Ελλάδα

Πολιτική

Οικονομία

Επιχειρήσεις

Εκκλησία

Υγεία

Αυτοκίνητο

Το άρθρο της ημέρας

Άρθρογραφία

Συνεντεύξεις

Social Life με την Τίνα

ΥΠΟΙΚ-STANDARD & POOR’S : Η οικονομία της χώρας κάνει ένα ακόμη βήμα για την επιστροφή της στην πλήρη κανονικότητα

Αναβαθμίστηκε το αξιόχρεο της χώρας από την Standard & Poor’s  σε «BB-», από «Β+» προηγουμένως, και έτσι γίνεται ο πρώτος οίκος αξιολόγησης που προχωρά μετεκλογικά σε αναβάθμιση της χώρας, επιβεβαιώνοντας και τη βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση «B» της Ελλάδας. «Αυτή η θετική εξέλιξη δείχνει ότι η οικονομία της χώρας κάνει ένα ακόμη βήμα για την επιστροφή της στην πλήρη κανονικότητα», είπε την Παρασκευή 25 Οκτωβρίου,   σχολιάζοντας την αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητα της χώρας κατά μία βαθμίδα, ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας, σημειώνοντας πως «Αποδεικνύει ότι η αξιοπιστία της χώρας, σταδιακά, ενισχύεται, ως αποτέλεσμα της σταθερής διακυβέρνησης και της υλοποίησης ενός συνεκτικού οικονομικού σχεδίου.

Αναβαθμίσεις που θα έχουν πολλαπλές θετικές επιδράσεις στην οικονομία

Το οικονομικό επιτελείο συνεχίζει να εργάζεται συστηµατικά, ώστε η χώρα, το συντομότερο δυνατό, να επιστρέψει στην επενδυτική βαθμίδα, μέσα από συνεχείς αναβαθμίσεις. Αναβαθμίσεις που θα έχουν πολλαπλές θετικές επιδράσεις στην ελληνική οικονομία. Προχωρούμε, με σχέδιο και σταθερό βηματισμό, για τον εφοδιασμό της ελληνικής οικονομίας με όλα τα προαπαιτούμενα στοιχεία, ώστε να καταστεί δυνατή η ανασυγκρότηση και η αναπτυξιακή δυναμική της». Συγκεκριμένα, το outlook της αξιολόγησης είναι θετικό που σημαίνει ότι ο οίκος αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας νέας αναβάθμισης στο διάστημα των επόμενων 12 μηνών εάν η κυβέρνηση συνεχίσει να εφαρμόζει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας και τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Πιο αναλυτικά, αναφέρεται στην έκθεση ότι «Θα εξετάζαμε μια αναβάθμιση στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων που στοχεύουν στις εναπομείνασες διαρθρωτικές προκλήσεις της οικονομίας. Ένας άλλος πιθανός καταλύτης για αναβάθμιση θα ήταν η σημαντική μείωση των Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων (NPEs) στο επιβαρυμένο τραπεζικό σύστημα της Ελλάδας, που θα ωφελούσε, κατά την άποψή μας τον μηχανισμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής».

Η κυβέρνηση ετοιμάζει νέο νομοσχέδιο για το ασφαλιστικό

Σύμφωνα με το σκεπτικό της αναβάθμισης, αυτή   έρχεται μετά από διάφορες εξελίξεις που, σύμφωνα με την S&P μειώνουν τους δημοσιονομικούς κινδύνους για την ελληνική κυβέρνηση. Ειδικότερα, ο οίκος σημειώνει την απόφαση του ΣτΕ τον Μάιο ότι η κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων δεν είναι αντισυνταγματική. Κατόπιν, τον Οκτώβριο του 2019, το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματική τη μεταρρύθμιση του 2016 που οδήγησε στη μείωση ορισμένων συντάξεων. Παράλληλα, παρά το γεγονός ότι όλες οι συντάξεις θα πρέπει να επανυπολογιστούν στη βάση του ύψους των συντάξεων στις 31ης Δεκεμβρίου του 2014, η απόφαση δεν έχει αναδρομική ισχύ που σημαίνει ότι τα όποια αναδρομικά αφορούν την περίοδο μετά την απόφαση. Ωστόσο, ενώ η συνολική κρατική δαπάνη για το συνταξιοδοτικό σύστημα θα αυξηθεί, ως αποτέλεσμα των πρόσφατων δικαστικών αποφάσεων, η Standard & Poor’s αντιλαμβάνεται ότι η κυβέρνηση ετοιμάζει νέο νομοσχέδιο για το ασφαλιστικό, μέσω του οποίου θα καλύψει πλήρως τις σχετικές δημοσιονομικές επιπτώσεις. Επίσης, ο προτεινόμενος νόμος θα περιορίσει τις αυξήσεις στις συντάξεις οι οποίες προκύπτουν από τις αποφάσεις σε ένα σχετικά μικρό ενδιάμεσο χρονικό διάστημα.

Η πλήρης άρση, τον Σεπτέμβριο του 2019, των capital controls

Βέβαια, μια άλλη βασική εξέλιξη σχετική με την πιστωτική αναβάθμιση της χώρας, σημειώνει ο οίκος, ήταν η πλήρης άρση, τον Σεπτέμβριο του 2019, των capital controls. Υπενθυμίζεται πως οι έλεγχοι στην κίνηση των κεφαλαίων εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης του 2015 προκειμένου να στηριχθεί η σταθερότητα του τραπεζικού τομέα μετά από μια ταχεία συρρίκνωση των τραπεζικών καταθέσεων, ενώ αργότερα χαλάρωσαν σταδιακά και από τότε δεν παρατηρείται καμία ασυνήθιστη εκροή καταθέσεων. Οι βελτιωμένες οικονομικές προοπτικές, σημειώνει η S&P συνεχίζοντας την αξιολόγηση, συνοδεύονται από ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις και ευνοϊκή διάρθρωση του δημόσιου χρέους της, αλλά τα συγκεκριμένα στοιχεία, βαρύνονται από το υψηλό εξωτερικό και δημόσιο χρέος, ένα τραπεζικό σύστημα το οποίο εξακολουθεί να πιέζεται λόγω των μεγάλων Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων (NPEs) και έναν αμφισβητούμενης λειτουργικότητας μηχανισμό μετάδοσης νομισματικής πολιτικής.

Η Ελλάδα έχει ένα από τα πιο προνομιακά προφίλ χρέους στον κόσμο

Αναφορικά με τη λήξη και το μέσο κόστος τόκων, η Ελλάδα έχει ένα από τα πιο προνομιακά προφίλ χρέους στον κόσμο, με το εμπορικό τμήμα του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης να αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 20% του συνολικού χρέους ή λιγότερο από το 40% του ΑΕΠ. Μάλιστα, η τελική εκταμίευση από το πρόγραμμα του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) παρείχε ένα αρκετά μεγάλο cash buffer, που σύμφωνα με τον οίκο, θα εκπληρώσει τις απαιτήσεις της κεντρικής κυβέρνησης για την εξυπηρέτηση του χρέους μέχρι το 2023, με τις προβολές να   δείχνουν ότι οι λόγοι του ακαθάριστου και του καθαρού χρέους προς το ΑΕΠ της γενικής κυβέρνησης θα αρχίσουν να μειώνονται ήδη από το 2019, με την βοήθεια της ανάκαμψης στην ανάπτυξη του ονομαστικού ΑΕΠ και τα μεγάλα πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Όσον αφορά την ανάπτυξη, μετά από ρυθμό αύξησης 1,9% του πραγματικού ΑΕΠ το 2018, ο οίκος αξιολόγησης αναμένει ότι η ελληνική οικονομία θα κινηθεί με ρυθμό περίπου 2% το 2019, προτού σταδιακά επιταχύνει την περίοδο 2020-2022. Ταυτοχρόνως, ο ρυθμός αύξησης της απασχόλησης παραμένει σταθερός, τοποθετούμενος στο 2%   περίπου ετησίως έως το 2022, αναφέροντας πως η πρόσφατη αύξηση του κατώτατου μισθού θα μπορούσε να επιφέρει επιβράδυνση στις προσλήψεις. Η οικονομία όμως θα επωφελούνταν από τον πολλαπλασιασμό των μόνιμων θέσεων απασχόλησης, καθώς το 2018 και μέχρι στιγμής το 2019, λίγο πάνω από το 50% των νέων υπαλλήλων ήταν με συμβάσεις ορισμένου χρόνου.

Σημαντική η νίκη της Νέας Δημοκρατίας, τον Ιούλιο του 2019 

Κατόπιν η Standard & Poors,  στάθηκε ιδιαιτέρως στη νίκη της Νέας Δημοκρατίας, τον Ιούλιο του 2019 στις γενικές εκλογές, αποκτώντας   την απόλυτη πλειοψηφία στο κοινοβούλιο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, διεξήγαγε προεκλογική εκστρατεία με μια ατζέντα οικονομικής πολιτικής που περιελάμβανε σχέδια για μείωση φορολογικών βαρών στα νοικοκυριά, αλλά και τις εταιρείες, επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων, βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και διευκόλυνση της μείωσης των μεγάλων NPEs των τραπεζών. Η εκτίμηση του οίκου   εάν υλοποιηθούν αυτά τα σχέδια,   είναι πως η μέχρι τώρα σχετικά συγκρατημένη οικονομική ανάκαμψη της χώρας μπορεί να επιταχυνθεί. Συνεχίζοντας την αξιολόγηση η S&P , αναμένει ότι κατά τα επόμενα τρία χρόνια, η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας θα ξεπεράσει τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένου του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ, με τις οικονομικές επιδόσεις να παραμείνουν ισορροπημένες, βασιζόμενες κυρίως στην εγχώρια ζήτηση και τις εξαγωγές. Ταυτοχρόνως,   αναμένεται εκ μέρους του οίκου μια σταθερή άνοδος της ιδιωτικής κατανάλωσης, σε ένα περιβάλλον υψηλότερης απασχόλησης και αύξησης κατά σχεδόν 11% του μηνιαίου κατώτατου μισθού. Επίσης, η μείωση του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων για άτομα με χαμηλό εισόδημα, η μείωση του φόρου ακίνητης περιουσίας και το αναθεωρημένο χρονοδιάγραμμα για την πληρωμή των φορολογικών οφειλών που βρίσκονται σε καθυστέρηση αναμένεται να παίξουν υποστηρικτικό ρόλο όσον αφορά στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Η κυβέρνηση σχεδιάζει να επιταχύνει το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων

Όσον αφορά το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, η κυβέρνηση σχεδιάζει να το επιταχύνει διευκολύνοντας παράλληλα σχέδια προς υλοποίηση από τον ιδιωτικό τομέα, όπως η ανακατασκευή του χώρου του Ελληνικού, ενώ τα assets που πρόκειται να ιδιωτικοποιηθούν περιλαμβάνουν το 30% των μετοχών του ΔΑΑ, το μερίδιο του ελληνικού κράτους στα ΕΛΠΕ, την ΔΕΠΑ, εκχωρήσεις στην Εγνατία Οδό και περιφερειακά λιμάνια, σκοπεύοντας να αυξήσει τις δημόσιες επενδύσεις στο 4,3% του ΑΕΠ το 2020 έναντι περίπου 3,8% το 2019. Ολοκληρώνοντας την αξιολόγηση ο οίκος επισημαίνει πως   το βελτιωμένο οικονομικό περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένων των όρων δανεισμού της κυβέρνησης και η κατάργηση των κεφαλαιακών ελέγχων θα ενισχύσουν τις επενδύσεις, αλλά κατά την άποψή της, το κλειδί για μια ταχύτερη οικονομική ανάκαμψη είναι η μείωση των NPEs των τραπεζών, εξέλιξη η οποία θα δώσει ώθηση στην τραπεζική πίστη προς τον ιδιωτικό τομέα. Ο θετικός αντίκτυπος των προηγούμενων μεταρρυθμίσεων, όπως εκείνες στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, είναι απίθανο να γίνει αισθητός σε συνθήκες ύφεσης ή χαμηλής ανάπτυξης, καθώς χωρίς πρόσβαση σε κεφάλαιο κίνησης, ο τομέας των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, παραμένουν σε κίνδυνο, με την αθέτηση υποχρεώσεων του ιδιωτικού τομέα, να εξακολουθεί να είναι ευρέως διαδεδομένη, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών υποχρεώσεων.

Οι εξαγωγές  θα επωφεληθούν  από την αυξημένη ανταγωνιστικότητα

Αναφορικά με τον τομέα των εξαγωγών της Ελλάδας, υπό την προϋπόθεση της απουσίας εξωτερικών κλονισμών, όπως ο εντεινόμενος παγκόσμιος προστατευτισμός ή μια απροσδόκητη μεγάλη ύφεση στην Ευρωζώνη, αυτός βρίσκεται σε καλή θέση προκειμένου να επωφεληθεί από την αυξημένη ανταγωνιστικότητά του. Η ανταγωνιστικότητα όσον αφορά το κόστος εργασίας έχει βελτιωθεί σε επίπεδα ανάλογα της περιόδου πριν το 2000, ενώ η εξωτερική ζήτηση έχει αυξηθεί. Κατά συνέπεια, το μερίδιο των εξαγομένων αγαθών και υπηρεσιών, σχεδόν διπλασιάστηκε, σε σχέση με το ποσοστό 19% του ΑΕΠ που εκπροσωπούσε το 2009. Τα μερίδια αγοράς της Ελλάδας στο παγκόσμιο εμπόριο αυξήθηκαν αντίστοιχα και ο οίκος αναμένει περαιτέρω κέρδη καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου 2020-2022. Παρ’ όλα αυτά, η Ελλάδα υστερεί ακόμη σε σχέση με άλλες χώρες, εξαιτίας των προσκομμάτων στον ανταγωνισμό των αγορών προϊόντων και επαγγελματικών υπηρεσιών, με   αποτέλεσμα, οι καθαρές εισροές από τις άμεσες ξένες επενδύσεις, αν και βελτιωμένες, μπορεί να είναι ανεπαρκείς για να χρηματοδοτήσουν μια ισχυρότερη οικονομική ανάκαμψη. Όσον αφορά το πλεόνασμα του προϋπολογισμού για το 2019, η Standard & Poors εκτιμά πως  θα διαμορφωθεί περίπου στο 1,3% του ΑΕΠ, έναντι 1% το 2018. Αυτό συνεπάγεται ένα πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 4,3% του ΑΕΠ, που   υπερβαίνει σημαντικά τον στόχο του 3,5% που συμφωνήθηκε με τους πιστωτές.

Προβλέπει πλεόνασμα προϋπολογισμού περίπου 0,8% του ΑΕΠ το 2020

Από την πλευρά του, ο οίκος προβλέπει πλεόνασμα προϋπολογισμού περίπου 0,8% του ΑΕΠ το 2020, με ένα πρωτογενές πλεόνασμα σύμφωνο με τον στόχο του 3,5% του ΑΕΠ που συμφωνήθηκε με τους επίσημους πιστωτές, οδηγώντας σε περαιτέρω μείωση του ακαθάριστου χρέους της γενικής κυβέρνησης σε περίπου 166% του ΑΕΠ το επόμενο έτος από λίγο κάτω από 174% φέτος. Το καθαρό δημόσιο χρέος θα μειωθεί περίπου στο 150% του ΑΕΠ το 2020 και κάτω από το 140% του ΑΕΠ το 2022, ενώ η πορεία του συγκεκριμένου δείκτη κατά τα επόμενα χρόνια θα εξαρτηθεί από τη στρατηγική της κυβέρνησης σχετικά με τη στήριξη της μείωσης των NPEs των τραπεζών και από ενδεχόμενες εισροές από ιδιωτικοποιήσεις. Τελικά, παρά το μέγεθος του χρέους της Ελλάδας, εκτιμάται πως το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους θα είναι διαμορφωθεί κατά μέσο όρο περίπου στο 1,6% του ΑΕΠ στο τέλος του 2019, σημαντικά χαμηλότερα από το μέσο κόστος αναχρηματοδότησης για την πλειοψηφία των κρατικών ομολόγων που έχουν βαθμολογηθεί με «ΒΒ». Μάλιστα, οι αποφάσεις νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ συνέβαλαν επίσης στη μείωση των δαπανών για τόκους από πλευράς Ελλάδας, μέσω του χαμηλότερου κόστους δανεισμού, με την χώρα να εκδίδει πρόσφατα τριμηνιαία έντοκα γραμμάτια με αρνητική απόδοση. Ακόμη και με την αύξηση του εμπορεύσιμου τμήματος του χρέους, το τελευταίο θα παραμείνει κάτω από το 20% του συνολικού χρέους της γενικής κυβέρνησης μέχρι το 2021.

Καταλήγοντας ο οίκος αναμένει σταδιακή ποσοστιαία μείωση των πληρωμών τόκων σε σχέση με τα έσοδα του δημοσίου. Μια δυνητική μερική προπληρωμή των ανεξόφλητων υποχρεώσεων ύψους περίπου 8,5 δισ. ευρώ, την 30ή Ιουνίου 2019, προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θα μείωνε περαιτέρω τα βάρη, χωρίς να μειώνεται η ένταση της μεταπρογραμματικής παρακολούθησης της χώρας. Εξ άλλου, εκτιμάται ότι η μέση υπολειπόμενη διάρκεια του χρέους της χώρας θα προσεγγίζει τα 21 έτη στο τέλος του έτους 2019, αν και αυτή πρόκειται να αυξηθεί με την εφαρμογή των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους που χορηγήθηκαν στην Ελλάδα τον Ιούνιο του 2018.

Η βιογραφία του Κ. Μήτση

Social life με την Τίνα