Ένας Αμερικανός βλέπει κάθε βράδυ στον ύπνο του τον Ντόναλντ Τραμπ. Ένας Ευρωπαίος αναρωτιέται γιατί προσεύχεται νυχθημερόν για τη νίκη του Τζο Μπάιντεν. Και ένας Κινέζος τσεκάρει συνεχώς τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων για το ποιος θα είναι ο επόμενος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Και ενώ το παραπάνω θα μπορούσε να μοιάζει με υπερβολή, γιατί για ποιο λόγο να ανησυχεί κάποιος για την ετυμηγορία της κάλπης από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, πρόσφατη έρευνα της Ένωσης Αμερικανών Ψυχολόγων έδειξε ότι περισσότεροι από τα δύο τρίτα των Αμερικανών ενηλίκων περιγράφουν τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου σαν πηγή μεγάλου άγχους στην καθημερινότητά τους που διαχέεται σε ολόκληρο τον κόσμο! Αυτό είναι το πιο ανώδυνο πάθημα από την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, που ελπίζεται ότι έγινε το μάθημα που θα εκλέξει τον Τζο Μπαιντεν 46ο πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών.

Οι δημοσκοπήσεις το τελευταίο χρονικό διάστημα δίνουν σταθερό προβάδισμα στον υποψήφιο του Δημοκρατικού Κόμματος. Το NBC προχώρησε ένα βήμα παραπάνω και συνοψίζοντας τα αποτελέσματα των 10 πιο πρόσφατων και περισσότερων αξιόπιστων δημοσκοπήσεων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Τζο Μπάιντεν προηγείται στην πρόθεση ψήφου με 51,7% έναντι 43,9% που πιστώνεται στον Ντόναλντ Τραμπ. Όσον αφορά τις δημοσκοπήσεις που αφορούν τις αμφίρροπες πολιτείες, αυτές που πολλές φορές έχουν κρίνει το νικητή στο νήμα, ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος εμφανίζεται να δίνει μάχη στήθος με στήθος με τον Δημοκρατικό υποψήφιο στην Αριζόνα, τη Φλόριντα και τη Βόρεια Καρολίνα, ενώ ο τελευταίος διατηρεί σαφές προβάδισμα στο Ουισκόνσιν, την Πενσιλβάνια και το Μίσιγκαν.

Η αισιοδοξία των Νεοϋορκέζων, του Χόλιγουντ και των Ευρωπαίων, που τάσσονται στην πλειοψηφία τους υπέρ του Μπάιντεν, σαφώς και δε βασίζεται στην εκτίμηση του ιστορικού Άλαν Λίχτμαν, ο οποίος καταφέρνει να προβλέπει με επιτυχία το εκλογικό αποτέλεσμα, ότι ο υποψήφιος των Δημοκρατικών θα είναι ο 46ος πρόεδρος των ΗΠΑ. Το γεγονός ότι είχε προβλέψει την επικράτηση του Τραμπ πριν από τέσσερα χρόνια προσδίδει κύρος στη μαντεψιά του, ωστόσο η αποτυχία του να «οραματιστεί» τη μακρά δικαστική διαμάχη για την πολιτεία της Φλόριντα, που χάρισε το 2000 τη νίκη στον Τζορτζ Μπους τον νεότερο έναντι του Αλ Γκορ, επιβεβαιώνει ότι ουδείς αλάνθαστος. Προς απογοήτευση της επονομαζόμενης άλλης Αμερικής, των πολιτειών όπου πλειοψηφούν οι απόφοιτοι του Δημοτικού, οι άνεργοι ή χαμηλού εισοδήματος και οι ειδικευμένοι βιομηχανικοί εργάτες ή οι Ευαγγελικοί, οι σχετικά εύποροι λευκοί αγρότες του Νότου, που αποτελούν την εκλογική βάση του Τραμπ, ο Μπάιντεν θα κερδίσει, γιατί το 2020 δεν είναι το 2016.

Ο εθνικιστικός πολιτικός λόγος του Ρεπουμπλικανού προέδρου μπορεί να μιλά ακόμα στις καρδιές τους, ωστόσο τέσσερα χρονιά μετά, η απουσία βελτίωσης στην τσέπη και την καθημερινότητά τους, και φυσικά ο κορωνοϊός και οι 228.000 νεκροί του, «ψαλιδίζουν» την ομάδα τους. Ταυτόχρονα, τα ίδια ακριβώς προβλήματα, αλλά και ο χλευασμός στο εξωτερικό που προκάλεσαν οι επικίνδυνες αποφάσεις του Τραμπ, είτε όσον αφορά την αμερικανική αποχώρηση από τη Συρία, που ευνόησε τη Ρωσία, είτε την άτακτη αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συνθήκη των Παρισίων για το κλίμα, κινητοποίησαν τη βάση των ψηφοφόρων του Δημοκρατικού Κόμματος, που είχε πέσει σε αδράνεια μετά την 8ετία του Μπάρακ Ομπάμα. Τα κινήματα όπως οι Millennials, η Generation Z, οι Indivisible, οι Swing Left, το Black Lives Matter κ.ά., που στηρίζουν αναφανδόν τον Μπάιντεν, αλλά και οι μεγάλες πολυεθνικές, σαν τη General Motors, την Google και την Pfizer, εγγυώνται ότι την 3η Νοεμβρίου δεν θα υπάρχουν αναποφάσιστοι στην κάλπη. Η σμίκρυνση του ποσοστού τους σε μόλις 6% εξηγεί απόλυτα: 1) γιατί δύσκολα ο Τραμπ θα καταφέρει να κλέψει (και αυτή τη φορά) τη νίκη από τον Μπάιντεν, και 2) γιατί ο επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ θα βγει από την κάλπη και όχι με δικαστική ετυμηγορία.

Η εξωτερική πολιτική επί τάπητος

Η προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ ήταν ένα εφιαλτικό θρίλερ που κατέληξε σε μία πανδημία εκτός ελέγχου, μία νέα οικονομική ύφεση και μία βαθιά πολιτική πόλωση. Ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος είναι ο δημιουργός αυτής της καταστροφής, έγραφε αυτή την εβδομάδα το βασικό άρθρο της «Guardian», κρίνοντας ότι είναι επίσης και ο λιγότερος ικανός να διορθώσει το κακό. Το δίχως άλλο, το μάντρα αυτής της θητείας του Τραμπ, «η Αμερική πρώτα από όλα», απομάκρυνε την υπερδύναμη από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού από τους συμμάχους της στη Δύση και την έφερε πιο κοντά με απολυταρχικούς ηγέτες όπως ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και ο Βλαντιμίρ Πούτιν. Πριν από λίγες εβδομάδες, άλλωστε, η γερμανική εφημερίδα «Die Zeit» είχε αποκαλέσει τον Αμερικανό πρόεδρο, τον Τούρκο και τον Ρώσο ομόλογό του «το καρτέλ των οπορτουνιστών», δηλαδή ένα καρτέλ ανδρών που υποστηρίζει ο ένας τον άλλον, ακόμη και αν οι χώρες τους γεωστρατηγικά ανταγωνίζονται η μία την άλλη.

Από την παραπάνω εικόνα προκύπτει το ερώτημα αν υπό το πρόσταγμα του Τζο Μπάιντεν η Αμερική θα επιστρέψει στην κορυφή του τραπεζιού για να εργαστεί στο πλευρό των συμμάχων της. Σε άρθρο του, πάντως, στο περιοδικό «Foreign Policy» υπό τον τίτλο «Αποκαθιστώντας την αμερικανική ηγεσία», ο Δημοκρατικός υποψήφιος ξεκαθάρισε ότι στόχος του είναι να επαναφέρει την εμπιστοσύνη των ξένων στη δύναμη των ΗΠΑ. Και η αλήθεια είναι ότι οι αναλυτές περιμένουν ότι μόλις ο Μπάιντεν εκλεγεί πρόεδρος, οι ΗΠΑ θα επανενταχθούν στη Συμφωνία των Παρισίων για την Κλιματική Αλλαγή, την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.

Επίσης, θα υπάρξει προσέγγιση με την ηγεσία της Ευρώπης και αποστασιοποίηση από αρχηγούς κρατών όπως ο Βλαντιμίρ Πούτιν, ο Βίκτορ Όρμπαν και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αφού ο Μπάιντεν είναι γνωστός φιλέλληνας, γι’ αυτό, άλλωστε, στηρίζεται από σύσσωμη την Ομογένεια. Ωστόσο, πολλοί αναλυτές συστήνουν στις ξένες δυνάμεις να κρατούν μικρό «καλάθι», γιατί ο υποψήφιος των Δημοκρατικών, στο πλαίσιο μίας εξωτερικής πολιτικής για τη μεσαία τάξη, όπως την έχει αποκαλέσει, επιθυμεί την αναμόρφωση των εμπορικών συμφωνιών για την στοχοποίηση των φορολογικών παραδείσων, τον τερματισμό της νομισματικής χειραγώγησης και τη συσσώρευση επενδύσεων εντός των αμερικανικών συνόρων με όποιο τίμημα.

Δύο 70άρηδες μονομάχοι

«Ελπίζω ότι θα υπάρξει ηλικιακό όριο στους προεδρικούς υποψήφιους», έχει δηλώσει ο Τζίμι Κάρτερ, ο οποίος στα 96 του χρόνια είναι ο μακροβιότερος ζωντανός πρόεδρος στην αμερικανική Ιστορία. «Αν ήμουν 20 χρόνια νεώτερος δεν πιστεύω ότι θα μπορούσα να ανταπεξέλθω στα καθήκοντα που είχα όταν ήμουν στο Λευκό Οίκο», εξηγεί ο ίδιος με φόντο τις προσπάθειες του 77χρονου Ντόναλντ Τραμπ να πείσει τους Αμερικανούς ότι είναι ο Σούπερμαν και τις διαβεβαιώσεις του Τζο Μπάιντεν, που τον επόμενο μήνα κλείνει τα 78, ότι χαίρει άκρας υγείας, σώμα και μυαλό. Τι και αν ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος κοροϊδεύει τον Δημοκρατικό υποψήφιο ότι πάσχει από άνοια, η αλήθεια είναι ότι αν ο δεύτερος κερδίσει τον πρώτο θα του κλέψει και το ρεκόρ του γηραιότερου προέδρου των ΗΠΑ.

Η ηλικία σαφώς και είναι παράγοντας σε αυτές τις εκλογές, εκτιμά η Γουέντι Σίλερ, καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Μπράουν του Ρόουντ Άιλαντ. «Οι Αμερικανοί όμως, σήμερα ζουν περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν και είναι σε καλύτερη φόρμα, οπότε ίσως ο Μπάιντεν βρίσκεται σε πιο δυνατή φυσική κατάσταση από ό,τι ο Ρόναλντ Ρίγκαν που ανέλαβε τα προεδρικά του καθήκοντα στα 69 του χρόνια», συνεχίζει η ίδια. Σε κάθε περίπτωση η επιλογή της 56χρονης υποψήφιας αντιπροέδρου του Δημοκρατικού Κόμματος, Καμάλα Χάρις, και του 61χρονου Ρεπουμπλικανού αντιπροέδρου, Μάικλ Πενς, διασφαλίζει ότι οι ΗΠΑ δεν θα μείνουν χωρίς ηγέτη ούτε για μία ημέρα.

Η Οικονομία στα ασφαλή χέρια του Μπάιντεν

Μέχρι πρότινος οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι οι ψηφοφόροι εμπιστεύονται τον Τζο Μπάιντεν στα ζητήματα κοινωνικής πολιτικής, εξωτερικών υποθέσεων, διαχείρισης των περιβαλλοντικών ζητημάτων και, φυσικά, της πανδημίας του κορωνοϊού, αλλά στον νευραλγικής σημασίας τομέα της Οικονομίας προτιμούν τον Ντόναλντ Τραμπ. Η εντύπωση ότι η αμερικανική Οικονομία γνώριζε άνοδο τη περίοδο που οι Ρεπουμπλικανοί βρίσκονταν στο Λευκό Οίκο είναι βαθιά ριζωμένη στη συλλογική συνείδηση, αλλά απόλυτα λανθασμένη. Στις 16 ολοκληρωμένες προεδρικές θητείες που ακολούθησαν το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, από τον Χάρι Τρούμαν, έως τον Μπάρακ Ομπάμα, το ετήσιο ΑΕΠ αναπτύχθηκε κατά μέσο όρο κατά 4,3% όταν Δημοκρατικοί πρόεδροι βρίσκονταν στο Οβάλ Γραφείο, έναντι 2,5% που είναι το αντίστοιχο σκορ των Ρεπουμπλικανών «συναδέλφων» τους. Το δίχως άλλο, η θητεία του Τραμπ έριξε και άλλο το σχετικό ποσοστό σε αρνητικά επίπεδα, σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του.

Αν στα παραπάνω συνυπολογιστεί το γεγονός ότι οι τελευταίες 5 υφέσεις, συμπεριλαμβανομένης της τρέχουσας, ξεκίνησαν όταν οι Ρεπουμπλικανοί είχαν κερδίσει τον Λευκό Οίκο γίνεται απόλυτα κατανοητό γιατί σήμερα λέγεται ότι η Οικονομία πρέπει να γυρίσει στις 3 Νοεμβρίου στα ασφαλή χέρια του Μπάιντεν. Ο υποψήφιος των Δημοκρατικών, εξάλλου, υπόσχεται αυτά που ελπίζουν οι περισσότεροι Αμερικανοί, δηλαδή αποκατάσταση της οικονομικής ευημερίας, βοήθεια προς τα νοικοκυριά που έμειναν πίσω πριν ακόμη από το ξέσπασμα της πανδημίας, και επαναφορά της προόδου στην περιβαλλοντική προστασία.

Ο Μπάιντεν, σε αντίθεση με τον Τραμπ, που υποτίμησε τον Covid-19 και πολλοί λένε ότι έπαιξε άθλια με το χαρτί της ασθένειάς του από το νέο ιό, σκοπεύει να εφαρμόσει ένα ομοσπονδιακό σχέδιο αντιμετώπισής του με βάση τις συστάσεις των ειδικών λοιμωξιολόγων και των επαγγελματιών Υγείας. Και μπορεί να χρηματοδοτήσει όλες τις σχετικές δαπάνες με το φορολογικό του πρόγραμμα, που περιλαμβάνει την εισαγωγή εκ νέου της μείωσης των εταιρικών φόρων του 2017, την επιπλέον φορολόγηση όσων έχουν εισοδήματα άνω των $400.000 και την αύξηση του κατώτατου μισθού. Σύμφωνα με την εταιρία αξιολόγησης Moody’s Analytics, υπό τον Μπάιντεν το πραγματικό ΑΕΠ έχει τη δυνατότητα να αυξηθεί κατά 4,5% από τα σημερινά του ποσοστά.

Το νησί που ψηφίζει Τραμπ «δαγκωτό»

Το νησί Τάντζιερ εξαφανίζεται σταδιακά από το χάρτη λόγω της αύξησης της στάθμης των υδάτων. Και όμως, παρά την αδιαφορία του Ντόναλντ Τραμπ για τις κλιματικές αλλαγές που ευθύνονται για τέτοια καταστροφικά φαινόμενα, οι ψαράδες, που αποτελούν τον πληθυσμό του, πιστεύουν ότι ένα θαλάσσιο τείχος και ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος θα σώσουν τα σπίτια, τις δουλειές και τον τρόπο ζωής τους.

Κάποιοι από τους κατοίκους του Κόλπου Τσέζαπικ διαμαρτύρονται καθοδόν προς τις κάλπες ότι οι γείτονές τους βρίσκονται σε άρνηση για τη σημασία που έχουν οι κλιματικές αλλαγές ως απόρροια του φαινομένου του θερμοκηπίου, την ώρα που οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι τα επόμενα τέσσερα χρόνια μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην έκβαση της παγκόσμιας μάχης για την πάταξή του.

Για την ιστορία, ο Τραμπ δεν πιστεύει στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, γι’ αυτό και έχει δρομολογήσει ήδη την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία των Παρισιών για την Κλιματική Αλλαγή, ενώ θέλει να επεκτείνει και τα σχέδια των μη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Από την πλευρά του, ο Τζο Μπάιντεν έχει δηλώσει ότι στόχος του είναι να φτάσει η χώρα σε μηδενικές εκπομπές αερίων μέχρι το 2050 και ότι σκοπεύει να επενδύσει $2 δισ. στην πράσινη ενέργεια.

Από την έντυπη έκδοση της «Βραδυνής της Κυριακής»