Ακτινίδιο: Στα ύψη η ελληνική παραγωγή | Πυργετού 4

“Τέρμα γκάζι”, προκειμένου να κατακτήσει ακόμη περισσότερες αγορές του εξωτερικού, πατά το ελληνικό ακτινίδιο, διεκδικώντας με αξιώσεις την τρίτη θέση της παγκόσμιας κατάταξης στην παραγωγή. Το 2020 αναμένεται να “ανοίξει φτερά” για την αγορά της Ταϋλάνδης, με επόμενους σταθμούς την Κορέα και την Κίνα, τις χώρες της Λατινικής Αμερικής και τις Ιαπωνία, Ταϊβάν, Αυστραλία και Βιετνάμ.

Αυτά τόνισε, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο πρόεδρος της Άτυπης Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Ακτινιδίου, Χρήστος Κολιός, ο οποίος υπογραμμίζοντας ότι έχει ήδη ανοίξει και η αγορά της Ινδίας, σημείωσε: “το 2020 ίσως καταφέρουμε να πάμε στην αγορά της Ταϋλάνδης. Θα ακολουθήσουν η Κορέα και η Κίνα”.

Διευκρίνισε βέβαια, ότι Έλληνες παραγωγοί/εξαγωγείς βρίσκονται στην αγορά της Κίνας από το 2008, ωστόσο η χώρα μας μόλις πρόσφατα έλαβε το πράσινο φως για την εξαγωγή ελληνικού ακτινιδίου από όλες τις γεωγραφικές περιφέρειες της Ελλάδας, κάτι που δεν ίσχυε μέχρι πρότινος.

Για τις αγορές της Λατινικής Αμερικής, ο κ. Κολιός επισήμανε ότι «μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει για τους Έλληνες παραγωγούς η αγορά της Βραζιλίας και δεν αποκλείεται εντός του 2020 ή το αργότερο το 2021 το ελληνικό ακτινίδιο να ταξιδέψει στη χώρα αυτή.

Στο στόχαστρό μας, βρίσκονται επίσης και οι αγορές των Κολομβίας και Μεξικού». Υπογραμμίζοντας ότι οι προοπτικές για το ελληνικό ακτινίδιο καταγράφονται μεγάλες, όπως και οι ευκαιρίες, ο κ. Κολιός σημείωσε ότι υπό προϋποθέσεις το προϊόν μπορεί να καταστεί διεθνώς εθνικό φρούτο. Χαρακτηριστικά ο ίδιος επισήμανε:

«Εάν δεν στηρίξουμε και προστατέψουμε το προϊόν μας εμείς οι ίδιοι, τότε κανείς δεν θα το πράξει για εμάς και οι ανταγωνιστές μας στην πρώτη ευκαιρία που θα βρουν, ελλείψει δικών μας καλών χειρισμών, εννοείται πως θα προσπαθήσουν να κερδίσουν έδαφος».

Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισε την ανάγκη για εντατικοποίηση των ελέγχων στις εξόδους της χώρας, ώστε όπως τόνισε χαρακτηριστικά να πάψει η εξαγωγή ελληνικού ακτινιδίου χωρίς χαρτιά. Αναφερόμενος δε, στη « μαύρη αγορά», τόνισε ότι, «δυστυχώς τα προηγούμενα χρόνια σημειώθηκε έξαρση του φαινομένου, λόγω υψηλής φορολογίας και άλλων οικονομικών παραγόντων που όπως φαίνεται αίρονται σε μεγάλο βαθμό από την τρέχουσα κυβέρνηση.

Βέβαια, όλοι κρινόμαστε εκ του αποτελέσματος» διευκρίνισε. Επίσης, επιτακτική ανάγκη κατά τον κ. Κολιό, είναι να σηκωθεί χειρόφρενο στην ατυποποίητη διάθεση του ελληνικού ακτινιδίου και στο πλαίσιο αυτό διερωτήθηκε, «γιατί να απολαμβάνουν άλλοι την προστιθέμενη αξία του δικού μας προϊόντος»;.

Μεταξύ άλλων, ο κ. Κολιός υπογράμμισε την ανάγκη παροχής κινήτρων εκ μέρους της πολιτείας, ώστε να καταστεί εφικτή στο τρέχον οικονομικό περιβάλλον η υλοποίηση επενδύσεων στον κλάδο του ελληνικού ακτινιδίου. «Υπολειπόμαστε σε ποσοστό 50% σε αποθηκευτικούς χώρους», τόνισε ο ίδιος χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι απαιτούνται επενδύσεις σε ψυγεία και διαλογητήρια.

Σε ό,τι αφορά την “επισημοποίηση” της Άτυπης Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Ακτινιδίου, ο κ. Κολιός εξέφρασε την αισιοδοξία του ότι μέχρι τέλος του 2019 αναμένεται η νέα Κοινή Υπουργική Απόφαση, μέσω της οποίας θα επιτευχθεί απλοποίηση των διαδικασιών και άρση των δυσκολιών. “Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, η διεπαγγελματική μας θα καταστεί «επίσημη» το 2020 και θα συνεχίσει απρόσκοπτα το ήδη δραστήριο έργο της”.

   «Όχι» στην πρόωρη συγκομιδή

 «Δυστυχώς, ενώ οι εξαγωγικές επιδόσεις της Ελλάδας αυξάνουν θεαματικά τα τελευταία χρόνια, η τακτική ορισμένων παραγωγών να προχωρούν σε συγκομιδή νωρίτερα από τον κατάλληλο χρόνο και χωρίς άδειες από τις αρμόδιες υπηρεσίες, θέτει σε μεγάλο κίνδυνο το κύρος της χώρας μας ως προς την ποιότητα των εξαγόμενων προϊόντων, υπογραμμίζει.

Όπως εξήγησε, η πρόωρη συγκομιδή «εγκυμονεί» σοβαρούς κινδύνους και απειλεί μεσοπρόθεσμα τις συνολικές καλλιέργειες, καθώς η υποβάθμιση του προϊόντος μπορεί να οδηγήσει σε επανάληψη της ιστορίας με άλλα ελληνικά φρούτα, όπως τα πορτοκάλια. Σε περίπτωση πρόωρης συγκομιδής και τεχνητής ωρίμανσης, «ό,τι επιχειρεί κάποιος να κερδίσει σε αξία, το χάνει σε βάρος, καθώς οι πρόωροι καρποί, πέραν των άλλων μειονεκτημάτων, έχουν και κατά 20% περίπου μικρότερο βάρος από τους συγκομιζόμενους στον δέοντα χρόνο», τόνισε.

Με την παραδοχή και αναγνώριση ότι το ελληνικό ακτινίδιο είναι “περιζήτητο” στις διεθνείς αγορές, ο ειδικός σύμβουλος του Συνδέσμου Ελληνικών Επιχειρήσεων Εξαγωγής, Διακίνησης Φρούτων Λαχανικών και Χυμών “Incofruit Hellas”, Γιώργος Πολυχρονάκης, επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι “προκειμένου να διατηρήσουμε την παρουσία των προϊόντων μας στις καταναλωτικές αγορές παραδοσιακές και νέες, θα πρέπει η ελληνική καλλιέργεια ακτινιδίων να εμπλουτιστεί και να συγκρατηθεί, αλλά και να μελετηθεί η συνεχιζόμενη επέκταση της, τόσο από άποψη έκτασης, όσο και από πλευράς νέων ποικιλιών”.

Οπως διευκρίνισε, “ήδη οι καλλιεργούμενες εκτάσεις εκτιμώνται σε 10.000 στρέμματα, με τις επτά-οκτώ χιλιάδες να έχουν φυτευθεί την τελευταία τετραετία και με την συνολική παραγωγή σε πλήρη απόδοση να εκτιμάται σε 320.000 τόνους.

   Το ακτινίδιο σε παγκόσμιο επίπεδο και στην Ελλάδα

Το 2018, από 260.000 εκτάρια συγκομίσθηκαν περίπου 4,3 εκατ.τόνοι καρπών ακτινιδίων παγκοσμίως, περισσότεροι σε ποσοστό 4,4% έναντι του 2017. Η Κίνα (2,1 εκατ.τόνοι) αποτελεί τη χώρα με τον μεγαλύτερο όγκο παραγωγής ακτινιδίων και αντιπροσωπεύει το 50% της συνολικής παραγωγής. Δεύτερη μεγαλύτερη παραγωγός χώρα είναι η Ιταλία, με 555.000 τόνους και στην τρίτη θέση κατατάσσεται η Νέα Ζηλανδία, με 437.000 τόνους.

Η καλλιέργεια του ακτινιδίου βρίσκεται σε διαρκή ανάπτυξη στην χώρα μας, αφού έχουν αυξηθεί εντυπωσιακά οι φυτεύσεις. Ως προς την παραγωγή, σύμφωνα με τον Incofruit, από 36.000 τόνους την εμπορική περίοδο 2001/2002 και 70.000 τόνους την 2007/2008, αυτή ξεπέρασε τους 274.600 τόνους την εμπορική περίοδο 2017/18).

Σε ό,τι αφορά τις εξαγωγές, αυτές ανήλθαν πέρυσι σε 1,4 εκατ. τόνους παγκοσμίως και εμφάνισαν υποχώρηση 2,4% έναντι του 2017. Η Νέα Ζηλανδία με 417.000 τόνους και η Ιταλία με 289.000 τόνους, αποτέλεσαν τους βασικούς εξαγωγείς ακτινιδίων το 2018 και ακολούθησαν: Χιλή (183.000 τόνους), Ελλάδα (135.000 τόνους), Βέλγιο (109.000 τόνους) και Ιράν (93.000 τόνους). “Από το 2007 έως το 2018, η αύξηση των εξαγωγών του Ιράν είναι αυτή που εντυπωσιάζει” επισήμανε ο κ. Πολυχρονάκης

Εντυπωσιακή όμως καταγράφεται και η αύξηση εξαγωγών ακτινιδίων της χώρας μας, υπογράμμισε ο ίδιος, λέγοντας ότι κατά την τελευταία δεκαετία και από 38.000 τόνους την εμπορική περίοδο 2007/08, οι ελληνικές εξαγωγές έφθασαν σε 154.206 τόνους την περίοδο 2017/18 Σεπτεμβρίου- Αυγούστου), “καταγράφοντας ρεκόρ όλων των εποχών τόσο σε αξία, όσο και σε τονάζ”. Για την εμπορική περίοδο 2018-2019 οι ελληνικές εξαγωγές ακτινιδίου ανήλθαν σε 140.580 τόνους.

Το ελληνικό ακτινίδιο, “πρώτο στις ελληνικές εξαγωγές σε αξία στον κλάδο των φρούτων και λαχανικών με είσπραξη 150.945.639 ευρώ το 2017/18, είναι περιζήτητο στις διεθνείς αγορές και παρά το ρωσικό εμπάργκο αυξάνονται χρόνο με το χρόνο οι εξαγόμενες ποσότητες”, διευκρίνισε.

Εξήγησε ότι περίπου το 60% της παραγωγής ετησίως εξάγεται, κυρίως σε ευρωπαϊκές χώρες, όπως Γερμανία, Ισπανία, Πολωνία, Ρουμανία, Ολλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο και Τσεχία, ενώ από τις τρίτες χώρες ανοδικά κινούνται οι εξαγωγές σε Κίνα, Ινδία, ΗΠΑ, Καναδά, Ουκρανία, Τουρκία και Αίγυπτο, σε μια προσπάθεια ανοίγματος σε νέες αγορές και διασποράς του κινδύνου των αγορών, μετά και τον αποκλεισμό από τη Ρωσική αγορά.

Η παραγωγή ακτινιδίων της χώρας μας την εμπορική περίοδο 2018/19 ανήλθε σε 265.076 τόνους, “με τη φετινή να εκτιμάται στα επίπεδα της περιόδου 2017/18, ήτοι στους 275.000 τόνους και με τις εμπορικά κατάλληλες να έχουν άριστα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους”.

Για την αντιμετώπιση των φαινομένων κυκλοφορίας ατυποποίητων προϊόντων, χωρίς προστιθέμενη αξία, κατευθείαν από τον αγρό, χωρίς φορολογικά στοιχεία, και χωρίς σήμανση, “στοιχεία που συμβάλλουν και στον αφελληνισμό των ελληνικών ακτινιδίων, εκδόθηκε η αριθμ. 9475/136897/10.10.2018 υπουργική Απόφαση σχετικά με τις Ρυθμίσεις θεμάτων εμπορίας και διακίνησης των ακτινιδίων”, υπενθύμισε.

Ωστόσο, ο ίδιος επισήμανε ότι “δυστυχώς και φέτος παρατηρήθηκε και παρατηρείται, παράλληλα με την εξαγωγή – διακίνηση ακτινιδίων που πραγματοποιείται από τις υγιείς εξαγωγικές επιχειρήσεις και δραστηριότητα από «υπαρκτούς και ανύπαρκτους εμπόρους Έλληνες, Βαλκάνιους αλλά και Ιταλούς» που διακινούν ατυποποίητα προϊόν κατευθείαν από τον αγρό, χωρίς τήρηση της ΚΥΑ 9475/136897/10.10.2018 (ΦΕΚ 4758 τ.Β)”.

 Η προαναφερόμενη πρακτική, όπως επισήμανε ο κ. Πολυχρονάκης, αυξάνει τον κίνδυνο να δυσφημιστούν τα ελληνικά ακτινίδια, με την προστιθέμενη αξία τους να χάνεται για τους Έλληνες. “Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι το τελευταίο 4μηνο του 2018 οι εξαχθείσες ποσότητες προς Ιταλία ανήλθαν σε 13.382 τόνους με μέση τιμή πώλησης 0,57 ευρώ/κιλό και προς Βουλγαρία 1.826 τόνοι με μέση τιμή 0,2615 ευρώ /κιλό όταν οι αντίστοιχές τιμές π.χ. προς Γερμανία ήταν 0,975 ευρώ/κιλό, Ηνωμ. Βασίλειο 1,16 ευρώ/κιλό και Κίνα 1,36 ευρώ/κιλό”, τόνισε.

 Συμπερασματικά, “ενώ δυνάμεθα να πουλήσουμε τυποποιημένο το προϊόν σε υψηλότερες τιμές το πουλάμε ατυποποίητο κατευθείαν από τον αγρό όπως στην περίπτωση της Ιταλίας για «ιταλοποίηση» ή υποτιμολογημένο (όπως στην περίπτωση Βουλγαρίας που είναι κάτω από την τιμή κτήσης της πρώτης ύλης)”, υπογράμμισε.

Ανέφερε επίσης ενδεικτικά ότι πέρυσι η Ιταλία, παρά τις ζημιές στην παραγωγή της, “κατέγραψε εξαγωγές (βάσει στοιχείων UN Comtrade) προς όλο τον κόσμο 289.230 τόνων, αξίας 442.724 εκατ. ευρώ ήτοι 1,53 ευρώ/κιλό και έναντι 134.872 τόνων αξίας 124.969 ευρώ της χώρας μας, δίνοντας το παράδειγμα του τι πρέπει να κάνει μια χώρα προκειμένου να αποκτούν τα εξαγόμενα από αυτήν προϊόντα υψηλή προστιθέμενη αξία,

 Για την τρέχουσα περίοδο, ο κ. Πολυχρονάκης επισήμανε ότι ναι μεν εξελίσσεται με αισθητά θετικούς ρυθμούς, έναντι της αντίστοιχης περιόδου 16/11/2018), τρέχοντας με + 65,1% προς όλους τους προορισμούς και με +129,4% προς Ιταλία και τόνισε ότι η εξέλιξη αυτή οφείλεται “αφενός στην μειωμένη παραγωγή της Ιταλίας αλλά και της εξάντλησης προσφερόμενων στις αγορές ακτινιδίων του Νότιου Ημισφαιρίου”.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Incofruit-Hellas επισημαίνει την ανάγκη οι ελληνικές αρμόδιες ελεγκτικές αρχές να φροντίζουν “για την αυστηρή τήρηση των κανόνων ποιότητος για τα φρούτα και λαχανικά και την τήρηση αυστηρά των φορολογικών υποχρεώσεων προς εξάλειψη φαινομένων των προϊόντων της χώρας μας, ώστε να μη χάσουμε την αγορά των βαλκανικών χωρών”, επισήμανε ο κ. Πολυχρονάκης.

   Η στρογγυλή τράπεζα που οργάνωσε η Win σύμβουλοι ανάπτυξης 

 Με άξονα το άνοιγμα νέων αγορών και με απολογισμό της φετινής εμπορικής περιόδου, η οποία ολοκληρώθηκε με πωλήσεις αυξημένες κατά 65%, ολοκληρώθηκε το 1ο workshop για την προώθηση φρούτων και λαχανικών που οργάνωσε η WIN Σύμβουλοι Ανάπτυξης στη Θεσσαλονίκη.

Κοινή διαπίστωση των συμμετεχόντων στο workshop, ήταν η ανάγκη για συλλογική προσπάθεια οργάνωσης, στόχευσης και στρατηγικής προετοιμασίας, ειδικά στο οργανωμένο άνοιγμα νέων αγορών, αλλά και στην αντιμετώπιση των προκλήσεων του κλάδου, με κυριότερες τις αλόγιστες φυτεύσεις των τελευταίων ετών και την διακίνηση φρούτων άνευ παραστατικών.

Υπογραμμίζεται ότι το προαναφερόμενο workshop πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του έργου “CuTE: Cultivating the Taste of Europe”, το οποίο συγχρηματοδοτείται από ευρωπαϊκούς πόρους και το “τρέχει” ο Ευρωπαϊκός Σύνδεσμος φρούτων και λαχανικών (Fruit Vegetables EUROPE – EUCOFEL).

Το “CuTE” εντάσσεται στο πλαίσιο της εκστρατείας προώθησης της κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών για την περίοδο 2019-2021 και στόχος είναι η αύξηση της ευαισθητοποίησης των καταναλωτών της Ισπανίας, Γαλλίας, Γερμανίας, Πολωνίας και Ελλάδας.

Οπως επισημάνθηκε στο πλαίσιο του workshop, πρόκειται να γίνει μια σειρά από δράσεις που αποσκοπούν στην πληροφόρηση των πολιτών αναφορικά με τα μοντέλα παραγωγής της ΕΕ και τις παραμέτρους ποιότητας, ιχνηλασιμότητας, διατροφικής ασφάλειας και περιβαλλοντικής αειφορίας.

Το πρόγραμμα “CuTE – Καλλιέργεια του γούστου της Ευρώπης” στοχεύει να ενημερώσει τους Ευρωπαίους καταναλωτές για τις ιδιότητες και τα οφέλη των φρούτων και λαχανικών, που καλλιεργούνται στην ύπαιθρο και σε θερμοκήπια , υπό τους αυστηρότερους ποιοτικούς ελέγχους και πρότυπα του ευρωπαϊκού μοντέλου παραγωγής :

*Ποιότητα, ποικιλία και φρεσκάδα φρούτων και λαχανικών από την Ευρώπη.

*Ασφάλεια τροφίμων, βιωσιμότητα, σεβασμός στο περιβάλλον και ιχνηλασιμότητα του ευρωπαϊκού μοντέλου παραγωγής.

*100% βιώσιμες μεθόδους παραγωγής , τόσο στην ύπαιθρο όσο και στα θερμοκήπια.

 Έλενα Αλεξιάδου

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ