Ελλάδα

Πολιτική

Οικονομία

Επιχειρήσεις

Εκκλησία

Υγεία

Αυτοκίνητο

Το άρθρο της ημέρας

Άρθρογραφία

Συνεντεύξεις

Social Life με την Τίνα

H startup της Μυρσίνης Λοΐζου

Πρωτάκουσα τα τραγούδια του Μάνου Λοΐζου την δεκαετία του ΄70, και όπως οι περισσότεροι νέοι της εποχής τα σιγοτραγούδησα και τα αγάπησα με τον ενθουσιασμό της εφηβικής ηλικίας. Είμαι βέβαιος ότι εάν ψάξω στο πατρικό μου στην Βέροια, θα ανακαλύψω κασσέτες ή δίσκους 33 στροφών, με πρώτο και καλύτερο το «Καλημέρα Ήλιε», που υιοθετήθηκε ως επίσημος ύμνος από το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑ.ΣΟ.Κ.) του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου. Έμαθα για την ύπαρξη της κόρης του Μυρσίνης, όπως και η υπόλοιπη Ελλάς, στις αρχές της δεκαετίας του 2010, όταν απηγόρευσε να χρησιμοποιείται το εν λόγω τραγούδι από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. του Γεωργίου Α. Παπανδρέου. Ήταν η εποχή του Κινήματος των Αγανακτισμένων και του γενικευμένου θυμού προς το παλαιό πολιτικό σύστημα, οπότε, για ευνοήτους λόγους, την διακιολόγησα εν μέρει. Η μετέπειτα πορεία της, όχι επαγγελματική αλλά σχολιαστική στα μέσα κοινωνικής δικτυώσεως, δεν είχε εκ μέρους μου την ίδια αντιμετώπιση. Πώς να δικαιολογήσω την ανάρτησή της «τα θύματα του Ξηρού θα έπρεπε να σηκωθούν και να μας ζητήσουν συγγνώμη», ή ακόμη: «Απ’ ό,τι μαθαίνω βελτιώθηκε ο τρόπος βράβευσης της Ακαδημίας Αθηνών γιατί παρουσιάζεται ως ο αποστολέας του παγιδευμένου φακέλου στον Παπαδήμο». Εκεί που το «ποτήρι ξεχείλισε» ήταν με τους «φορτιστές βενζίνης αυτοκινήτου», δηλαδή τις επονομαζόμενες «βόμβες Μολότωφ», το οποίο ανήρτησε στο facebook, προτείνοντας υπαινικτικώς την χρήση τους όπου δει. Το σκάνδαλο που έφερε στην δημοσιότητα η εφημερίδα «Φιλελεύθερος» και αφορούσε στην είσπραξη επί 5,5 έτη της συντάξεως της μητέρας της, ενώ η τελευταία είχε αποδημήσει, παρανομία για την οποία έχει καταδικασθεί από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, ήλθε να επιβεβαιώσει, ανεξαρτήτως κομμάτων, μία αντίληψη που έχουν ορισμένοι συμπολίτες μας για το κράτος, και δεν είναι άλλη από το «μας κλέβει το κράτος, άρα θα το κλέψουμε κι εμείς».

Οι νεοφυείς επιχειρήσεις

Ταξιδεύω τους τελευταίους μήνες ανά την χώρα για την παρουσίαση του βιβλίου «Startups» του Λευτέρη Παπαγεωργίου. Πρόκειται για έναν οδηγό επιβιώσεως όσων θέλουν να δημιουργήσουν νεοφυείς επιχειρήσεις, αυτό σημαίνει ο όρος «startups» αγγλιστί. Ο συγγραφέας του έχει μία ευκρινή εμπειρία, αφού μέχρι στιγμής έχει ιδρύσει 17 startups σε τρεις χώρες, των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (Η.Π.Α.) συμπεριλαμβανομένων, εξ ου και ο υπότιτλος «Από την ιδέα στην Παγκόσμια Αγορά». Για να γίνω πιο σαφής, η Entranet, μία από τις εταιρίες του, σχεδίασε το «έξυπνο σπίτι του μέλλοντος για τους ηλικιωμένους», το οποίο βραβεύθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ ήταν ο πρώτος που δημιούργησε την τεχνολογία του «ομιλούντος ανελκυστήρος». Όπως αρέσκεται να επαναλαμβάνει ο Λευτέρης Παπαγεωργίου, θα ήθελε να είχε διαβάσει το βιβλίο που έγραψε, για να αποφύγει τα λάθη που διέπραξε, και αρκετά από αυτά αφορούν τις σχέσεις του με το Ελληνικό Δημόσιο. Παραλλήλως, μοιράζεται εκείνους τους κανόνες επιχειρηματικότητος που είναι χρήσιμοι για την λειτουργία μίας νεοφυούς επιχειρήσεως. Όμως, το θέμα που με απασχολεί κατά βάθος δεν είναι τόσο το εν λόγω βιβλίο ή οι προφανείς αρετές του. Το θέμα που με απασχολεί, ιδίως τώρα που πλησιάζουν οι εκλογές και παρακολουθώ την «παρέλαση» των υποψηφίων δημάρχων, βουλευτών, περιφερειαρχών και ευρωβουλευτών, χωρίς να παραλείπω τους δημοτικούς, περιφερειακούς και διαμερισματικούς συμβούλους, είναι η απόστασις, η οποία όλο και μεγενθύνεται, ανάμεσα στους λεγόμενους «ανθρώπους της αγοράς» και τους ανεπάγγελτους «κηφήνες» του Δημοσίου. Ανθρώπους όπως η κόρη του σπουδαίου μουσικοσυνθέτη Μάνου Λοΐζου, η οποία κατήλθε στην πολιτική με μόνο βιογραφικό εύσημο την οικογενειακή της σχέση, ήτοι επάγγελμα «θυγατέρα Λοΐζου».

Η βιογραφία του Κ. Μήτση

Social life με την Τίνα