Αλωνίζουν ατιμώρητες οι μαφίες του χαλκού (pics)

Σε μάστιγα έχει εξελιχθεί η κλοπή χαλκού και άλλων μετάλλων από εγκαταστάσεις επιχειρήσεων σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, από Κρήτη και Αττική, έως Βόλο, Φάρσαλα και Ξάνθη.

Οι δράστες είναι μέλη συμμοριών –κυρίως Ρομά– που δεν διστάζουν για όφελος λίγων ευρώ να κάνουν ζημιές πολλών χιλιάδων, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις βάζουν ακόμη και φωτιές στις επιχειρήσεις, αρπάζουν κομμάτια από γραμμές του ΟΣΕ θέτοντας σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές, ή αποσπούν υλικά από υποδομές των δήμων –μετασχηματιστές από γεωτρήσεις ή από κολόνες της ΔΕΗ– αφήνοντας ολόκληρες περιοχές χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα και νερό.

Τελευταία παρατηρείται και το φαινόμενο κλοπής καταλυτών από αυτοκίνητα, τα οποία οι δράστες καταστρέφουν. Οι συμμορίες «αλωνίζουν» ανενόχλητες, αρπάζοντας κάθε είδος χαλκού, αδιαφορώντας για το μέγεθος της συνολικής καταστροφής που προκαλούν.

Αποζητούν, όμως, και άλλα μέταλλα, όπως ορείχαλκο και μπρούντζο, που περιέχεται σε εξαρτήματα ύδρευσης, μνήματα σε κοιμητήρια κ.ά., ή μαντέμι από σκάρες και καπάκια υπονόμων, με κίνδυνο να γίνει τροχαίο δυστύχημα.

Μέση τιμή αγοράς μετάλλων, στη «μαύρη αγορά» είναι 2-3 ευρώ ανά κιλό, ενώ τα σκραπατζίδικα μεταπωλούν στη διπλάσια τιμή. Έτσι, ανθούν αυτές οι δραστηριότητες και οι λεηλασίες.

«Μόνο σε μένα έχουν προκαλέσει ζημιά άνω των 500.000 ευρώ μέσα σε λίγα χρόνια», δηλώνει στη «Βραδυνή της Κυριακής» ο κ. Βασίλης Σκαρλάτος, ο οποίος διατηρεί τέσσερις μονάδες παραγωγής σκυροδέματος στη Θράκη.

«Ειδικά στο εργοστάσιό μου, στο Δροσερό Ξάνθης, το τελευταίο τρίμηνο μου ξήλωσαν όλα τα κουφώματα μαζί με τα κάγκελα αλουμινίου σε 7 κτίρια. Δυστυχώς ο φύλακάς μου πέθανε από κορωνοϊό και αυτό το εκμεταλλεύτηκαν.

Αντίστοιχες κλοπές έγιναν σε δεκάδες άλλες επιχειρήσεις στην περιοχή, ακόμη και σε αντιπροσωπείες αυτοκινήτων, όπου οι άνθρωποι έχουν πραγματικά καταστραφεί. Τους έχουν ρημάξει όλα τα αυτοκίνητα και τις εγκαταστάσεις.

Σε εμένα τον τελευταίο μήνα έχουν βάλει και 5 φορές φωτιά. Δεν ξέρω γιατί, πιστεύω για να καλύψουν τα ίχνη τους, διότι για να αφαιρέσουν τα μέταλλα αφήνουν αποτυπώματα.

Έχουμε απευθυνθεί πολλές φορές στην Αστυνομία, τους γνωρίζουν τους δράστες, αλλά στο τέλος δεν γίνεται τίποτα. Ως αιτιολογία μάς λένε ότι είναι ανήλικοι, που και να τους συλλάβουν, θα αφεθούν αμέσως ελεύθεροι. Αυτό εκμεταλλεύονται και οι μεγάλης ηλικίας δράστες που τους βάζουν μπροστά».

Σε απόγνωση είναι και ο επιχειρηματίας Γιάννης Αθανασιάδης, ο οποίος διατηρεί αντιπροσωπεία αυτοκινήτων στην Ξάνθη, ενώ σε αντίστοιχη κατάσταση είναι και άλλοι τρεις συνάδελφοί του με γειτονικές αντιπροσωπείες και συνεργεία – έρμαια των ίδιων συμμοριών.

«Σε εμένα εδώ, τα τελευταία 5 χρόνια έχουν κάνει ζημιές που ανέρχονται στις 100.000 ευρώ. Ειδικά τις τελευταίες ημέρες, το φαινόμενο έχει ενταθεί. Μέσα σε όλα, μας έκλεψαν πρόσφατα ένα αυτοκίνητο, με το οποίο έκαναν ληστείες όλη τη νύχτα και στη συνέχεια το έκαψαν. Τα υπόλοιπα αυτοκίνητα της αντιπροσωπείας μου τα έχουν ρημάξει.

Όπως έχω διαπιστώσει, οι περισσότεροι είναι υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, από ελαφρών έως πολύ σκληρών. Τα σπάνε και παίρνουν ανταλλακτικά για να τα πουλήσουν. Και όχι μόνο αυτό. Σε ό,τι έχει απομείνει βάζουν φωτιά για να μην αφήσουν ίχνη. Με γρύλους σηκώνουν άλλα αυτοκίνητα, όπως μου έχουν πει πολλοί συνάδελφοι, κόβουν τους καταλύτες και πουλάνε τα μέταλλα από το εσωτερικό τους.

Πρόσφατα, έκοψαν καλώδια του ΟΤΕ στην ευρύτερη περιοχή της Ξάνθης, με αποτέλεσμα να μην έχουμε τηλέφωνο και διαδίκτυο για τουλάχιστον δύο ημέρες. Το ίδιο και με το ρεύμα, καθώς ξηλώνουν τους μετασχηματιστές. Δεν είχαμε ούτε νερό, διότι οι δράστες έκοψαν τα καλώδια που τροφοδοτούσαν τις γεωτρήσεις».

Ο κ. Τάσος Δραχμάνης είναι υπεύθυνος για την άρδευση στα Φάρσαλα, και μας δηλώνει τα εξής: «Από εμάς κλέβουν υλικά τα οποία έχουν σχέση με καλώδια που ηλεκτροδοτούν τις γεωτρήσεις σε 180 σημεία σε 53 χωριά. Η ζημιά μας κάθε χρόνο ξεπερνά τις 60.000 ευρώ.

Κλέβουν τους μετασχηματιστές από τη ΔΕΗ, που ο καθένας κάνει περίπου 10.000 ευρώ, με αποτέλεσμα η Επιχείρηση να μην μπορεί να τους αντικαταστήσει αφού κλέβονται περίπου 20 το χρόνο, και έτσι εμείς δεν μπορούμε να αρδεύσουμε. Αυτή τη στιγμή, έχουμε την ντομάτα και τα καλαμπόκια και αδυνατούμε να τα ποτίσουμε. Οι κλοπές είναι καθημερινές.

Ακόμη και μικρότερα αντικείμενα μας δημιουργούν τεράστιο πρόβλημα σε ένα δίκτυο 500 χιλιομέτρων. Έχουμε κάνει μηνύσεις, έχουν συλλάβει επ’ αυτοφώρω κάποιους, αλλά μετά από λίγες ημέρες τούς ξαναβλέπουμε μπροστά μας. Και κάνουν το ίδιο. Είμαστε αγανακτισμένοι.

Η Αστυνομία δεν μπορεί να επιτηρήσει όλη αυτή την έκταση, αλλά κι εμείς πραγματικά έχουμε φτάσει στα όριά μας. Ζητάμε βοήθεια και τουλάχιστον να γίνει έλεγχος στα σημεία πώλησης, τα οποία δεν είναι παραπάνω από 5. Αν κοπεί εκεί η κλεπταποδοχή, θα λήξει το πρόβλημα».

Στην Αττική είναι ενδεικτική η περίπτωση του γνωστού ηθοποιού Νίκου Ξανθόπουλου, ο οποίος έχει πέσει θύμα της μαφίας του χαλκού στο σπίτι του στην Παιανία… 36 φορές, ενώ η ευρύτερη περιοχή μένει συχνά χωρίς ρεύμα, καθώς οι δράστες διαλύουν τους μετασχηματιστές.

Στελέχη του δήμου ή και του ΔΕΔΔΗΕ έχουν καταθέσει αλλεπάλληλες μηνύσεις για τις εκατοντάδες κλοπές μετασχηματιστών, οι οποίες αφενός ενέχουν κινδύνους, ακόμη και για τη ζωή των κλεφτών, αφετέρου δημιουργούν σοβαρότατα προβλήματα σε επιχειρήσεις και σπίτια με πολύωρες ή και πολυήμερες διακοπές παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, αλλά και καλλιέργειες ελλείψει νερού.

Να γίνει κακούργημα η κλοπή μετάλλων

Ο Φαρσαλινός αγρότης Γιώργος Δρόσος πήρε την πρωτοβουλία να γενικεύσει το ζήτημα κλοπών χαλκού από τα αγροτικά συγκροτήματα όχι μόνο στην περιοχή του, αλλά και σε όλη την Επικράτεια, καταθέτοντας εμπεριστατωμένη μηνυτήρια αναφορά κατά παντός υπευθύνου στην Εισαγγελία Πρωτοδικών της Λάρισας.

Στόχος του είναι να γίνει κακούργημα η κλοπή χαλκού, ενώ με την αναφορά του επιχειρεί να παταχθεί το φαινόμενο στον πυρήνα του, δηλαδή στην κλεπταποδοχή.

Μεταξύ άλλων, αναφέρει τα εξής: «Οι λόγοι, λοιπόν, που οδηγούν σε κλοπή κάποιον είναι δύο. Πρώτον, να χρησιμοποιήσει ο ίδιος τα κλοπιμαία και, δεύτερον, να τα πουλήσει και να πάρει κάποια χρήματα (εμπορία). Στην προκειμένη περίπτωση η κλοπή του χαλκού γίνεται για να πουληθεί, μιας και ο χαλκός ούτε τρώγεται ούτε πίνεται.

Συνεπώς, όταν κάποιο κλοπιμαίο πωλείται, αυτόματα δημιουργείται και συντελείται η πράξη της κλεπταποδοχής όταν ο αποδέκτης γνωρίζει την προέλευση. Φυσικά, αυτή η πράξη γίνεται στην Ελλάδα, μιας και δεν περνάει από το μυαλό κανενός ότι οι κλέφτες τον εξάγουν.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι ποιοι είναι αυτοί οι κλέφτες, ποιοι οι κλεπταποδόχοι και αν είναι αυτοί οι τελικοί παραλήπτες ή οι ενδιάμεσοι, καθώς και ο βαθμός και το είδος της μεταξύ τους συνέργειας. Δεν προσπαθώ να καταλογίσω ευθύνες αλλά να αναπτύξω τη λογική εξέλιξη των πραγμάτων. Υπάρχουν μαγαζιά υπαίθρια, οι λεγόμενες μάντρες, που αγοράζουν παλιά σίδερα, και μεταξύ αυτών και χαλκό και άλλα μέταλλα.

Η δουλειά αυτών των μαγαζιών είναι να συγκεντρώνουν τα μέταλλα και να τα μεταπουλούν στα χυτήρια, όπου γίνεται και η τελική τους μεταποίηση. Όσον αφορά τον χαλκό η χρήση του είναι συγκεκριμένη και τα εργοστάσια πού τον χρησιμοποιούν για την κατασκευή καλωδίων είναι συγκεκριμένα.

Ο χαλκός που προέρχεται από κλοπή καλωδίων παρουσιάζει μία μεταβολή στο χρώμα του, μιας και για να διαχωριστεί από το πλαστικό καίγεται από τους κλέφτες. Άλλωστε, οι δύο Τσιγγάνοι που συνελήφθησαν στα Φάρσαλα, πριν από λίγες ημέρες, ήταν στη διαδικασία της καύσης των καλωδίων.

Άρα, αυτοί, εκτός από την κλοπή, γνωρίζουν και την περαιτέρω διάθεσή του, γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα. Το ερωτήματα που εύλογα προκύπτουν είναι: Αγοράζουν νόμιμα οι μάντρες τον οποίο χαλκό πάει στην πόρτα τους;

Ζητάνε από τους όποιους πωλητές την πιστοποίηση της προέλευσής του και νόμιμα παραστατικά της αγοραπωλησίας; Επιτρέψτε μου βάσιμα και λογικά, να αμφιβάλλω. Μήπως υπάρχει κάποιο κύκλωμα που διακινεί κάποια ψεύτικα χαρτιά κτήσης χαλκού;

Γνωρίζουν τα εργοστάσια την προέλευση του χαλκού; ‘Η όλα γίνονται εν κρυπτώ και παραβύστω (“μαύρα”);

Οπότε, κάποιοι θησαυρίζουν παράνομα, επί βλάβη και του αμέσου θύματος, συνήθως αγρότη, ιδιοκτήτη του χαλκού, αλλά και του ελληνικού Δημοσίου, λόγω της συντελουμένης οργανωμένης φοροδιαφυγής.

Τα παραπάνω, κατά την ταπεινή μου άποψη, μπορούν να απαντηθούν εύκολα αν ερωτηθούν οι κλέφτες που συλλαμβάνονται από την Ελληνική Αστυνομία, πού πουλάνε τα κλοπιμαία. Αν αυτό συμβεί, όλα μετά δρομολογούνται».

Από την έντυπη έκδοση της «Βραδυνής της Κυριακής»