Η Άννα Αδριανού γεννήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου στην Αθήνα, ασχολήθηκε με την υποκριτική, όπως και ο πατέρας της Νίκος Βασταρδής, αποφοιτώντας από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.

Επιτυχημένη ηθοποιός, σεναριογράφος, συγγραφέας, θεατρική συγγραφέας, ραδιοφωνική παραγωγός και παρουσιάστρια.Έχει γράψει πολλά τηλεοπτικά σίριαλ,βιβλία, έχει παίξει στο θέατρο, την τηλεόραση, τον κινηματογράφο. Είναι παντρεμένη με τον συγγραφέα Γιάννη Μπότση.

Ο πατέρας της, που τον λάτρευε, της έλεγε: «Αν ποτέ με πάνε να με εκτελέσουν θα χαρώ τη διαδρομή». Εκείνη, πάλι, σκέφτεται ότι «όλα περνούν. Και τα καλά και τα άσχημα», και έτσι πορεύεται. Τις ελεύθερές της ώρες τις περνά με το σύζυγό της, με φίλους, με τα ζώα της, τα βιβλία της, βόλτες στην εξοχή και κολύμπι.

Κυρία Αδριανού, μέχρι την «απαγόρευση» πρωταγωνιστούσατε σε ένα από τα πιο αγαπημένα έργα, τις «Ανθισμένες Μανόλιες», φέτος στο «Χυτήριο», σε παραγωγή Βάσιας Παναγοπούλου. Τώρα τα πάντα στην Τέχνη έχουν ακινητοποιηθεί. Τι έχετε να μας πείτε;

«Σαν πρώτη αντίδραση αναρωτηθήκαμε όλοι γιατί βρέθηκαν τα θέατρα και πάλι στο στόχαστρο ως κέντρα μόλυνσης και κλείνουν μαζί με την εστίαση για να αποφευχθεί η διασπορά του ιού. Όμως, στα μαγαζιά της εστίασης ο κόσμος είναι μοιραία χωρίς μάσκες, σε τραπέζια που φιλοξενούν παρέες και συνορεύουν πλάι-πλάι με άλλα τραπέζια, μιλούν και γελούν ο ένας στο πρόσωπο του άλλου, πράγμα επικίνδυνο ακόμα και στους εξωτερικούς χώρους. Στο θέατρο, αντίθετα, οι θεατές θα φορούν μάσκες και τα καθίσματα θα είναι αραιά, καθώς μάλιστα θα υπάρχει πληρότητα μόνο του 30 τοις εκατό της αίθουσας. Και φυσικά, δεν επικοινωνούν τόσο μεταξύ τους αφού παρακολουθούν μία παράσταση. Δεν φαίνεται να είναι λοιπόν τόσο επικίνδυνοι χώροι, όσο π.χ. η εστίαση, τα σουπερ μάρκετ, οι συγκοινωνίες, για να μην μιλήσω για τα αεροπλάνα όπου οι άνθρωποι κάθονται κοντά-κοντά και την ώρα του φαγητού βγάζουν και τις μάσκες. Απλά, νομίζω ότι οι καλλιτέχνες δεν αποτελούμε, δυστυχώς, στη συνείδηση των “κρατούντων” κάτι τόσο ζωτικό για τον κόσμο, ώστε η Τέχνη να θεωρηθεί, “εκ των ουκ άνευ”, όπως το φαγητό, οι μετακινήσεις και άλλα. Γι’ αυτό και εύκολα “μας κόβουν” σαν μια “πολυτέλεια”. Ωστόσο, υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που εργάζονται και ζουν από αυτήν.. . Εκτός τούτου, η ζωή χωρίς την Τέχνη χάνει μεγάλο μέρος από την ομορφιά και την ποιότητά της, για να μην μιλήσω για τα μαθήματα και την ανάταση που μας προσφέρει πνευματικά και ψυχικά».

Στις «Ανθισμένες Μανόλιες» δένει δυνατή φιλία έξι γυναίκες. Στην εποχή μας υπάρχουν μεταξύ γυναικών ειλικρινή συναισθήματα;

«Υπήρχαν και θα υπάρχουν. Η φιλία έχει περάσει στο DNA μας γιατί αναπτύχθηκε ανάμεσα στις γυναίκες από τις παλιές εποχές, που συνασπιζόντουσαν για να αντιμετωπίσουν τις κοινές δυσκολίες και την εξουσία των ανδρών. Σήμερα δεν υπάρχει αυτός ο λόγος, αλλά το δέσιμο μεταξύ τους είναι ακόμα πιο ισχυρό, γιατί αναζητούν η μία στην άλλη ψυχολογικά στηρίγματα και μία κατανόηση που μόνο το ίδιο φύλο μπορεί να στην παρέχει. Άλλωστε, οι γυναίκες από τη φύση τους είναι στοργικές».

Ετοιμάζετε κάποιο καινούργιο σενάριο για την τηλεόραση;

«Έχω κάνει μια παύση τα τελευταία δύο χρόνια για να ξαναγεμίσω τις μπαταρίες μου, να ξεκουραστώ και να ξεκουράσω το κοινό από εμένα. Πιστεύω ότι ένας ηθοποιός πρέπει να είναι “πολύτιμος” και να μην υπάρχει συνέχεια στη μικρή οθόνη. Αφοσιώθηκα, λοιπόν, στο Θέατρο και έχω αφήσει την τηλεόραση για παρακάτω».

Η γνώμη σας για την τηλεόραση του σήμερα και τα reality shows; 

«Δεν είμαι σε θέση να την κρίνω. Κάθε εποχή έχει τα δικά της καλά και κακά γνωρίσματα. Υπάρχουν realities που μοιάζουν πιο σοβαρά και ποιοτικά, και άλλα όχι. Είναι στο χέρι του κάθε θεατή να παρακολουθήσει κάτι ή να το απορρίψει». 

Με την ευαισθησία που σας διακρίνει, είστε υπέρμαχος των ζώων. Μιλήστε μας γι’ αυτό.

«Είναι ένας μεγάλος σκοπός της ζωής μου. Κάτι που της δίνει ξεχωριστό νόημα. Ο καθένας μας οφείλει στο πέρασμά του από τον πλανήτη να φροντίσει και κάποια πλάσματα ή ομάδες που έχουν ανάγκη στήριξης. Να κοιτάξει λίγο πιο πέρα από τον εαυτό του και τα θέλω του. Να αγωνιστεί για ανθρώπους που υποφέρουν, για το Περιβάλλον που νοσεί, για τα ζώα. Εγώ διάλεξα τα ζώα, γιατί είναι τα πιο κακοποιημένα όντα στον κόσμο μας όπως τον φτιάξαμε και δεν έχουν ούτε σοβαρούς νόμους να τα υπερασπιστούν ούτε φωνή. Κάποιοι, λοιπόν, αποφασίσαμε να γίνουμε η φωνή τους. Άλλωστε, όσοι φροντίζουν τα ζώα, φροντίζουν και τους ανθρώπους»…

Αποφασίζετε με τη λογική ή την καρδιά;

«Με την καρδιά και με το ένστικτο. Πιστεύω ότι η λογική είναι υπερτιμημένη αξία και μας παραπλανά, γιατί μηχανεύεται επιχειρήματα που δεν είναι αληθινά, αλλά έχουμε ανάγκη να τα πιστέψουμε. Η καρδιά πάντα ξέρει. Άλλωστε, είναι και το κέντρο μας»…

Θα παροτρύνατε στις μέρες μας, που όλα είναι ρευστά, έναν νέο που θα ήθελε να σπουδάσει Υποκριτική;

«Η ασφάλεια είναι μία επινόηση. Ποτέ δεν ξέρουμε τι θα μας συμβεί την επομένη. Οπότε, γιατί να μην κάνει κάποιος αυτό που αγαπάει και ονειρεύεται; Μόνο που πρέπει να είναι σίγουρος γι’ αυτή την αγάπη και έτοιμος να δουλέψει σκληρά και σοβαρά. Τίποτα δεν είναι εύκολο και ούτε χωρίς τίμημα».

Ευτυχία για εσάς είναι;

«Αυτό που συμβαίνει όταν νιώθεις ευγνωμοσύνη για όσα έχεις και για όσα αγαπάς».

Από την έντυπη έκδοση της «Βραδυνής της Κυριακής»