Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για γενναίο πρόγραμμα στήριξης της Οικονομίας των χωρών που πλήττονται από την πανδημία του κορωνοϊού, αποτελεί λίαν θετική εξέλιξη υπέρ και της ελληνικής Οικονομίας. Αν η πρόταση αυτή υλοποιηθεί έγκαιρα, τότε από το 2021 και μετά, το ελληνικό κράτος θα έχει τη δυνατότητα να στηρίξει με σημαντικά κονδύλια, ύψους περίπου 33 δισ. ευρώ, επενδύσεις και επιχειρήσεις, για την ανασυγκρότηση και την ενίσχυση της επιχειρηματικής και οικονομικής δραστηριότητας. Αυτή η εξέλιξη είναι εξαιρετικά σημαντική για την πορεία της βαριά πληττόμενης από τον κορωνοϊό ελληνικής Οικονομίας.

Κακά τα ψέματα, οι επόμενοι μήνες θα είναι δύσκολοι. Η χώρα θα κληθεί με τους δικούς της, κυρίως, πόρους, αλλά και σημαντικούς πόρους από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα «Sure» να αντιμετωπίσει τη μεγάλη κρίση που πλήττει την ελληνική, όπως και την παγκόσμια, Οικονομία. Ουδείς, φυσικά, μπορεί να προβλέψει ακριβώς το μέγεθος της κρίσης.

Όπως ο ίδιος ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δηλώσει δημοσίως, πλέουμε σε «αχαρτογράφητα νερά», δηλαδή ουδείς μπορεί να προβλέψει το μέγεθος της κρίσης, διότι οι αβεβαιότητες είναι πολλές. Δεν γνωρίζουμε αν και πότε θα τελειώσει η κρίση με τον κορωνοϊό. Θα έχουμε και τρίτο κύμα επιδημίας ή όχι; Και πόσες θα είναι οι επιπτώσεις αυτού του νέου κύματος; Πιο έντονες σε σχέση με αυτές του προηγούμενου Απριλίου και Μαρτίου, ή ακόμα και του τωρινού εφιαλτικού;

Επιπρόσθετα, πόσες επιχειρήσεις θα μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στην πολύ δύσκολη κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στην Οικονομία μετά και το δεύτερο lockdown; Πόσες θα επιβιώσουν και πόσες, τελικά, θα υποχρεωθούν να κλείσουν; Πόσοι άνθρωποι θα χάσουν τη δουλειά τους; Τι θα γίνει με τον Τουρισμό, οι επιπτώσεις του οποίου στην εθνική Οικονομία είναι ήδη τεράστιες; Μία νέα κακή τουριστική σεζόν και το 2021, δεν την αντέχουμε.

Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά είναι, τούτη τη στιγμή, άγνωστες. Εκτιμήσεις κάνουν όλοι. Οι πιο αρμόδιοι μιλούν για μία ύφεση που μπορεί να φτάσει ακόμα και το 13%, όπως παραδέχτηκε ο υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταϊκούρας. Ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλάει για ένα βασικό σενάριο 6% ύφεσης, χωρίς, όμως, να μπορεί να προβλέψει μέχρι τέλους πού θα πάει. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ προβλέπει ύφεση στην ευρωζώνη από 8%-12%. Ανεξάρτητα από το πού, τελικά, θα «κάτσει» η ύφεση, το βέβαιο είναι ότι οι απώλειες για την ελληνική Οικονομία θα είναι τεράστιες, σε όλα τα επίπεδα.

Σε αυτές τις συνθήκες, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της και ό,τι επιτρέπει η δυναμική των δημόσιων οικονομικών, για να αποτρέψει την καταστροφή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων της χώραςμ αλλά και να εμποδίσει τη σημαντική αύξηση της ανεργίας.

Τα μέτρα που λαμβάνονται είναι εκ των πραγμάτων πυροσβεστικού χαρακτήρα. Πώς, αλλιώς, θα μπορούσε να συμβεί κάτω από αυτές τις πρωτοφανείς καταστάσεις και συνθήκες που διαβιώνουμε; Σκοπός αυτών των μέτρων είναι να μην κλείσουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και να σωθούν όσο το δυνατόν περισσότερες θέσεις απασχόλησης. Φυσικά, κάτω από τις πρωτόγνωρες συνθήκες που ζούμε, θα γίνονται και λάθη, θα γίνονται και αδικίες. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, γιατί η κατάσταση είναι πρωτοφανής.

Αλλά το βέβαιον είναι ότι πρόκειται για μία πρόσκαιρη, εφήμερη κατάσταση, που ελπίζουμε ότι σύντομα θα διορθωθεί και η Ελλάδα θα μπορέσει μέσα στα επόμενα χρόνια να βιώσει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και πάλι. Αυτός είναι ο στόχος της κυβέρνησης. Ένας στόχος, που πρέπει να είναι εθνικός στόχος.

Διότι μόνον ενωμένοι οι Έλληνες θα μπορέσουμε να σταθούμε και πάλι στα πόδια μας και να μείνουμε όρθιοι στον Αρμαγεδδώνα που πλήττει τη χώρα και υγειονομικά και οικονομικά. Και αυτό σημαίνει ότι σύντομα θα πρέπει από την στήριξη της εργασίας και της επιχειρηματικότητας, να περάσουμε στη λήψη ουσιαστικών μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών για την ανόρθωση συνολικά της Οικονομίας και την ανάπτυξη της χώρας. Οδηγώντας την Ελλάδα σε μία εντελώς διαφορετική κατεύθυνση, προς ένα διαφορετικό οικονομικό μοντέλο από αυτό που διαμορφώσαμε τα τελευταία χρόνια.