Ελλάδα

Πολιτική

Οικονομία

Επιχειρήσεις

Εκκλησία

Υγεία

Αυτοκίνητο

Το άρθρο της ημέρας

Άρθρογραφία

Συνεντεύξεις

Social Life με την Τίνα

Σπύρος Μιχαλόπουλος: «Ακολουθώ το σινεμά της ψυχής»

Γεννήθηκε στην πανέμορφη Πρέβεζα και εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στην Αθήνα στις αρχές του ’70. Σπούδασε στη Σχολή Κινηματογράφου – Τηλεοράσεως Λυκούργου Σταυράκου, και στην Ανώτατη Σχολή Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου, Θεάτρου και Τηλεόρασης Λοτζ στην Πολωνία. Έχει μια λαμπρή 35χρονη πορεία στη σκηνοθεσία τόσο του θεάτρου όσο και της διαφήμισης, αλλά και γνωστών σίριαλ της τηλεόρασης στην Κύπρο και στην Ελλάδα, όπως η «Επιστροφή» που παίζεται τώρα. Επίσης, έχει σκηνοθετήσει μία ταινία μεγάλου μήκους και μία μικρού. Είναι μέλος του Ελληνικού Κέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου, και της Ελληνικής Εταιρείας Σκηνοθετών. Τώρα σκηνοθέτησε τη «μαύρη» κωμωδία του Περικλή Κοροβέση «Tango Bar» που παίζεται στο θέατρο «Άβατον». Κοντά μας ο πολύ αξιόλογος σκηνοθέτης Σπύρος Μιχαλόπουλος.

Κύριε Μιχαλόπουλε, πείτε μας για τα παιδικά σας χρόνια και πώς άρχισε η αγάπη σας για την 7η Τέχνη; «Μεγάλωσα στη Πρέβεζα, στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Μια επαρχιακή πόλη, που όμως είχε 3 κινηματογράφους χειμερινούς και θερινούς. Η αγάπη μου για το σινεμά ήρθε μαζί με τις ταινίες που έβλεπα κρυφά από ταράτσες σπιτιών ή κρυφά περάσματα στην αίθουσα. Βλέπετε, δεν είχα τη δυνατότητα παρά για ένα μόνο εισιτήριο κάθε μήνα, ή σε κάποια ελληνική ταινία ή σε γουέστερν»

Υπήρχε κάποιος σκηνοθέτης που θαυμάζατε και σας επηρέασε; «Μιλάμε για μια εποχή που περισσότερο ξέραμε τους πρωταγωνιστές παρά τους σκηνοθέτες. Αυτούς τους έμαθα αργότερα, στην Αθήνα, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν μετοικήσαμε οικογενειακώς. Έτσι γνώρισα σιγά σιγά τον Woody Allen και έπειτα τον βαρύ ρωσικό κινηματογράφο, αφού και η εποχή ήταν έντονα πολιτικοποιημένη. Το σινεμά, όμως, ακόμη και τότε πίστευα ότι δεν σπουδάζεται, αλλά υπάρχει μέσα σου. Αργότερα, στην Πολωνία, αντιλήφθηκα ότι όχι μόνο σπουδάζεται, αλλά πρέπει και να μελετάται συνεχώς. Τότε ανακάλυψα τον Kieslowski και κατάλαβα τι είναι το πραγματικό σινεμά. Κι αυτό ακολουθώ! Το σινεμά της ψυχής».

Στο ξεκίνημά σας ήταν δύσκολα τα πράγματα; Σας βοήθησαν οι παλαιότεροι στο χώρο; «Ξεκίνησα το 1984. Στην αρχή τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα και για την τηλεόραση και για το σινεμά. Ασχολήθηκα με την τηλεόραση για βιοποριστικούς λόγους. Υπήρξαν άνθρωποι που με βοήθησαν όπως ο Γιάννης Μαράκης και ο Γιώργος και η Ηρώ Σγουράκη, που μου έδωσαν τη δυνατότητα να σκηνοθετήσω. Πέρασα για μεγάλο διάστημα στη διαφήμιση, και αργότερα στις σειρές. Έκανα μια ταινία μεγάλου μήκους που δεν έχει βρει ακόμη διανομέα (ΛΟΥΝΑ ΜΠΑΡ), και αρκετές παραστάσεις σε Ελλάδα και Κύπρο».

Στις μέρες μας ποιον θεωρείτε σπουδαίο σκηνοθέτη; «Θεωρώ ότι οι μεγάλοι δημιουργοί έχουν πια περάσει. Σκηνοθέτες όπως ο Ταρκόφκι, ο Μπέργκμαν, ο Κισλόφσκι, ο Κιούμπρικ, ο Αγγελόπουλος έχουν αφήσει το στίγμα τους, το οποίο σιγά-σιγά χάνεται. Σήμερα οι σκηνοθέτες έχουν να παλέψουν με ένα τέρας που λέγεται βιομηχανία θεάματος, και έτσι το σινεμά δεν είναι μια προσωπική υπόθεση αλλά μια υπόθεση marketing. Αυτόματα, λοιπόν, θα γίνονται ταινίες που θα δημιουργούνται μετά από έρευνες του κοινού, κι αυτό είναι δραματικό. Προσωπικά θεωρώ μεγάλο σκηνοθέτη αυτόν που μένει πιστός στο όραμά του, στο ύφος του, στον τρόπο αφήγησής του, ανεξάρτητα αν αρέσουν σε όλους οι ταινίες του».

Για τον Γιώργο Λάνθιμο πιστεύετε ότι αδικήθηκε στα Όσκαρ; «Ο Λάνθιμος είναι ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης, δημιουργός. Δεδομένου ότι τα Όσκαρ δεν είναι βραβεία δημιουργικότητας αλλά βραβεία που κινούνται σε κανάλια πολιτικού ή επιχειρηματικού ενδιαφέροντος είναι λογικό, να μην βραβευτεί μια ταινία και να βραβευτεί μια άλλη που είναι πιο κοντά σ’ αυτά τα συμφέροντα. Η ταινία του είναι πολύ καλή και άρτια, αλλά δεν είναι Λάνθιμος. Δεν είναι ο ίδιος Λάνθιμος που εμφανίστηκε εκεί πριν κάποια χρόνια με τον «Κυνόδοντα». Είναι ένας Λάνθιμος που έκανε μια ταινία με προδιαγραφές Όσκαρ. Άρα, δεν αδικήθηκε. Είναι κανονικό σε τέτοιο επίπεδο παιχνιδιού κάποιος να μην βραβευτεί».

Για να σκηνοθετήσετε ένα έργο, ένα σίριαλ, πρέπει να σας συγκινεί η υπόθεση ή αν υπάρχουν καλές οικονομικές απολαβές -ιδίως τώρα- θα το αναλαμβάνατε έτσι κι αλλιώς… «Εξαρτάται από πολλούς παράγοντες η απόφαση για μια δουλειά. Παίζουν ρόλο το θέμα πρωτίστως, οι συνθήκες παραγωγής και το οικονομικό. Αν είναι μια «παραγγελία» παίζει ρόλο το οικονομικό. Αν είναι μια προσωπική υπόθεση, τότε παίζει ρόλο η όρεξή σου και η δύναμή σου ν’ αντέξεις. Είναι σε κάθε περίπτωση μια δουλειά που χρειάζεται χρόνο, χρήμα και διάθεση».

Μπορείτε να μας περιγράψετε τη διαδικασία μιας σκηνοθεσίας; «Η σκηνοθεσία βασίζεται στην ανάγκη να δημιουργείς έναν δικό σου κόσμο και να τοποθετείς τους ήρωές σου μέσα σ’ αυτόν. Είναι μια διαδικασία που θέλει αφοσίωση και όραμα. Βασικός στόχος είναι να «δεις» την ιστορία σου και να βρεις έναν δικό σου τρόπο αφήγησής της. Το διαδικαστικό κομμάτι είναι πιο απλό απ’ ό,τι ακούγεται. Υπηρετείς ένα σενάριο με βάση τις ανάγκες σου και δίνεις ζωή στους ήρωές σου. Η σκηνοθεσία είναι αυτό που κάναμε παιδιά σαν παιχνίδι, που κατασκευάζαμε ήρωες και καταστάσεις με σκοπό να αφηγηθούμε κάτι».

Η επιτυχία ενός έργου εξαρτάται από τον ηθοποιό ή τον σκηνοθέτη; «Η επιτυχία είναι να μπορείς να έρθεις κοντά με τον ήρωα που υποδύεται ο ηθοποιός σου. Αυτό γίνεται μέσα από βαθιά και επώδυνη συνεργασία με τους ηθοποιούς σου. Η επιτυχία, λοιπόν, εξαρτάται από το πόσο αυτή η συνεργασία πέτυχε ή όχι».

Αφήνετε τους ηθοποιούς να βάζουν και δικά τους στοιχεία ή πρέπει να ακολουθούν πιστά τις οδηγίες σας; «Προσωπικά ναι, αφήνω να μπαίνουν στοιχεία που εξυπηρετούν το ρόλο. Αρκεί να εξυπηρετούν το όραμα και όχι την προσωπική ανασφάλεια του ηθοποιού ή τη ματαιοδοξία του».

Υπάρχει ένα έργο απωθημένο σας να σκηνοθετήσετε; «Ναι, υπάρχουν έργα που θα ήθελα να σκηνοθετήσω. Όπως το «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ ή τις «Βάκχες» του Ευριπίδη. Θα γίνει και αυτό κάποτε».Και ο Σπύρος σαν άνθρωπος πώς είναι; Τολμηρός; Ατρόμητος; Ευαίσθητος; Αισιόδοξος; Εύκολος; «Ο Σπύρος είναι ένας επίμονος ξεροκέφαλος άνθρωπος με πολλές ευαισθησίες και πολλά «γιατί» μέσα του. Τολμηρός στη δουλειά μου αλλά και ρεαλιστής».

Το μότο σας για να προχωράτε; «Το μότο μου πάντα ήταν «γιατί όχι». Όλα γίνονται και όλα φτιάχνονται, αρκεί να επιμένεις στο θέλω σου».

Είναι περισσότερο ενδιαφέρον να σκηνοθετείτε μια τηλεοπτική σειρά, επειδή τα γυρίσματα είναι καθημερινά, από ένα θεατρικό που το σκηνοθετείτε –όσο χρόνο πάρει- μία φορά; «Είναι διαφορετικά συναισθήματα κάθε φορά. Όλα έχουν ενδιαφέρον. Από μια απλή σκηνή έως μια σύνθετη. Από ένα θεατρικό έως ένα τηλεοπτικό προϊόν. Άλλωστε, η σκηνοθεσία είναι παντού δίπλα μας, στη καθημερινότητά μας, στη ζωή μας. Το δύσκολο είναι να βρεις τρόπο να αφηγηθείς μια ιστορία… απλά».

Κύριε Μιχαλόπουλε, μιλήστε μας για το έργο του Περικλή Κοροβέση «Tango Bar», που σκηνοθετήσατε τώρα, τις ιδιαιτερότητες, τις δυσκολίες του, πόσο καλοί… μαθητές ήταν οι 2 πρωταγωνιστές σας, τι μήνυμα περνά στους θεατές… «Το «Tango Bar» είναι ένα έργο που ακουμπάει πάνω στις αρχές της μπεκετικής δομής. Δύο χαρακτήρες που γνωρίζονται από παλιά σ’ ένα συγκεκριμένο χώρο, που μιλάνε για τη φιλία και την αποτυχία. Είναι ένα έργο που ξεκάθαρα δηλώνει ότι η αποτυχία είναι η επιτυχία που δεν γίναμε αυτό που θέλουν οι άλλοι. Άρα, η αποτυχία είναι επιτυχία σε προσωπικό επίπεδο».

Εσείς τι θέλετε να πάρει ο θεατής μαζί του; «Τη χαρά των ηρώων που γίνονται παιδιά και να θυμάται ότι φόβος και λογική είναι το ίδιο πράγμα. Ο φόβος και η λογική μάς κάνουν δειλούς και ευάλωτους…».

Κάποια ταινία για τον κινηματογράφο καθ’ οδόν; «Ναι, γράφω ένα σενάριο για μια μεγάλου μήκους, που θα είναι η δεύτερη μου ταινία. Όταν το τελειώσω, θα το δώσω σε σεναριογράφο φυσικά, για την τελική της μορφή. Πιστεύω ότι ο καθένας στο είδος του είναι μοναδικός κι ότι δεν μπορούν όλοι να κάνουν τα πάντα».

Η βιογραφία του Κ. Μήτση

Social life με την Τίνα