Ελλάδα

Πολιτική

Οικονομία

Επιχειρήσεις

Εκκλησία

Υγεία

Αυτοκίνητο

Το άρθρο της ημέρας

Άρθρογραφία

Συνεντεύξεις

Social Life με την Τίνα

Το δικό του… κάρμα ήταν κενό!

Σ τον τομέα του ήταν βασιλιάς. «Ο Βασιλιάς των duty free», όπως τον αποκαλούσαν. Στο ποδόσφαιρο μπήκε από προσωπικό ενδιαφέρον, όχι επιχειρηματικό. Για τη δική του επιβεβαίωση, ότι μπορεί κάτι μικρό να το μετατρέψει σε μεγάλο. Το κατάφερε, όμως στο τέλος το πλήρωσε με τη ζωή του! Όταν ο Βιχάι Σριβανταναπράμπα αγόρασε τη Λέστερ το 2010, αυτή ήταν στη δεύτερη κατηγορία της Αγγλίας. Είπε πως θα την οδηγήσει στο πρωτάθλημα, και νωρίτερα από τον χρονικό ορίζοντα που έθεσε το κατάφερε (2016), επιτυγχάνοντας ένα από τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά θαύματα. Ταυτόχρονα, ο ίδιος ο Ταϊλανδός αποτελούσε πάντοτε κεντρικό θέμα καθώς, εκτός από την αναγέννηση που έφερε στην ομάδα, έδινε και άλλες αφορμές. Όπως το ότι πήγαινε και έφευγε από το γήπεδο με το προσωπικό του ελικόπτερο. Αυτή η πολυτέλεια του στοίχησε τη ζωή. Σε μία τραγική στιγμή και παρά το γεγονός πως ο ίδιος φρόντιζε για το κάρμα ολόκληρης της ομάδας, μεταφέροντας με το ιδιωτικό του τζετ μοναχούς βουδιστές από ναό της Μπανγκόκ! Ο άνθρωπος, που οι συμπατριώτες του υποκλίνονταν όταν τον έβλεπαν χάθηκε πρόωρα, ήταν ο πέμπτος πλουσιότερος στην Ταϊλάνδη, έχοντας εκτιμώμενη περιουσία 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Τα χρήματα, όμως, δεν «αποφασίζουν» για όλα, και ύστερα από αναμονή που διήρκεσε περισσότερο από 24 ώρες, ο αγγλικός σύλλογος ενημέρωσε ότι ο ιδιοκτήτης του ήταν νεκρός, βρίσκοντας ακαριαίο θάνατο στα 61 του έπειτα από τη συντριβή (λόγω μηχανικής βλάβης) του ελικοπτέρου στο πάρκινγκ του «King Power Stadium», λίγη ώρα μετά το εντός έδρας 1-1 με τη Γουέστ Χαμ για το πρωτάθλημα. Ζωή σαν σενάριο Η ιστορία του ανθρώπου που αγόρασε τη Λέστερ 39 εκατομμύρια λίρες και εκτόξευσε την αξία της στα 436 θυμίζει ταινία του Χόλιγουντ. Ακόμη και το πολύ δύσκολο όνομά του έδινε αφορμές για συζητήσεις, αν και η αλήθεια είναι πως ήταν πιο απλό έως τον Δεκέμβριο του 2012. Τότε, η βασιλική οικογένεια της πατρίδας του αποφάσισε να τιμήσει την οικογένειά του για όσα είχε προσφέρει στην Ταϊλάνδη. Γι’ αυτό, ο βασιλιάς Μπουμιμπόλ μετονόμασε την οικογένεια από Ρακσριαρσόν σε Σριβανταναπράμπα: «Το φως του προοδευτικού μεγαλείου». Ο 612ος πλουσιότερος άνθρωπος του πλανήτη, με καθαρή αξία 2,9 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με την εκτίμηση του «Forbes» (τη χρονιά που η Λέστερ κατέκτησε το πρωτάθλημα), ξεκίνησε με ένα κατάστημα στο κέντρο της Μπανγκόκ το 1989, πουλώντας ταϊλανδέζικες χειροτεχνίες. Ακολούθησε δεύτερο στο μοναδικό, τότε, διεθνές αεροδρόμιο της χώρας, για να καλύψει τις ανάγκες των πελατών που δεν είχαν χρόνο. Τα δύο καταστήματα έγιναν τρία, τέσσερα, και μετά χάθηκε ο λογαριασμός. Η άνοδος στην εξουσία, το 2001, του κροίσου των τηλεπικοινωνιών Τακσίν Σιναβάτρα τού άλλαξε τη ζωή. Αυτός ήταν που αποφάσισε να δημιουργηθεί δεύτερο αεροδρόμιο στο έθνος, το 2006, και του παρείχε μονοπώλιο στα καταστήματά του. Ήταν το τελευταίο πράγμα που έκανε, πριν ανατραπεί το 2007 από στρατιωτικό πραξικόπημα. Το «Suvarnabhumi Airport» έγινε το 12ο στον κόσμο, την ώρα που ο Σριβανταναπράμπα έφτιαξε και τρία εμπορικά κέντρα στην Μπανγκόκ, την πόλη που ανήκει στους πιο δημοφιλείς προορισμούς. Λάτρευε το πόλο και είχε παίξει στην ίδια ομάδα με τους πρίγκιπες Κάρολο και Ουίλιαμ, ενώ είχε από μικρός μεγάλη αγάπη για το ποδόσφαιρο. Δεν έχανε αγώνα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στην τηλεόραση, μέχρι που ανακάλυψε τη Λέστερ παρακολουθώντας τον τελικό του Λιγκ Καπ στη νίκη επί της Μίντλεσμπρο το 1997. Τότε άρχισαν όλα και δεν δίσταζε να ξυπνά ξημερώματα προκειμένου να παρακολουθεί τη νέα του αγάπη. Ο ιδιοκτήτης της Μίλαν Μάνταριτς, ο οποίος είχε κατηγορηθεί για διαφθορά στο ποδόσφαιρο, αναζητούσε χέρια για να δώσει την ομάδα της δεύτερης κατηγορίας. Ο ίδιος ο γιος του Σριβανταναπράμπα, ο Αϊγιαβάτ, είχε ομολογήσει για την επιτυχία του πατέρα του στο Channel 3 της Ταϊλάνδης: «Δεν το πίστευα, γιατί δεν εξαρτώνται όλα από όσα γίνονται στο γήπεδο». Η επιτυχία δεν είχε όρια, καθώς στην Ταϊλάνδη οι δρόμοι ήταν άδειοι την ώρα που αγωνιζόταν η Λέστερ. Μοναχοί στην προπόνηση Ο ίδιος δεν εμφανιζόταν ποτέ να κάνει κάποιο σχόλιο και έδινε σπάνια συνεντεύξεις, έκανε όμως όλα αυτά που θεωρούσε ότι θα βοηθήσουν την ομάδα. Μία εβδομάδα πριν την εκκίνηση της αγωνιστικής περιόδου 2014-15 πήρε στο προσωπικό του τζετ μοναχούς βουδιστές από την Μπανγκόκ στο Λέστερ, για να παρακολουθήσουν την προπόνηση της ομάδας και να κάνουν τελετές, με σκοπό να της μεταδώσουν θετικό κάρμα. Έδωσαν την ευλογία τους, και στη συνέχεια η ομάδα δεν έχασε στην έδρα της από Έβερτον, Άρσεναλ και Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Κάποιοι ποδοσφαιριστές, μεταξύ των οποίων και ο Βάρντι, αγωνίζονταν φορώντας τα περιδέραια που τους άφησαν οι μοναχοί. Ο Βάρντι εξήγησε τότε στην «Telegraph»: «Το μυστικό αυτής της ιστορίας είναι οι μοναχοί που μας επισκέφτηκαν στα αποδυτήρια. Είχαν στα χέρια τους κλαδιά, τα οποία έβαλαν σε άγιο νερό και μετά μας… μαστίγωσαν στα πόδια. Αυτή είναι η κουλτούρα στην Ταϊλάνδη και τους ευχαριστούμε για ό,τι μας έδωσαν». Ο Σριβανταναπράμπα δεν δεχόταν φασαρίες. Χαρακτηριστική ήταν η απόλυση τριών παικτών, των Πίρσον, Χόπερ και Σμιθ, οι οποίοι κατέγραψαν το Μάιο του 2015 σε βίντεο ερωτικές τους περιπτύξεις επί πληρωμή στην Μπανγκόκ. Εκεί είχε μεταβεί η ομάδα στο πλαίσιο συνεργασίας με την τουριστική Αρχή της Ταϊλάνδης, προκειμένου να διευρύνει το κοινό της. Το ίδιο ίσχυσε και για τον προπονητή Νάιτζελ Πίρσον, που το 2015 είχε αποκαλέσει δημοσιογράφο «στρουθοκάμηλο», «ηλίθιο» και «ανόητο». Ο γαλαντόμος ιδιοκτήτης, που στις νίκες ξόδευε χιλιάδες ευρώ για να αγοράσει την ακριβότερη σαμπάνια για τους καλεσμένους του και κερνούσε την ομάδα στα ακριβότερα εστιατόρια, δεν υπάρχει πια. Οι οπαδοί της ομάδας απέτισαν φόρο τιμής αφήνοντας λουλούδια έξω από τογήπεδο. Μαζί αποχαιρετιστήριες κάρτες και φανέλες της Λέστερ, ενώ όποιοι θέλουν γράφουν συλλυπητήρια μηνύματα στα βιβλία που έχουν τοποθετηθεί. Άπαντες τον σέβονταν διότι προσπάθησε να συνδυάσει τη δική του κουλτούρα με την παράδοση 134 ετών του συλλόγου. Όσοι φίλαθλοι πήγαιναν στο γήπεδο απολάμβαναν δώρα και προσφορές. Ο Σριβανταναπράμπα άφησε πίσω του σύζυγο, τέσσερα παιδιά και μία ολόκληρη πόλη να τον ευγνωμονεί.

Η βιογραφία του Κ. Μήτση