Ελλάδα

Πολιτική

Οικονομία

Επιχειρήσεις

Εκκλησία

Υγεία

Αυτοκίνητο

Το άρθρο της ημέρας

Άρθρογραφία

Συνεντεύξεις

Social Life με την Τίνα

Τα μετάλλια που μας συγκλόνισαν

Κάθε μετάλλιο που κερδίζει σε Ολυμπιακούς Αγώνες μια χώρα σαν την Ελλάδα είναι μεγάλη υπόθεση. Όπως όμως όλα τα δάχτυλα δεν είναι ίσα, έτσι και όλα τα μετάλλια δεν είναι ίδια. Τα χρυσά και οι κάτοχοι τους κερδίζουν δικαιωματικά μεγαλύτερη προβολή. Λογικό. Μιλάμε για την ύψιστη διάκριση σε αθλητικό και όχι μόνο επίπεδο.
Από την άλλη, όπως ότι λάμπει δεν είναι πάντα χρυσός, έτσι και κάτι που δεν είναι χρυσό, μπορεί να σε… τυφλώσει με τη λάμψη του.
Σαν το μετάλλιο που είχε στις αποσκευές του γυρνώντας το μεσημέρι της Πέμπτης από το Ρίο ο Σπύρος Γιαννιώτης. Ήταν ασημένιου χρώματος, αλλά αλήθεια, ποιος νοιαζόταν γι’ αυτό από τη στιγμή που είχε πάνω του τα χρώματα των απείρων συναισθημάτων που ένιωσαν όλοι οι Έλληνες την ώρα της κατάκτησης του.
Από τη στιγμή που είχε πάνω του τη γεύση από την αρμύρα της θάλασσας, που πάντα σαν λαό μας έλκει. Την αρμύρα από τον ιδρώτα της κοπιαστικής προσπάθειας που επί 20 χρόνια κατέβαλε ο Σπύρος. Την αρμύρα από τα δάκρυα χαράς, υπερηφάνειας και συγκίνησης που κύλησαν από τα μάτια του Σπύρου αλλά και από τα δικά μας.
Ήταν ένα μετάλλιο γεμάτο μεγαλείο ψυχής, ολοκληρωτικά ανθρώπινο και γι’ αυτό και ανεκτίμητο.
Σαν αυτά που έφεραν σε αυτή τη χώρα φέρει σε αυτή τη χώρα ο Βαλέριος Λεωνίδης και η Νίκη Μπακογιάννη από την Ατλάντα το 1996 και σαν αυτό που μας χάρισε ο Πύρρος Δήμας στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας.
Είναι τα μετάλλια που μας συγκλόνισαν και δίνουν το πραγματικό νόημα στη φράση κλισέ «χρυσό στην καρδιά μας».
«Ψυχή βαθιά»
Για τον Σπύρο Γιαννιώτη, η κούρσα των 10 χιλιομέτρων ανοιχτής θαλάσσης, ο «μαραθώνιος της κολύμβησης», στα ανοιχτά της Κόπα Καμπάνα, δεν ήταν απλώς η τελευταία της καριέρας του. Ήταν η τελευταία ευκαιρία του να πάρει ένα Ολυμπιακό μετάλλιο που το είχε απωθημένο. Γι’ αυτό τον λόγο άλλωστε το 2004, αμέσως μετά τους Αγώνες της Αθήνας άφησε την πισίνα για τη θάλασσα, όπου θεωρούσε ότι είχε ελπίδες. Στα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι τον αγώνα στο Ρίο, αποδείχτηκε ότι το ένστικτο του δεν λάθεψε. Υπό την καθοδήγηση του Νίκου Γέμελου, από ένας καλός κολυμβητής στην πισίνα εξελίχθηκε σε έναν από τους κορυφαίους του είδους στην ανοιχτή θάλασσα. Οι διακρίσεις σε ευρωπαϊκά και παγκόσμια πρωταθλήματα έγιναν μέρος της καθημερινότητας του, αλλά αυτός είχε στο μυαλό του μόνο το βάθρο των Ολυμπιακών Αγώνων. Το 2008 στο Πεκίνο ήταν ψυχολογικά ήταν έτοιμος, αλλά αγωνιστικά αποδείχτηκε άγουρος. Έμπλεξε στα «νερά» των αντιπάλων του, έφαγε ξύλο και τερμάτισε στην 17η θέση.


Πείσμωσε, δούλεψε ακόμη πιο σκληρά και έβαλε στόχο το Λονδίνο. Εκεί που έτοιμος από κάθε άποψη τα έδωσε όλα, άγγιξε το μετάλλιο, αλλά έμεινε τελικά 4ος.
Έσπασε, έβαλε τα κλάματα για τη χαμένη ευκαιρία, σκέφτηκε να τα παρατήσει, αλλά αυτό το παιδί έχει «ψυχή βαθιά» και συνέχισε.
Η κούρσα της ζωής του
Έφτασε μέχρι το Ρίο, όπου μετά από 20 χρόνια πρωταθλητισμού στα 36 του θα κυνηγούσε σε μία τελευταία κούρσα το όνειρό του. Ήταν η κούρσα της ζωής του, την οποία την σχεδίαζε τα τελευταία 4 χρόνια.


Έμεινε πίσω στην αρχή, κρατώντας δυνάμεις και δεν επηρεάστηκε από τις συνθήκες του αγώνα. Στα τελευταία 2.5 χιλιόμετρα έφτασε ως 14ος και έβαλε τις μηχανές στο φουλ. 1.000 μέτρα πριν το φινάλε, ο Γιαννιώτης ήταν στο γκρουπ των 6-8 κολυμβητών που είχαν ξεφύγει από τους υπόλοιπους και θα διεκδικούσαν τα μετάλλια. Στην τελική ευθεία έκανε την κίνηση του. Βγήκε μπροστά έδωσε όλο του το είναι και χεριά με την χεριά είδε το όνειρο του να πλησιάζει όλο και πιο κοντά. Πάνω στον τερματισμό έχασε το χρυσό από τον Ολλανδό Φέρι Βέρτμαν, όμως ουδείς νοιάστηκε. Ούτε και ο ίδιος που έκλαψε και πάλι.. Αυτή τη φορά από χαρά…

 

Η «τιτανομαχία» του Βαλέριου
Ποιος δεν ξενύχτησε και ποιος δεν πλημμύρισε συναισθήματα εκείνο το βράδυ της 22ας Ιουλίου του 1996 βλέποντας τη συγκλονιστική προσπάθεια του Βαλέριου Λεωνίδη να πάρει τη νίκη από τον Ναΐμ Σουλεϊμάνογλου;
Τέσσερα χρόνια πριν στη Βαρκελώνη, ο νυν αρχιπροπονητής της Εθνικής ομάδας άρσης βαρών δεν είχε ανέβει στο βάθρο λόγω του σωματικού του βάρους, ενώ στο παγκόσμιο πρωτάθλημα 1995 σήκωσε τα ίδια κιλά με τον Τούρκο, αλλά έμεινε δεύτερος και στις τρεις κατηγορίες (αρασέ, ζετέ, σύνολο) επειδή και πάλι ήταν 200 γραμμάρια βαρύτερος.


Στο Σίδνεϊ, το θέμα του βάρους το είχε ρυθμίσει, όχι για να πάρει εκδίκηση, αλλά για να το αφιερώσει στον αγαπημένο αδελφό του, που είχε πεθάνει μέσα στην Ολυμπιακή χρονιά.
Το θέμα είναι ότι ο αντίπαλος του, δεν ήταν κάποιος τυχαίος. Ο επονομαζόμενος και «Ηρακλής τσέπης» παραμένει μία από τις μεγαλύτερες μορφές της παγκόσμιας άρσης βαρών και στο Σίδνεϊ που πήγε σαν φαβορί κυνηγούσε το 3ο σερί χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο.
Ο Λεωνίδης, ήξερε ότι για να ανέβει στο ψηλότερο σκαλί του βάθρου, έπρεπε να ξεπεράσει τα όρια του. Και αυτό έκανε, σε έναν αγώνα που έχει χαρακτηριστεί ως ο κορυφαίος στην ιστορία της άρσης βαρών. Ήταν μια πραγματική «τιτανομαχία» από δύο μικρούς στο δέμας αλλά τεράστιους στην ψυχή αθλητές.
Τρία παγκόσμια ρεκόρ
Ο Σουλεϊμάνογλου πήρε προβάδισμα 2.5 κιλών στο αρασέ (147.5 έναντι 145). Στο ζετέ και οι δύο τα κατάφεραν στα 180 κιλά και όταν στη δεύτερη προσπάθεια ο Τούρκος έσπασε το παγκόσμιο ρεκόρ με 185 κιλά (το προηγούμενο ήταν του Λεωνίδη), όλα έδειχναν να έχουν τελειώσει.
Ο Έλληνας αθλητής όμως δεν είχε πει την τελευταία του λέξη. Έβαλε στη μπάρα 187.5 κίλα, 4.5 περισσότερα από την ατομική του επίδοση και αν τα κατάφερνε θα έπαιρνε πίσω το παγκόσμιο ρεκόρ στο ζετέ και θα έκανε νέο ρεκόρ στο σύνολο με 332.5 κιλά.
Την ώρα που ο Χρήστος Ιακώβου φώναζε: «Μακριά το πόδι… Φύγε… Κράτααααα», όλη η Ελλάδα με κομμένη την ανάσα ένιωσε να σπρώχνει την μπάρα προς τα πάνω. Η σιγή έδωσε τη θέση της στις ζητωκραυγές. Ο Βαλέριος είχε κρατήσει. Είχε σηκώσει τη μπάρα ψηλά και μαζί της είχε σηκώσει και όλους τους Έλληνες.
Είπαμε όμως πως ο αντίπαλος δεν ήταν τυχαίος. Ο Σουλεϊμάνογλου με υπερπροσπάθεια σήκωσε τα ίδια κιλά, δείχνοντας ότι δεν «είχε» παραπάνω. Του έφταναν για να πάρει το χρυσό στην περίπτωση που ο Έλληνας δεν τα κατάφερνε στην 3η και τελευταία του προσπάθεια.
Εκεί όπου ο Λεωνίδης για να φτάσει στην κορυφή έπρεπε να κάνει ακόμη μια υπέρβαση. Να σηκώσει 190 κιλά, βάρος ασύλληπτο για την εποχή.
Το προσπάθησε βάζοντας όλη την δύναμη της ψυχής και του σώματος του. Έφερε τη μπάρα μέχρι τους ώμους, αλλά στη συνέχεια λύγισε…


Στο βάθρο ο Βαλέριος δάκρυσε. Μαζί του δάκρυσαν και όσοι έβλεπαν τον αγώνα του. Όχι από πίκρα, αλλά από συγκίνηση και υπερηφάνεια.
Και όταν βρήκε και πάλι την αυτοκυριαρχία του, έσπευσε στον Σουλεϊμάνογλου να του πει ότι είναι ο καλύτερος. «Όχι Βαλέριε, και οι δύο ήμαστε οι καλύτεροι», ήταν η απάντηση του θρυλικού «Ηρακλή τσέπης» που αποτύπωνε με τον καλύτερο τρόπο την πραγματικότητα.

 

Η τελευταία παράσταση του Πύρρου
Για τον Πύρρο Δήμα, ό,τι και να γράψει κανείς είναι λίγο. Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού αθλητισμού, που έχει προσφέρει άπειρες διακρίσεις και έχει προκαλέσει έκρηξη συναισθημάτων σε όλους τους Έλληνες.


Το «Λιοντάρι από τη Χιμάρα» και η Βούλα Πατουλίδου ήταν αυτοί που το 1992 στη Βαρκελώνη ξαναέβαλαν την Ελλάδα στο χάρτη των Ολυμπιακών Αγώνων.
Για τον Πύρρο, ο άθλος στην πρωτεύουσα της Καταλονίας είχε και συνέχεια, καθώς εκείνο το χρυσό μετάλλιο, ακολούθησαν άλλα δύο του ίδιου χρώματος, το 1996 στην Ατλάντα και το 2000 στο Σίδνεϊ.
Στο ξεκίνημα της προετοιμασίας του για τους Αγώνες της Αθήνας, ήθελε να ήθελε να γίνει ο πρώτος αρσιβαρίστας που θα έκανε καρέ χρυσών. Τα πράγματα όμως δεν πάνε πάντα όπως τα ονειρευόμασταν.
Η προετοιμασία του σημαδεύτηκε από πολλούς τραυματισμούς. Σκέφτηκε ακόμη και να αποσυρθεί από την ενεργό δράση αφού το γόνατο του δεν άντεχε, αλλά είχε υποσχεθεί στους Έλληνες και τελευταία παράσταση. Ο στόχος αναπροσαρμόστηκε και ο Πύρρος παρά τα τρία χειρουργεία (το τελευταίο 50 μέρες πριν ανάψει η Ολυμπιακή φλόγα στο ΟΑΚΑ) και τον τραυματισμό της τελευταίας στιγμής μπήκε στο «σπίτι της άρσης βαρών» της Νίκαιας για να τα δώσει όλα και ότι βγει. Και προκάλεσε έκρηξη συναισθημάτων.
Μετά το αρασέ, όπου σήκωσε 175 κιλά ήταν τρίτος. Στο ζετέ ξεκίνησε με 202.5κ. και στη συνέχεια έχασε μια προσπάθεια στα 205κ. Στην 3η και τελευταία του προσπάθεια, έβαλε 207.5 κιλά στη μπάρα, αφού ο πρωταθλητής μέσα του ήθελε το χρυσό. Προσπάθησε, όμως το χέρι του δεν άντεξε αφού η επήρεια της ένεσης που είχε κάνει πριν τον αγώνα είχε περάσει.

Μέσα σε αποθέωση, άφησε τη μπάρα να πέσει, έβγαλε τα παπούτσια του στο πλατό και έγραψε τον επίλογο μιας τεράστιας καριέρας κρεμώντας στο λαιμό του ένα τέταρτο Ολυμπιακό μετάλλιο. Χάλκινο αυτή τη φορά, αλλά πιο βαρύ από όλα τα χρυσά που είχε κατακτήσει μέχρι τότε.
Όταν επέστρεψε δακρυσμένος για να ανέβει στο βάθρο συνοδευόμενος από τα τρία του παιδιά, γνώρισε ένα ανεπανάληπτο standing ovetion, διάρκειας 10 λεπτών, στο οποίο συμμετείχαν και ο χρυσός Ολυμπιονίκης Γκεόργκι Ασανίτζε με τον ασημένιο Ριμπακόφ, που σήκωσαν τον Πύρρο στα χέρια.

Με τη Νίκη πετάξαμε ως τον ουρανό
Εκατό χρόνια μετά την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων, η ΔΟΕ, διαπράττοντας ύβρι, προτίμησε τις ΗΠΑ και την Ατλάντα αντί της Ελλάδας και της Αθήνας. Και επειδή μετά την ύβρη έρχεται η νέμεση οι αθλητές μας που βρέθηκαν το 1996 στην αμερικανική μεγαλούπολη βάλθηκαν με τις επιδόσεις τους να δείξουν στους «αθάνατους» το λάθος τους. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και η Νίκη Μπαγκογιάννη που όχι απλώς πέρασε στον τελικό του ύψους, αλλά κατάφερε μετά από συγκλονιστική προσπάθεια να ανέβει στο βάθρο.


Ήταν η τελευταία ημέρα των αγωνισμάτων του στίβου και παρά τις μέχρι τότε επιτυχίες στα υπόλοιπα αθλήματα, στην ελληνική αποστολή υπήρχε μια πικρία γιατί δεν είχε έρθει μετάλλιο στον «βασιλιά των Ολυμπιακών Αγώνων».
Η Μπακογιάννη που μόνο και μόνο φτάνοντας ως τον τελικό είχε πετύχει τον στόχο της, πέρασε με την πρώτη και άνετα το 1.97μ. Συνέχισε με Πανελλήνιο ρεκόρ στο 1.99μ. και μπήκε στη μάχη για το μετάλλιο όταν κόντρα σε κάθε προγνωστικό πέρασε με την δεύτερη τα 2.01μ.
Ο πήχης ανέβηκε στα 2.03μ. Η μεγάλη Βουλγάρα Στέφκα Κονσταντίνοβα τον πέρασε με την πρώτη, και η μόνη που την ακολούθησε ήταν η Νίκη. Η 31χρονη τότε άλτρια στην 3η προσπάθεια της «πέταξε» πάνω από το 2.03μ. και μαζί της πετάξαμε όλοι μέχρι τον ουρανό.

bak2
Μέχρι και η Κονσταντίνοβα αναγνωρίζοντας την υπέρβαση και την προσπάθεια της συναθλήτριας της, πανηγύρισε την επιτυχία της Ελληνίδας που με αυτή την επίδοση μπήκε στο βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες.
Ο λόγος; Η διαφορά των 33 πόντων που χώριζαν το ύψος της Μπακογιάννη (1.70μ.) από το ύψος που πέρασε, είναι η μεγαλύτερη που έχει καταγραφεί.
Το χρυσό πήγε τελικά στην Βουλγάρα, που πέρασε με τη δεύτερη και τα 2.05μ., την ώρα που η Μπακογιάννη είχε ξεπεράσει ήδη τον εαυτό της και δεν τα κατάφερνε.

Συντάκτης

Η βιογραφία του Κ. Μήτση

Social life με την Τίνα