων πολυτελείας, και την οικοδομή. Χτίσαμε, όμως, τα πάντα, χτίσαμε τις βουνοκορφές, χτίσαμε στα ρέματα, στους χειμάρους, ακόμα και σε ρυάκια, σε χαράδρες. Παντού. Δεν αφήσαμε τίποτα άκτιστο. Καταστρέψαμε το Περιβάλλον. Αλλά αυτό το αποκαλούσαμε ανάπτυξη. Και τώρα, που δεν υπάρχει τίποτα άλλο πια, που δεν έχουμε τι άλλο να κτίσουμε ή να αγοράσουμε, διαπιστώνουμε ότι δεν υπάρχει άλλη ανάπτυξη στη χώρα. Τώρα, που δεν μπορούμε πια να αγοράσουμε Hummer και Καγιέν για να κάνουμε τη φιγούρα μας στα νυκτερινά κέντρα, που σφύζουν από αργόσχολους, ή στην πλατεία Κολωνακίου με τα πολυτελή καφέ της, αγωνιούμε για το μέλλον της ανάπτυξης. Ποια, όμως, ανάπτυξη; Στην Ελλάδα έχουμε εγκαταλείψει εδώ και δεκαετίες όποιο αναπτυξιακό μοντέλο, όποια παραγωγική διαδικασία.
Ανάλογη είναι η λογική και πολλών από αυτούς που διαδηλώνουν επί καθημερινής βάσεως στους δρόμους της Αθήνας και άλλων πόλεων. Είναι προφανές, και το βιώνουμε όλοι μας στην καθημερινότητά μας, ότι φοβόμαστε για το μέλλον μας, που αυτή τη στιγμή είναι άκρως αδιόρατο και επίφοβο. Αλλά οι περισσότεροι Έλληνες που διαμαρτύρονται δεν ζητούν από την κυβέρνηση να αλλάξει το Δημόσιο, να περιορίσει τις σπατάλες του, να διαμορφώσει τις συνθήκες εκείνες που θα μπορούσαν να προσελκύσουν ξένους επενδυτές, καταπολεμώντας τη διαφθορά και τη γραφειοκρατία του κράτους. Οι περισσότεροι εκ των αριστερών που κέρδισαν την εξουσία, αυτό που ζητούν από την κυβέρνηση είναι να επαναφέρει το μοντέλο που επί δεκαετίες τώρα βιώναμε. Να δανειζόμαστε ή να βρούμε τρόπο να τυπώνουμε χρήμα για να το ρίχνουμε στην κατανάλωση, με μεγάλο ρυθμό δημοσίων υπαλλήλων και συνταξιούχων, τον μεγαλύτερο στον κόσμο ολόκληρο. Δεν μπορούν ή δεν θέλουν να αντιληφθούν ότι το μοντέλο αυτό οριστικά τελείωσε. Δεν υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα να γυρίσουμε σε αυτό ούτε στο εγγύς αλλά ούτε και στο απώτατο μέλλον. Η Ελλάδα του μέλλοντος θα είναι άκρως διαφορετική από την Ελλάδα του χθες, και μόνον με αποφασιστικότητα, αλλαγή νοοτροπίας, σκληρές, αιματηρές περικοπές στο Δημόσιο, καταπολέμηση της κρατικής γραφειοκρατίας και διαφθοράς μπορούμε να ελπίζουμε σε ανάπτυξη στο ορατό μέλλον. Το αύριο σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι το ίδιο με το χθες. Αν δεν το αντιληφθούμε, έστω και τώρα, την ύστατη στιγμή, τότε η κατάρρευση είναι βεβαία.

Η βιογραφία του Κ. Μήτση