Οι παλαιότεροι δημοσιογράφοι που ασχολήθηκαν με το αστυνομικό ρεπορτάζ τον θυμούνται ως τον πλέον αδίστακτο εκτελεστή, που καταζητούνταν σε όλο τον πλανήτη. Οι νεότεροι ξέρουν μόνο ό,τι έχουν διαβάσει και ότι έχουν ακούσει είτε από αφηγήσεις παλαιοτέρων δημοσιογράφων ή αστυνομικών.

Ο λόγος για τον πλέον διαβόητο Ρώσο εκτελεστή τον Αλεξάντερ Σολόνικ, την βίαιη καριέρα του οποίου, τερμάτισαν με εξίσου βίαιο τρόπο οι παλαιοί του φίλοι και μόλις στα 36 του χρόνια βρέθηκε μισοθαμμένος κοντά στη βίλα του στο Λαγονήσι.

Η φίλη του, η 21 ετών καλλονή Σβετλάνα Κότοβα πρώην μις Ρωσία της προηγούμενης χρονιάς, βρέθηκε μετά από μήνες, σε διάφορα σημεία του Λαγονησίου, τεμαχισμένη μέσα σε βαλίτσες, δείγμα της αγριότητας με την οποία λύνει τις διαφορές της η ρωσική μαφία.   

Ο Σολόνικ έγινε θρύλος στον ρωσικό υπόκοσμο, εξαιτίας της δεινότητας του στις “πληρωμένες εκτελέσεις” αλλά και εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο κατόρθωνε πάντοτε να δραπετεύει ακόμη και από φυλακές υψίστης ασφαλείας. 

Το τέλος του διαβόητου εκτελεστή και της άσχετης με τη δουλειά του φίλης του, γράφτηκε στις 30 Ιανουαρίου 1997. Ο ίδιος βρέθηκε μία ημέρα μετά έξω απ’ τη βίλα που νοίκιαζε, ενώ η Σβετλάνα συνέχιζε να αγνοείται.

Τότε ακόμη, η ελληνική κοινωνία δεν είχε εθιστεί στις βίαιες δολοφονίες, (ο Σεχίδης λίγους μήνες αργότερα δολοφόνησε την οικογένεια του) και το σοκ που προκάλεσε η είδηση της ειδεχθούς δολοφονίας ήταν μεγάλο. 

Η Ελληνική Αστυνομία αρνήθηκε ότι γνώριζε πως ένας από τους πιο άγριους εκτελεστές που έδρασαν ποτέ, είχε βρει καταφύγιο στη χώρα μας. Το διαβατήριο του ήταν γνήσιο, είχε δηλώσει ομογενής ελληνοπόντιος και είχε εκδοθεί από τις ελληνικές αρχές την δεκαετία του 1990, στη Μόσχα, όταν τα ελληνικά διαβατήρια ήταν περιζήτητα και αρκετά…προσβάσιμα με μερικές χιλιάδες δολάρια! 

Το vradini.gr γνωρίζει ότι ο Σολόνικ είχε συνυπηρετήσει στα τέλη της δεκαετίας του 1970 στα σοβιετικά τεθωρακισμένα στο Αφγανιστάν, με κάποιον ο οποίος σήμερα ανήκει στη διπλωματική υπηρεσία της Ρωσίας, και μάλιστα είχε υπηρετήσει αρκετά χρόνια στην Αθήνα την δεκαετία του 1990.

Σήμερα κατέχει υψηλόβαθμη θέση στη ρωσικό υπουργείο εξωτερικών και φυσικά δεν είχε καμία σχέση με τον Σολόνικ. Απλώς συνυπηρετούσαν. Και σύμφωνα με συνομιλητή του, ο ίδιος είχε εκπλαγεί από τις ικανότητες του Σολόνικ στην σκόπευση αλλά και στην εκτέλεση αποστολών που απαιτούνταν θάρρος τόλμη, και ψυχρό αίμα.

Σήμερα είναι γνωστό ότι ο Σολόνικ στην “καριέρα” του ως  επαγγελματίας δολοφόνος, έφερε σε πέρας τουλάχιστον 43 συμβόλαια θανάτου. Μεταξύ των θυμάτων του, διάσημοι αρχιμαφιόζοι της Ρωσίας του ’90, όταν διαμοιράστηκαν τα ιμάτια της χώρας στη νέα ολιγαρχία, η οποία έλυνε τους λογαριασμούς της με πιστολιές και δολοφονίες. Ακριβοί, αλλά άξιζαν τα λεφτά τους, αφού τελείωσαν τις δουλειές που αναλάμβαναν, χωρίς να τους εμποδίζουν οι αντικειμενικές δυσκολίες. Κάποια από τα θύματα του Σολόνικ, ήταν πάντοτε υπό την προστασία πολλών ενόπλων μπράβων, σχεδόν όλοι τους βετεράνοι του Αφγανιστάν. Αλλά δεν αποτέλεσε εμπόδιο στην δολοφονία τους. Αυτό ήταν που έκανε περιζήτητες και πανάκριβες τις υπηρεσίες του Σολόνικ.

Φονική μηχανή

Ο Αλεξάντερ Σολόνικ γεννήθηκε στο Κουργκάν της Σοβιετικής Ένωσης στις 16 Οκτωβρίου 1960. Τον χαρακτήριζαν σκληρό παιδί, αθλητικό, με βαθιά αγάπη για τις πολεμικές τέχνες και τη σκοποβολή. Η μητέρα του ήταν γυμνάστρια και τον ώθησε στον αθλητισμό. Επέλεξε τα σκληρά αθλήματα, την πάλη, το μποξ, το τζούντο όπου στα 16 του κέρδισε τη μαύρη ζώνη, και το καράτε, όπου πήρε την μαύρη ζώνη δυο χρόνια μετά στα 18 του.

Κόντρα στα στερεότυπα που θέλουν τους σκληρούς μαφιόζους να μεγαλώνουν σε δυστοπικό και σκληρό περιβάλλον και να είναι σχεδόν αναλφάβητοι, ο νεαρός Αλεξάντερ είχε εξαιρετικές επιδόσεις και στο σχολείο. 

Πανέξυπνος και διαβαστερός, τον οποίο -σύμφωνα με ρωσικά δημοσιεύματα της εποχής- οι συμμαθητές του θα τον θυμούνται ως ένα παιδί που όχι μόνο παρέδιδε πρώτος την κόλλα στα διαγωνίσματα, αλλά και πολλές φορές αναλάμβανε να διδάξει τα μικρότερα παιδιά.

Όμως κανείς δεν μπορεί να νικήσει τη φύση του. Η σκληράδα του ιδίου, τα παράπονα των δασκάλων για βίαιη συμπεριφορά σε συνομηλίκους του και η επιθυμία του να ξεφύγει από το μικρό για τις φιλοδοξίες του Κουργκάν, τον κάνουν να τα παρατήσει όλα και θα κυνηγήσει μία καριέρα στον Κόκκινο Στρατό. Μόνο με τις διακρίσεις που έχει στις πολεμικές τέχνες, μπορεί να διεκδικήσει θέση στις ειδικές δυνάμεις της Ρωσίας. Αυτό όμως δεν γίνεται εφικτό στον βαρύ και γραφειοκρατικό Κόκκινο Στρατό και το 1979, μόλις τελειώσει το σχολείο, θα καταταγεί ως μέλος πληρώματος τανκ στις σοβιετικές δυνάμεις και σύντομα θα μεταταχθεί στην Ανατολική Γερμανία. 

Εκεί θα αποκτήσει μεγάλη επιδεξιότητα με τα όπλα στα χέρια του, ενώ λέγεται ότι ο λοχαγός υποστήριζε πως σε όλη του τη ζωή, ποτέ δεν συνάντησε κάποιον με καλύτερο σημάδι από τον Σολόνικ.

«Ο Σάσα μπορούσε να πετύχει οποιοδήποτε στόχο σε 250 μέτρα απόσταση με οποιοδήποτε όπλο και από οποιαδήποτε θέση» ήταν τα λόγια του σοβιετικού λοχαγού, σύμφωνα με ρωσικά δημοσιεύματα.

Κάποιοι θα τολμήσουν να γράψουν αργότερα ότι υπό τις διαταγές αυτού του λοχαγού θα εκτελέσει συμβόλαια θανάτου -σκοτώνοντας μάλιστα έναν άνθρωπο όσο βρισκόταν στην καρέκλα του οδοντίατρου. Αλλά κανείς δεν μπορεί να ξεχωρίσει πού σταματά ο θρύλος και πού αρχίζει η πραγματικότητα. Μάλιστα, θα ισχυριστούν ότι η πραγματική «δουλειά» του Σολόνικ ήταν η δολοφονία υψηλών αξιωματούχων του N.A.T.O. κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Όμως αυτά μάλλον ήταν απλά “σάλτσες” για να δαιμονοποιηθεί περισσότερο ο Σολόνικ, αφού, τίποτα δεν έχει επιβεβαιωθεί.

Το μόνο σίγουρο είναι αυτό που είπε ο πρώην δικηγόρος του, Βάλερι Καρίσεφ:

«Τού ήταν έμμονη ιδέα να γίνει κάτι σαν τον Σούπερμαν. Έβρισκε κάτι ρομαντικό σ’ αυτό. Έτσι, όσο υπηρετούσε στον στρατό, αποφάσισε να γίνει αστυνομικός».

Ο Σολόνικ λόγω των εξαιρετικών ικανοτήτων του θα ενταχθεί σε ένα ειδικό αστυνομικό σώμα, αλλά δεν θα στεριώσει εκεί, αφού θα αποταχθεί μόλις έξι μήνες μετά, προτού ακόμα ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του. 

Ο λόγος; Χτυπούσε τους υπόπτους με τέτοια αγριότητα, η οποία δεν μπορούσε να γίνει ανεκτή ούτε από την αστυνομία εκείνης της εποχής.

Θα γυρίσει στο πατρικό του, θα πιάσει δουλειά ως νεκροθάφτης(!), θα παντρευτεί, θα αποκτήσει μία κόρη, θα χωρίσει, θα ξαναπαντρευτεί, θα αποκτήσει και μία δεύτερη κόρη και το 1987, θα έρθει για πρώτη φορά αντιμέτωπος με τη δικαιοσύνη, όταν και θα καταδικαστεί για τον βιασμό μίας γυναίκας σε οκτώ χρόνια κάθειρξη.

Και κάπου εκεί ξεκινά το τουρνέ του στις…φυλακές. Αλλά επίσης, θα δείξει τις ικανότητες του στις αποδράσεις.

Κατά τη διάρκεια της αποχαιρετιστήριας συνάντησης με τη σύζυγό του πριν από τη φυλάκιση του, θα το σκάσει πηδώντας από τον δεύτερο όροφο του κτιρίου. Φίλοι που τον περιμένουν έξω απ’ το δικαστήριο, θα τον βάλουν σε ένα αυτοκίνητο και θα τον φυγαδεύσουν στην πόλη Τιουμέν της Σιβηρίας.

Στη νέα του ζωή, προκειμένου να μην μπορεί η αστυνομία να τον αναγνωρίσει εύκολα, θα αφαιρέσει μία κρεατοελιά απ’ το πρόσωπό του και θα σβήσει ένα τατουάζ ορθόδοξου σταυρού απ’ το χέρι του. Δεν αρκούν αυτά όμως, και τελικά θα τον συλλάβουν οι πρώην συνάδελφοί του, μέσα σε ένα κομμωτήριο.

Θα μείνει στη φυλακή δυο χρόνια.Όχι επειδή ήταν τόση η ποινή του, αλλά επειδή δραπέτευσε μπαίνοντας στο σύστημα εξαερισμού της φυλακής. Άλλωστε το μπόι του δεν ήταν εμπόδιο, αφού ήταν μόνο 168 εκατοστά πάνω από το έδαφος. 

Έτσι, τον Απρίλιο του 1990 θα είναι ξανά ελεύθερος και τα επόμενα πέντε χρόνια θα είναι η “χρυσή πενταετία” που θα τον κάνει θρύλο, και θα χαρακτηριστεί ως ο πλέον διαβόητος εκτελεστής στην ιστορία της ρωσικής μαφίας. Μέχρι σήμερα, μετά από 24 χρόνια, κανείς δεν ξεπέρασε σε αγριότητα και δεινότητα τα “κατορθώματα” του Σολόνικ.

Πρόσφατα σε δηλώσεις του στο Νοβόστι, ένας απόμαχος πλέον ανώτατος αξιωματικός των ειδικών δυνάμεων της μοσχοβίτικης αστυνομίας που είναι εντεταλμένες με την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος, έλεγε πως μετά τον Σολόνικ, υπήρξαν κι άλλοι “εκτελεστές” εξίσου άγριοι, ή ικανοί, αλλά κανείς τους δεν μακροημέρευσε, αφού η “καριέρα” τους τελείωσε πολύ σύντομα. 

Η ψύχωση με τον Μέγα Αλέξανδρο

Λόγω του ονόματος του, είχε ψύχωση με τον Μακεδόνα στρατηλάτη. Ρωσικά δημοσιεύματα έγραψαν ότι ταυτίζονταν με τον Μέγα Αλέξανδρο, και δεν ήθελε να τον φωνάζουν “Σάσα” (υποκοριστικό του Αλεξάνδρου) αλλά Αλεξάντερ. Στα σπίτια του που έμενε πάντοτε υπήρχαν βιβλία για τον Αλέξανδρο. Στη βίλα του στο Λαγονήσι, βρέθηκαν μάλιστα και διάφορα αντικείμενα όπως προτομές του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αντίγραφα ασπίδας, με το δεκαεξάκτινο αστέρι της Βεργίνας. Γι’αυτό και οι φίλοι του τον αποκαλούσαν “Μακεδόνα’…  

Ο Σολόνικ πια, είναι έξω και αυτό το χρωστάει σε κάποιους πολύ σημαντικούς ανθρώπους, που έβαλαν το χέρι στην τσέπη και λάδωσαν τους φρουρούς για να κάνουν τα στραβά μάτια. Και, βέβαια, οι χάρες γίνονται για να ξεπληρώνονται, οπότε θα ενταχθεί στη συμμορία αυτών των ανθρώπων, κομμάτι της τοπικής μαφίας της πόλης του, του Κουργκάν, όπου και έχει πλέον επιστρέψει, προκειμένου να ξεχρεώσει, αλλά και να κερδίσει επιπλέον συμβόλαια θανάτου.

Για αρχή καλείται να δολοφονήσει τον αρχηγό της τοπικής μαφίας. Και χωρίς δεύτερη σκέψη το κάνει, εκτός έδρας…

Στις 3 Ιουλίου, σε ένα πανάκριβο εστιατόριο της Μόσχας, στέκι μαφιόζων και ολιγαρχών, ο Ντόνα, ο τοπικός νονός του Κουργκάν απολαμβάνει ήσυχα το γεύμα του. 

Ο Σολόνικ θα προχωρήσει προς το μέρος του, θα του δώσει το χέρι και ο Ντόνα θα ανταποδώσει τη χειραψία. Οι δυο άντρες γνωρίζονται καλά. Με το άλλο χέρι όμως ο Σολόνικ θα αδειάσει επάνω του ένα πιστόλι, μπροστά στα μάτια δεκάδων μαρτύρων. Έξω τον περιμένει μία Porsche 911. Θα εξαφανιστεί και θα γυρίσει στο Κουργκάν, αφήνοντας τον Ντόνα να κολυμπάει μέσα στο αίμα του.

Έχει ξεχρεώσει, αλλά έχει συνειδητοποιήσει κιόλας, ότι η πόλη του είναι πια πολύ μικρή γι’ αυτόν. Θα χωρίσει τη γυναίκα του και θα εγκατασταθεί μόνιμα στη Μόσχα, στο κέντρο των εξελίξεων, εκεί που ένας μαφιόζος μπορούσε πραγματικά να πλουτίσει μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.

Η ξέφρενη πορεία 

Οι εκτελέσεις που θα αναλάβει και θα φέρει σε πέρας ο Σολόνικ αυτό το διάστημα δεν έχουν προηγούμενο. Νονοί που δεν μπορούσε να τους αγγίξει κανείς, θα πέσουν νεκροί απ’ το χέρι του, με εκείνον να γλιτώνει, ακόμη και αν γύρω απ’ το θύμα του υπήρχαν δεκάδες μπράβοι.

«Η σχεδόν υπερφυσική του ικανότητά του να εξαφανίζεται και να εμφανίζεται πάλι απ’ το πουθενά για να χτυπήσει, μπορεί να συγκριθεί μόνο με εκείνη του διεθνούς τρομοκράτη ‘Κάρλος το Τσακάλι’», θα γράψει μία ρωσική εφημερίδα της εποχής.

Ακολουθούν μόνο μερικά απ’ τα χτυπήματα που τον έκαναν θρύλο στον ρωσικό υπόκοσμο:

  • Το 1992 ο Σολόνικ θα στήσει το sniper του σε απόσταση 400 μέτρων απ’ την πόρτα του σπιτιού του Ρώσου αρχιμαφιόζου, Βίκτορ Νικιφόροφ και στωικά, θα περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να τον χτυπήσει. Όταν ο Νικιφόροφ θα βγει στην αυλή με ένα κόκκαλο στο χέρι, κέρασμα για το σκυλί του, ο Σολόνικ θα βρει την ευκαιρία που περίμενε. Θα του ρίξει μόλις μία φορά, θα τον βρει στο κεφάλι και θα τον αφήσει στον τόπο.
  • Έξι μήνες αργότερα, ο Σολόνικ έχει πληρωθεί για να σκοτώσει τον Βάλερι Ντούγκλατς, έναν ακόμη νονό που θεωρείται ανέγγιχτος. Ο Ντουγκλάτς κυκλοφορεί με τέσσερις σωματοφύλακες, που του μοιάζουν στη σωματοδομή και είναι πάντα ντυμένοι με τα ίδια ρούχα που φορά κι εκείνος. Στόχος να μπερδευτούν οι επίδοξοι δολοφόνοι, όπως βλέπουμε στις ταινίες. Αυτό που δεν βλέπουμε στις ταινίες όμως, είναι αυτό που έκανε ο Σολόνικ. Τους σκότωσε…όλους!!! Δεν ήταν εύκολο αλλά το έκανε. Στρατολόγησε τέσσερα άτομα, και με δύο νοικιασμένα βαν εγκλώβισε τη μαύρη μερσεντές του Ντουγκλάτς η οποία δεν μπορεί να κινηθεί ούτε μπροστά ούτε πίσω. Οι σωματοφύλακες θα καταλάβουν ότι έχουν πέσει σε ενέδρα αλλά είναι πολύ αργά για οτιδήποτε. Ο Σόλονικ τους περιμένει με αντιαρματικό ρουκετοβόλο. Το αυτοκίνητο θα ανατιναχθεί και όσοι δεν κάηκαν ζωντανοί πέθανα ακαριαία.
  • Τέσσερις εβδομάδες αργότερα, στις 17 Ιανουαρίου 1994, θα σκοτώσει και τον αντικαταστάτη του Ντουγκλάτς, τον Βλάντισλαβ Βίνερ, πιο γνωστό ως «Μπόμπαν», μέσα σε μια μοσχοβίτικη ντισκοτέκ. Ο τρόπος που χτύπησε τον στόχο του -με ένα όπλο σε κάθε χέρι- για κάποιο λόγο ονομάστηκε  από τους Ρώσους “μακεδονικό στυλ”. Ο Σολόνικ θα τον εκτελέσει παρά το γεγονός ότι το μέρος είναι γεμάτο από μπράβους του.
  • Και δυο μήνες αργότερα, θα σκοτώσει έναν ακόμη συνεργάτη του Ντούγκλατς, γνωστό στη ρωσική μαφία ως «Ράμπο», μετά από κατά μέτωπο επιδρομή στο σπίτι του. Από τους δέκα μπράβους που φυλούσαν τον Ράμπο, μόλις τέσσερις θα φύγουν ζωντανοί, με κάποιους απ’ αυτούς να παρακολουθούν το αφεντικό τους να γονατίζει μπροστά στα πόδια του Σολόνικ, προτού αυτός τον εκτελέσει με μία σφαίρα στο κεφάλι.
  • Το 1994, ο Αλεξάντερ Σολόνικ θα επιστρέψει στην Τιουμέν για να διευθετήσει ορισμένα χρέη. Η τοπική μαφία του χρωστούσε ένα εκατομμύριο δολάρια, για «δουλειές» που είχε φέρεις εις πέρας εκ μέρους τους, αλλά το μεγάλο αφεντικό της πόλης αρνήθηκε να τον πληρώσει. Λίγες μέρες αργότερα το αφεντικό θα βρισκόταν νεκρό, μαζί με μερικούς από τους ανθρώπους του. Όλοι ήξεραν ποιος το έκανε, και φυσικά κανένας δεν μίλησε.

Όλο αυτό το διάστημα ο Σολόνικ δεν σκοτώνει μόνο πρωτοκλασάτα στελέχη της ρωσικής μαφίας. Σκοτώνει οποιονδήποτε αρκεί να πληρωθεί καλά. Είναι αποδεδειγμένο ότι όσο ζούσε εκτέλεσε τουλάχιστον 43 συμβόλαια θανάτου, πολλά απ’ τα οποία τα παραδέχτηκε και ενώπιον της δικαιοσύνης.

Η αρχή του τέλους: Η δολοφονία 6 αστυνομικών και η διαφυγή στην Ελλάδα

Το 1994, οι άντρες της αστυνομίας θα φτάσουν επιτέλους στα ίχνη του. Θα τον συλλάβουν μέσα σε μία παμπ της Μόσχας μαζί με ένα φίλο του και θα τον μεταφέρουν στο αστυνομικό τμήμα. Όμως δεν έψαξαν όσο έπρεπε το παλτό του δεύτερου ανθρώπου. Ο Σολόνικ και ο φίλος του θα αιφνιδιάσουν τους αστυνομικούς και χρησιμοποιώντας τα όπλα που κρύβονταν στο παλτό, θα πυροβολήσουν και θα σκοτώσουν τέσσερις από τους αστυνομικούς. Θα τρέξουν έξω απ’ το τμήμα και θα εκτελέσουν ακόμη δύο φρουρούς, με τις χειροπέδες ακόμη σφιχτά περασμένες στα χέρια τους.

Ο δεύτερος άντρας θα καταφέρει να γλιτώσει, όχι όμως και ο Σολόνικ. Παρότι έχει τραυματιστεί από πυρά αστυνομικού στο νεφρό, θα τρέξει, αλλά όχι όσο γρήγορα θα χρειαστεί.

Αυτή τη φορά οι αρχές δεν αστειεύονται. Θα τον ρίξουν στη Ματρόσκαγια Τισινά, ίσως στην πιο σκληρή και καλά φυλασσόμενη φυλακή της Ρωσίας. Εκεί λένε ότι είναι ήσυχος ως κρατούμενος, μελετά ξένες γλώσσες και περνά αρκετούς μήνες στην απομόνωση.

Οκτώ μήνες όμως μετά, το 1995, θα δραπετεύσει για τελευταία φορά. Με τη βοήθεια ενός υψηλόβαθμου μέλους της μαφίας θα εφοδιαστεί με σκοινί, όπλα και πληροφορίες. Θα ανέβει στην ταράτσα του κτιρίου και σύντομα θα βρίσκεται στο εσωτερικό της BMW που τον περίμενε απ’ έξω. Η απόδρασή του σύμφωνα με ρωσικά δημοσιεύματα της εποχής, εκτιμήθηκε ότι κόστισε πάρα πολλά στη μαφία, αφού έπρεπε να λαδωθούν πολλοί. Στη συνέχεια υπήρξε ένα πογκρόμ των φυλάκων από την κυβέρνηση Γιέλτσιν η οποία ταπεινώθηκε από αυτή την απόδραση. 

Να σημειωθεί ότι μέχρι και σήμερα παραμένει ο μοναδικός κρατούμενος που απέδρασε ποτέ από αυτές τις φυλακές υψίστης ασφαλείας.

Πλέον ο Σολόνικ, ο οποίος έχει ήδη αλλάξει μια ντουζίνα ψευδώνυμα, αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να παραμείνει στη Ρωσία. Η ρωσική κυβέρνηση δεν τον θέλει στη φυλακή πια, αλλά νεκρό. Και οι αντίπαλες μαφιόζικες ομάδες επίσης. Αλλά οι εχθροί του είναι γνωστοί. Οπότε πρέπει να επιρτατευτούν οι φίλοι του. 

Ο Σολόνικ προμηθεύεται ένα …ελληνικό διαβατήριο, και με το κομπόδεμα που έχει μαζέψει τόσα χρόνια, θα εξαφανιστεί.

Την επόμενη φορά που η ρωσική μαφία θα είχε νέα του, αυτά θα έρχονταν από την Ελλάδα.

Ναρκωτικά στην Αθήνα

Στην Αθήνα ο Αλεξάντερ Σολόνικ θα στήσει μία καινούργια συμμορία από σχεδόν 50 άτομα, παλιννοστούντες της πρώην ΕΣΣΔ στην πλειοψηφία τους. Ως έδρα του θα είναι οι Θρακομακεδόνες και το Λαγονήσι, όπου και θα νοικιάσει μία σειρά από βίλες. Κύρια ασχολία του είναι το εμπόριο ναρκωτικών και φυσικά η εκτέλεση συμβολαίων θανάτου.

Κυκλοφορεί με πλαστή ταυτότητα ως Ρώσος ομογενής με το όνομα «Βλαδίμηρος Κεσσόβ», όνομα που σύμφωνα με αστυνομικούς εκείνης της εποχής, χρησιμοποιούσαν και διάφορα μέλη της συμμορίας του. Τουλάχιστον αυτό διαπίστωσαν οι αστυνομικοί μετά από μακελειό που έγινε έξω από νυχτερινό κέντρο στο Μενίδι το 1995, όπου η ομάδα του Σολόνικ ήθελε να επιβληθεί στην ελληνική αγορά γούνας, σύμφωνα με την Ασφάλεια Αττικής.

Το φονικό είχε γίνει στις 17 Μάη 1995 έξω από το κέντρο διασκέδασης “Φαντάστικο” στο Μενίδι.

Άγνωστοι είχαν σκοτώσει τότε τον πυγμάχο Χαράλαμπο Πηλίδη (είχε κατακτήσει το αργυρό μετάλλιο της πυγμαχίας στους πανευρωπαϊκούς αγώνες εφήβων το 1993) και τον φίλο του Γρηγόρη Στεφανίδη, ενώ είχαν τραυματίσει σοβαρά τους Κωνσταντίνο Ποπώφ και Οδυσσέα Μιχαηλίδη. Το φονικό αποδόθηκε τότε στον πόλεμο των συμμοριών που εκβιάζουν ιδιοκτήτες νυχτερινών κέντρων για δήθεν προστασία. 

Οπως όμως προέκυψε από την προανάκριση, οι δράστες είχαν προσωπικές διαφορές με τον Πηλίδη, εξ αιτίας του ανταγωνισμού των για τον έλεγχο της εμπορίας γούνας στα καταστήματα της περιοχής Ομονοίας. Πρόκειται για τους Ιγκόρ Κεσόφ ή Κεσίδη 24 χρόνων, και Ντεμίκ ή Δημόκριτο Κεσόφ ή Κεσίδη, 22 χρόνων και Μίκυ Αλεξιάδη, 24 χρόνων, εκ των οποίων αναζητείται ο τελευταίος. Ο δεύτερος εντοπίστηκε προχτές και συνελήφθη στην Αθήνα, ενώ ο πρώτος, όπως προέκυψε από την προανάκριση, δολοφονήθηκε στην οδό Αλκυόνης 48 στο Παλαιό Φάληρο, ένα χρόνο μετά το πρώτο μακελειό. Οι δράστες της δολοφονίας αυτής παραμένουν άγνωστοι, αλλά η Ασφάλεια θεώρησε ότι ανήκουν στη συμμορία του Πηλίδη. Στο σπίτι του Ιγκόρ Κεσόφ, στην οδό Βάου 42 στη Γλυφάδα, βρέθηκε το περίστροφο με το οποίο είχε δολοφονηθεί ο Πηλίδης. Αυτά έγιναν τότε στο Μενίδι…

Ο Σολόνικ όμως δεν έχει ξεκόψει τελείως απ’ τη Ρωσία. Και αυτό ήταν το λάθος που αργότερα θα του στοίχιζε τη ζωή.

Την παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1996, θα την περάσει στo κλαμπ Red Star της Μόσχας όπου και θα γνωρίσει την φιναλίστ της Miss Russia 1996, το εντυπωσιακό μοντέλο, Σβετλάνα Κότοβα. Θα της συστηθεί ως ένας συνηθισμένος επιχειρηματίας και θα την προσκαλέσει στο σπίτι του στο Λαγονήσι. Στις 25 Ιανουαρίου του 1997, η άτυχη κοπέλα θα κάνει το λάθος να έρθει στην Ελλάδα για να τον συναντήσει.

Δυο μέρες αργότερα, η κοπέλα θα τηλεφωνήσει στους δικούς της για να τους ενημερώσει ότι σε μερικές μέρες θα πετούσε για μία φωτογράφιση την Ιταλία. Αυτή θα ήταν και η τελευταία φορά που θα άκουγαν τη φωνή της.

 Το άγριο τέλος

Η μαφία της γενέτειράς πόλης του Σολόνικ ήθελε να τον βγάλει απ’ τη μέση. Το ριψοκίνδυνο αυτό εγχείρημα, ανατέθηκε σε έναν παιδικό φίλο του Σολόνικ, στον Σάσα Σολτάτ, με τον οποίο είχαν “θητεύσει” στην ίδια μαφιόζικη ομάδα για χρόνια. Δέχθηκε χωρίς πολλά πολλά, να εκτελέσει τον παιδικό του φίλο, αποδεικνύοντας όπως λένε οι αστυνομικοί, ότι στην πιάτσα του οργανωμένους εγκλήματος δεν υπάρχουν κώδικες παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα. Ο Σολόνικ έπρεπε να βγει εκτός παιχνιδιού, και βγήκε. Τόσο απλά.  

Όμως ο Σολτάτ θα έπρεπε πρώτα να τον εντοπίσει. Είπαμε, τους εχθρούς του τους ήξερε και φυλάγονταν. Τους φίλους του δεν ήξερε… 

Ο Σολτάτ ακολούθησε τα ίχνη του Σολόνικ και όταν ο δρόμος του τον έβγαλε σε μία πολυτελέστατη βίλα στο Λαγονήσι, με γήπεδο μπάσκετ, γήπεδο γκολφ κι έναν κήπο γεμάτο γλυπτά, κατάλαβε ότι είχε βρεθεί μπροστά στην κατοικία ενός πραγματικού μύθου του ρωσικού υποκόσμου.

Επικοινώνησε με τον παλιό του φίλο, τον ειδοποίησε ότι είναι στην Αθήνα και θέλει να τον δει, και ο Σολόνικ προφανώς ανυποψίαστος για το τι προηγήθηκε, τον καλεί στο σπίτι του. 

Στις 30 Ιανουαρίου 1997, η τύχη θα είχε εγκατέλειπε τον “Μακεδόνα εκτελεστή” . Η υποδοχή που θα επιφυλάξει στον Σολτάτ είναι κάτι παραπάνω από θερμή, δεν έχει καταλάβει ότι ο «φίλος» του έχει αλλάξει στρατόπεδο. 

Από εκεί και πέρα, μόνο οι ρωσικές πηγές μπορούν να ρίξουν λίγο φως, αφού τα όσα έγιναν, τα έκανε γνωστά σε καταθέσεις του, ή σε συνομιλίες του ο ίδιος ο δολοφόνος του Σολόνικ, ή αυτοί που τον διέταξαν και ενημερώθηκαν αργότερα. 

Σύμφωνα με αυτά λοιπόν, ο Σολόνικ θα τον καλωσορίσει χαρούμενος, θα τον αγκαλιάσει και θα αρχίσει να του μιλά γεμάτος ενθουσιασμό για την πατρίδα και τις κοινές τους αναμνήσεις. Όταν όμως θα γυρίσει την πλάτη του, ο φίλος του δεν θα χάσει την ευκαιρία και με μια γρήγορη κίνηση, θα τυλίξει ένα λεπτό κορδόνι γύρω απ’ τον λαιμό του. Θα τον στραγγαλίσει και στη συνέχεια οι συνεργάτες του θα σκοτώσουν και το άτυχο μοντέλο, που προφανώς δεν γνώριζε το παραμικρό για το τι πραγματικά εξελισσόταν μπροστά στα μάτια της.

Το πτώμα του Αλεξάντερ Σολόνικ θα βρεθεί την επόμενη ημέρα, μερικά χιλιόμετρα μακριά απ’ τη βίλα σε ένα ερημικό σημείο από κάποιον περαστικό. Μέσα στον σάκο όπου είναι τοποθετημένο το σώμα του, οι αστυνομικοί θα ανακαλύψουν και μερικά καλάσνικοφ, πλαστά χαρτιά, περούκες, αλλά και εισιτήρια για την Ιταλία. Σύμφωνα με την αστυνομία, ο Σολόνικ σκόπευε να συνοδεύσει την κοπέλα του και να συνδυάσει το ταξίδι τους με την εκτέλεση ενός ακόμη συμβολαίου θανάτου. Δεν πρόλαβε όμως. Η κηδεία του έγινε στο Τρίτο Νεκροταφείο Αθηνών, αν έχει κάποια σημασία αυτό…