Ελλάδα

Πολιτική

Οικονομία

Επιχειρήσεις

Εκκλησία

Υγεία

Αυτοκίνητο

Το άρθρο της ημέρας

Άρθρογραφία

Συνεντεύξεις

Social Life με την Τίνα

Θόδωρος Πάγκαλος: «Οι Τούρκοι είναι θρασύδειλοι»

Για πολλά χρόνια καθοδήγησε την εξωτερική πολιτική της χώρας ζώντας και καλές και κακές στιγμές. Διατέλεσε επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας για δεκαετίες, και ήταν αυτός που μαζί με τον Φαήλο Κρανιδιώτη έβαλαν την Κύπρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν κανείς προσθέσει μόνο τα χρόνια που διετέλεσε σε υπουργικές θέσεις, συνολικά φτάνει τα 13, και από αυτά τα 6 ήταν στο υπουργείο Εξωτερικών. Γνωρίζει όσο κανείς άλλος το παιχνίδι στο Αιγαίο, στα Σκόπια και στο Αλβανικό, και η άποψή του σε κρίσιμες εθνικές στιγμές ήταν βαρύνουσα, ακόμη και όταν ήταν βουλευτής αντιπολίτευσης.

Το τελευταίο διάστημα προτιμά να αρθρογραφεί και να παρουσιάζει τις απόψεις του σε ραδιοφωνικές εκπομπές.
Σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο, με την προκλητικότητα των Τούρκων να έχει «χτυπήσει κόκκινο», η «Βραδινή της Κυριακής» ζήτησε από τον πρώην υπουργό και αντιπρόεδρο να μιλήσει για την τακτική Ερντογάν, και την επόμενη ημέρα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Να αρχίσουμε, κ. Πάγκαλε, από την πρόσφατη κρίση στο Αιγαίο, και τη νέα όξυνση στις σχέσεις μας με την Τουρκία.

Ο κ. Ερντογάν προκήρυξε πρόωρες εκλογές για τις 24 Ιουνίου, και ήθελα να σας ρωτήσω, εσείς που ξέρετε τους Τούρκους, μπορείτε να μας εξηγήσετε πώς μια ένταση με την Ελλάδα μπορεί να ωφελήσει προεκλογικά τον Ερντογάν; Γιατί η αντιπαράθεση με τους Έλληνες δίνει ψήφους στον Τούρκο πρόεδρο;

«Είναι προφανές ότι η ένταση με την Ελλάδα ωφελεί τον Τούρκο πρόεδρο, ο οποίος, συν τοις άλλοις, εκπροσωπεί και τη σταθερότητα για τη χώρα του. Δεν πρέπει, βεβαίως, να υπερεκτιμούμε τον εαυτό μας. Οι Τούρκοι ψηφοφόροι σε πρόσφατη διεθνή δημοσκόπηση κατατάσσουν το Κυπριακό και το Αιγαίο 9ο και 10ο επί δέκα θεμάτων που απασχολούν την κοινή γνώμη. Αντιθέτως, σε “μαυροπίνακα” κατατάσσουν τους Έλληνες δεύτερους στις αντιπάθειές τους μετά τους Αμερικανούς. Οι Τούρκοι λατρεύουν τη δύναμη. Δεν είναι κράτος Δικαίου. Ποτέ δεν υπήρξαν, και επομένως το Διεθνές Δίκαιο δεν τους αφορά. Η Ελλάδα εμφανίζεται ως ο μαλακός και συμβιβαστικός γείτονας. Οι Τούρκοι είναι θρασύδειλοι. Αν και λοιπόν δεν αποτελούμε μεγάλο πρόβλημα για αυτούς, εκτιμούν ότι μία σίγουρη και γρήγορη νίκη επί των Ελλήνων θα προσδώσει επιχειρήματα στο κόμμα που συμπαθούν, και βεβαίως ο Ερντογάν, ως μέγας δημαγωγός, είναι ευαίσθητος σε τέτοιου είδους επιχειρήματα. Βεβαίως, είναι περιττό να τον ερεθίζουμε απλώς και μόνο για εσωτερικούς πολιτικούς λόγους. Γιατί τότε συμπεριφερόμαστε σαν τους Τούρκους και εμείς. Οι πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού και συγκυβερνήτη της Ελλάδας κ. Καμμένου, ο οποίος συμβαίνει να είναι και υπουργός Εθνικής Αμύνης,, ότι ο Ερντογάν φόρεσε στολή εκστρατείας (ποιος μιλάει;), και ως εκ τούτου είναι γελοίος και τρελός, όταν απευθύνεται από τον αρχηγό ενός κόμματος που κυμαίνεται μεταξύ 1%-2%, ενός εκλογικού σώματος που δεν ξεπερνάει τα 3,5 εκατομμύρια στον πανίσχυρο ηγέτη ενός κόμματος που κυμαίνεται μεταξύ του 40%-60% σε μια χώρα όπου το εκλογικό σώμα είναι τουλάχιστον δεκαπλάσιο, είναι γελοία πράξη. Και ευχαρίστως διαλέγει κανείς για αντίπαλό του μια χώρα τέτοιου είδους».

Τόσο από την επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα όσο και από τις συνεχείς δηλώσεις και ενέργειές του φάνηκε πως ο Τούρκος πρόεδρος είναι απρόβλεπτος στις αποφάσεις του και δύσκολα μπορεί κανείς να τον ακολουθήσει με διπλωματικούς όρους. Πώς θα μπορούσε η ελληνική κυβέρνηση και το υπουργείο Εξωτερικών να αντιμετωπίσουν έναν τέτοιο απρόβλεπτο παράγοντα;

«Καταρχήν, είναι λάθος να θεωρούμε απρόβλεπτο τον κ. Ερντογάν. Πρέπει να μπορεί κανείς να διαβάζει τους Τούρκους, και κυρίως την Ιστορία τους, η οποία σε μεγάλο βαθμό είναι και δική μας Ιστορία.
Εγώ παραδείγματος χάριν είχα ζητήσει να μη γίνει η επίσκεψη Ερντογάν δύο μήνες πριν, και εν πάση περιπτώσει αν υπήρχε υποχρέωση ή προβλεπόταν θετική εξέλιξη και δεν έπρεπε να χαθεί η ευκαιρία, να πάει πρώτα στη Θράκη, όπου τον περίμεναν με πανηγυρισμούς και σημαίες τα πιο ακραία στοιχεία της μουσουλμανικής μειονότητας. Η ευθύνη της ασκούμενης σε τέτοιο επίπεδο εξωτερικής πολιτικής ανήκει στον πρωθυπουργό. Ο υπουργός Εξωτερικών απλώς συμβουλεύει».

Από την πολυετή πείρα σας θυμάστε εσείς ποτέ την Άγκυρα να ακολουθεί τέτοια πολιτική με συνεχείς προκλήσεις και αμφισβητήσεις στο Αιγαίο και στη Θράκη;

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που φοβούνται ένα θέρμο επεισόδιο στο Αιγαίο. Ποια είναι η άποψη σας; Μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο τους επόμενους μήνες;

«Η πολιτική των Τούρκων είναι σταθερή και διαχρονική. Όταν νομίζουν ότι “τους παίρνει”, ότι η κυβέρνηση δηλαδή της Ελλάδας είναι αδύνατη διεθνώς ή ταλαντευόμενη, προκαλούν. Ένα θερμό επεισόδιο μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή, γι’ αυτό και οι λεονταρισμοί και οι εξοπλισμοί δεν ετοιμάζουν την ειρήνη. Δημιουργούν συνθήκες πολέμου».

Η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση ότι αντιμετωπίζει τα εθνικά θέματα με διγλωσσία. Άλλα λέει το Μαξίμου και άλλα το υπουργείο Άμυνας. Σε ορισμένες περιπτώσεις η θεωρία του καλού και του κακού αποφέρει αποτελέσματα. Πιστεύετε ότι στην περίπτωση του κ. Τσίπρα και του κ. Καμμένου αυτή η τακτική των δύο γραμμών έκανε ζημία στην εξωτερική πολιτική;

«Όταν είμαστε φοιτητές υπήρχαν διακρίσεις των πολιτών και εφαρμογή βασανιστηρίων. Υπήρχε τότε η πρακτική του καλού και του κακού “μπάτσου”. Τα θύματα, όμως, αυτής της πρακτικής ήταν στα χέρια της παντοδύναμης Ασφάλειας. Αν οι Τσιπρανέλ βλέπουν τον ελληνικό λαό έτσι, πρέπει να αρχίσουμε να ανησυχούμε. Εάν βλέπουν την Τουρκία έτσι, είναι απλώς καταγέλαστοι».

Παράλληλα με την κρίση στα ελληνοτουρκικά, σε εξέλιξη βρίσκονται και οι διαπραγματεύσεις για το θέμα του ονόματος των Σκοπίων. Πώς θα χαρακτηρίζατε τους χειρισμούς του κ. Κοτζιά;

«Επήλθε σημαντική διαφοροποίηση στην πολιτική κατάσταση που καθορίζει τη διακυβέρνηση των Σκοπίων. Οφείλαμε να αντιδράσουμε αμέσως. Όταν ολοκληρωθούν οι χειρισμοί του υπουργείου Εξωτερικών, τότε θα μπορούμε να τους κρίνουμε».

Είναι ένα θέμα που έχετε χειριστεί πολλά χρόνια. Πιστεύετε ότι είμαστε κοντά σε μια κοινά αποδεκτά λύση;

«Εάν είχα μόνος μου την ευθύνη των αποφάσεων από την αρχή, το θέμα αυτό δεν θα υπήρχε. Πιστεύω ότι είμαστε πολύ κοντά σε μια κοινά αποδεκτή λύση, και ότι η λύση αυτή επιβάλλεται. Το ίδιο ισχύει και στις σχέσεις μας με την Αλβανία».

Η βιογραφία του Κ. Μήτση

Social life με την Τίνα