Ελλάδα

Πολιτική

Οικονομία

Επιχειρήσεις

Εκκλησία

Υγεία

Αυτοκίνητο

Το άρθρο της ημέρας

Άρθρογραφία

Συνεντεύξεις

Social Life με την Τίνα

Μισθωτοί και ελεύθεροι επαγγελματίες οι πλέον ευνοημένοι
Μειώσεις 5% στις εισφορές

Αιχμή της νέας κυβερνητικής πολιτικής στην απασχόληση είναι η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες (από 20% στην κύρια σύνταξη, στο 15%). Είναι κάτι που εφαρμόστηκε μερικώς και το 2014, αλλά ανετράπη ακολούθως από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, η οποία αύξησε τις ασφαλιστικές εισφορές υπέρμετρα, διογκώνοντας έτσι τη «μαύρη» -ανασφάλιστη εργασία. Σύμφωνα με τις προεκλογικές εξαγγελίες της Ν.Δ. και τις σχετικές δεσμεύσεις του αρμόδιου υπουργού Εργασίας Γιάννη Βρούτση, η εν λόγω μείωση θα ισχύσει σταδιακά από την 1/1/2020 και θα εφαρμοστεί κατ’ αναλογίαν, τόσο στις επιχειρήσεις όσο και τους μισθωτούς, στην ήδη υφιστάμενη σχέση 2:1. Δηλαδή οι επιχειρήσεις θα ελαφρυνθούν ως προς το έμμεσο εργασιακό κόστος (ασφάλιστρα ) κατά 3,33 μονάδες και οι μισθωτοί θα δουν να αυξάνονται οι καταβαλλόμενες αποδοχές τους κατά 1,67%. Ως προς τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους επιστήμονες, οι οποίοι πληρώνουν εισφορές ακόμη και για καθαρά εισοδήματα της τάξης των 77.000 ευρώ το χρόνο, θα τεθεί μικρότερο πλαφόν και θα υπάρχει αποκλιμάκωση των ποσοστιαίων ασφαλίστρων. Να σημειωθεί ότι από τις αρχές του χρόνου το ποσοστό των ασφαλιστικών εισφορών για κύρια σύνταξη μειώθηκε στο 13,33%, αλλά παραμένει στο 6,95% για Υγεία (ΕΟΠΥΥ). Παράλληλα, οι γιατροί, μηχανικοί και δικηγόροι πληρώνουν εισφορές για εφάπαξ και επικούρηση ίση με περίπου 72 ευρώ το μήνα (πρόκειται για ενιαίο ποσό ανεξαρτήτως ετήσιου εισοδήματος). Αυτή ακριβώς η μείωση που εφαρμόζεται εδώ και έξι μήνες, οδήγησε σε μείωση των προϋπολογισθέντων εσόδων του ΕΦΚΑ κατά σχεδόν 400 εκατ. ευρώ, ποσό που δεν αποκλείεται να διευρυνθεί στα 800 εκατ. μέχρι τέλους του έτους. Η ποσοστιαία μείωση των ασφαλίστρων από 20% έως το 2018 σε 13,33% προεκλογικά φέτος, δεν επιτρέπει νέα μείωση των ποσοστών. Γι’ αυτό και θα επιδιωχθεί από το υπουργείο Εργασίας η αποκλιμάκωση των εισοδημάτων κάτω από τα οποία εφαρμόζονται τα εν λόγω ποσοστά εισφορών. Τυχόν μείωση των εισφορών η κυβέρνηση σκοπεύει να την καλύψει με έλεγχο της ανασφάλιστης εργασίας και διεύρυνση της ασφαλιστικής βάσης, με περισσότερους εν ενεργεία να εντάσσονται στον ΕΦΚΑ (διεύρυνση της απασχόλησης και της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας). Δεν αποκλείεται πάντως να μειωθούν και οι έμμεσες επιβαρύνσεις, όπως είναι οι αλληλόχρεοι λογαριασμοί υπέρ οικογενειακών επιδομάτων, στράτευσης, Εργατικής Εστίας ή Εργατικής Κατοικίας κ.ά., και έτσι να ελαφρυνθεί σημαντικά το έμμεσο μισθολογικό κόστος, μην επιβαρύνοντας, παράλληλα, και τα έσοδα του ΕΦΚΑ. Και αυτό, γιατί εάν δεν αναπληρωθούν τα έσοδα του ΕΦΚΑ από τη διεύρυνση της ασφαλιστικής βάσης (περισσότεροι εργαζόμενοι και απασχολούμενοι), τότε θα διευθυνθεί το έλλειμμα, θα αυξηθεί το κρυφό χρέος και θα μειωθούν, εν τέλει, οι παροχές (συντάξεις).

Ιδιωτική επικουρική – Ευκαιρίες και πλεονεκτήματα για τους νέους

Αιχμή του δόρατος των κυβερνητικών εξαγγελιών παραμένει η (προεκλογική) εξαγγελία της Ν.Δ. για ελεύθερη επιλογή επικουρικού Ταμείου. Η επικούρηση θα είναι υποχρεωτική, όπως και σήμερα, μαζί με την κύρια ασφάλιση. Προαιρετική θα είναι μόνο η ιδιωτική – πρόσθετη ασφάλιση. Με βάση το κυβερνητικό σχέδιο, η κύρια ασφάλιση (ΕΦΚΑ) παραμένει στον αυστηρά δημόσιο τομέα και είναι αναδιανεμητική. Η παρούσα γενιά εργαζομένων πληρώνει εισφορές για τις συντάξεις της προηγούμενης γενιάς (νυν συνταξιούχοι). Η επικουρική ουσιαστικά θα ταυτιστεί με την επαγγελματική ασφάλιση και θα λειτουργεί με το κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Εργοδότης και εργαζόμενος θα συμφωνούν εάν θα ασφαλίζονται στο δημόσιο ασφαλιστικό ταμείο ΕΤΕΑΕΑΠ ή σε κάποιο ιδιωτικό ταμείο-εταιρία. Οι εισφορές θα είναι κατ’ ελάχιστον 6% (από 3%+3% για επιχειρήσεις και μισθωτό) ή όσο ορίζει η Πολιτεία. Επιπλέον, όσοι ασφαλισμένοι επιθυμούν και έχουν διαθέσιμο εισόδημα, θα μπορούν να επιλέξουν και ένα πακέτο ιδιωτικής ασφάλισης.Το εν λόγω πρόγραμμα θα ισχύσει για τους νέους εργαζομένους από 1/1/2021 και έχει αναλάβει να προωθήσει ο αρμόδιος υφυπουργός Κοινωνικών Υποθέσεων Νότης Μηταράκης ο οποίος, εξάλλου, το εισηγήθηκε και προεκλογικά στη σχετική ημερίδα της Ένωσης Ιδιωτικών Ασφαλιστικών Εταιριών. Με βάση την εμπειρία, οι ιδιωτικές εταιρίες αναμένεται να προσφέρουν πακέτο ασφαλιστικής κάλυψης σε κάθε μισθωτό (ασφάλιση Υγείας, αυτοκίνητου, πυρός, οικογενειακής φροντίδας κ.ά.), αλλά και καλύτερες αποδόσεις σε ένα κεφαλαιοποιητικό σύστημα (συσσώρευση εισφορών και αποδόσεων σε ατομικούς λογαριασμούς, οι οποίοι είτε θα χρηματοδοτούν την επικουρική σύνταξη μετά την ολοκλήρωση του εργασιακού βίου (το ποσό θα επιμεριστεί ανά μήνα και έτος με βάση την ηλικία συνταξιοδότησης και το προσδόκιμο ζωής) είτε θα δίνεται εφάπαξ στον δικαιούχο. Αναλόγως της επιθυμίας του…

Τα βαρίδια και τα ελλείμματα του Ασφαλιστικού

Πέραν των προσαυξήσεων και αναπροσαρμογών στις ασφαλιστικές εισφορές, κάτι που αύξησε το συνολικό εργατικό κόστος τα προηγούμενα χρόνια, υπάρχει και μια σειρά επιβαρύνσεων πάνω στην εργασία (ποσοστό επί του αρχικού μεικτού μισθού), που όχι μόνο δεν είναι ανταποδοτικές αλλά, σε πολλές περιπτώσεις, προορίζονται να καλύψουν ελλείμματα του ιδίου του Ασφαλιστικού. Δηλαδή, εκτός του γεγονότος ότι η λειτουργία του ΕΦΚΑ είναι, επιεικώς, προβληματική διατηρούνται εδώ και χρόνια οι περίφημοι αλληλόχρεοι λογαριασμοί, όπου οι εργοδότες και οι επιχειρήσεις καταβάλλουν ανά μήνα τις πρόσθετες εισφορές. Και αντί ο ΕΦΚΑ να μεταβιβάσει αυτά τα ποσά στον ΟΑΕΔ, την Εργατική Κατοικία ή την Εργατική Εστία (Οργανισμοί που έχουν ενσωματωθεί στον ΟΑΕΔ και δεν παράγουν κοινωνικό έργο πλέον), κρατάει τα χρήματα για τα τρέχοντα έξοδα και την ομαλή καταβολή των συντάξεων. Έτσι, ενώ οι βασικές εισφορές για σύνταξη και Υγεία βρίσκονται σε ήδη πολύ υψηλά επίπεδα (κύρια: 6,67% για το μισθωτό συν 13,33% για την επιχείρηση και στο 7% για Υγεία -ΕΟΠΥΥ), το τελικό ποσοστό από 27% φτάνει ακόμη και κοντά στο 50% επί του αρχικού μισθού. Σε σημείο, δε, που ένας μισθωτός που λαμβάνει στην Ελλάδα 1.500 ευρώ το μήνα καθαρά, όχι δηλαδή και από τους υψηλότερους μισθούς στην Ευρώπη, να κοστίζει στην επιχείρηση έως και 45.000 ευρώ το χρόνο, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση κοστίζει περί τις 30.000 ευρώ και στην Κύπρο σχεδόν 25.000 ευρώ.

Η βιογραφία του Κ. Μήτση

Social life με την Τίνα