Σωρεία αντιδράσεων σημειώνεται λίγο πριν από την έναρξη των εμβολιασμών στον γενικό πληθυσμό, με τους πρώτους που θα κάνουν το εμβόλιο κατά του κορονοϊού να είναι οι πολίτες άνω των 85 ετών. 

Το γαϊτανάκι των αντιδράσεων άρχισε να ξετυλίγεται από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στα Δημόσια Νοσοκομεία (ΠΟΕΔΗΝ) ενώ δεν είναι λίγες οι καταγγελίες των υγειονομικών για ελλιπή προετοιμασία σε διάφορα νοσοκομεία της χώρας. 

Το βασικό σημείο σύγκλισης της κριτικής είναι η άποψη ότι ο εμβολιασμός του πληθυσμού είναι αρμοδιότητα της πρωτοβάθμιας περίθαλψης.

Από την πλευρά της η ΠΟΕΔΗΝ επισημαίνει ότι τα 1.018 εμβολιαστικά κέντρα στη πρωτοβάθμια περίθαλψη σχεδιάστηκαν προκειμένου να είναι κοντά στους κατοίκους ώστε να μην ταλαιπωρούνται μετακινούμενοι σε μεγάλες αποστάσεις για να εμβολιαστούν. 

Η ξαφνική αλλαγή στον σχεδιασμό, αποδίδεται σύμφωνα με την Ομοσπονδία στο ότι τα εμβολιαστικά κέντρα στη πρωτοβάθμια δεν είναι ακόμα έτοιμα.

«Δεν επαρκεί το προσωπικό»

Ένα από τα ιδρύματα στα οποία ξεκινούν οι εμβολιασμοί το Σάββατο είναι το Αιγινήτειο Νοσοκομείο. Ως το μεσημέρι της Παρασκευής τα εμβόλια δεν είχαν φτάσει στο Αιγινήτειο, ενώ ξεκινούν οι εμβολιασμοί το Σάββατο. Τελικά έφτασαν το απόγευμα της Παρασκευής.

Από την πλευρά του ο Στέλιος Χατζηπαναγιώτου, αναπληρωτής καθηγητής Μικροβιολογίας Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Διευθυντής Βιοπαθολογικού Εργαστηρίου Αιγινητείου Νοσοκομείου, επισημαίνει ότι υπάρχει μια σειρά τεχνικών ζητημάτων που πρέπει να επιλυθεί. 

«Δεν είναι δυνατό να βρεθεί προσωπικό σε διπλοβάρδια που θα ασχολείται μόνο με εμβολιασμούς, τη στιγμή μάλιστα που δεν υπάρχει προσωπικό να καλύψει κανονικά τις ανάγκες του νοσοκομείου».

Εντυπωσιακό χαρακτηρίζει το ότι πρώτα οι πολίτες ενημερώθηκαν πως το Αιγινήτειο Νοσοκομείο θα γίνει εμβολιαστικό κέντρο και στη συνέχεια το ίδιο το νοσοκομείο.

«Επικοινωνούν πολίτες που αναφέρουν ότι έχουν ραντεβού για εμβολιασμό, ωστόσο το νοσοκομείο μέχρι πολύ πρόσφατα δεν γνώριζε κάτι επίσημα. Στη συνέχεια ήρθαν οι επίσημες ενημερώσεις» προσθέτει ο καθηγητής.

«Έρχεται συνωστισμός στα νοσοκομεία»

Αντιδράσεις σημειώνονται και στο Παίδων όπου θα πραγματοποιούνται εμβολιασμοί 200 ατόμων την ημέρα από τις 08:00 μέχρι τις 20:00 σύμφωνα με την ενημέρωση της υγειονομικής περιφέρειας.

«Καμπανάκι» κρούει από την πλευρά της η Νικολέτα Μαστραντωνάκη, παιδίατρος στο Β’ Παιδιατρικό τμήμα του ΕΣΥ στο νοσοκομείο Παίδων «Αγλαΐα Κυριακού», τονίζοντας ότι ο συνωστισμός ενδέχεται να είναι μεγάλος στο Παίδων, την ώρα μάλιστα που (σε κάποια νοσοκομεία) απαγορεύεται το επισκεπτήριο για την αποφυγή διασποράς του ιού.

«Αν υπολογίσουμε ότι καθένα από τα 200 άτομα θα έχει τουλάχιστον έναν συνοδό γιατί θα πρόκειται για ηλικιωμένους, είναι άγνωστο το πώς θα μετακινούνται μέσα στο νοσοκομείο χωρίς να προκαλείται συνωστισμός. Δεν γνωρίζουμε αρκετά ακόμα, όπως από ποιες εισόδους – εξόδους θα γίνεται η μετακίνηση, πού θα είναι ο χώρος αναμονής τους και πού θα τους κρατήσουμε αν υπάρξει κάποια επιπλοκή. Μου φαίνεται αδιανόητο ότι θα μπαίνουν 400 άτομα την ημέρα στο νοσοκομείο χωρίς να υπάρχει έλεγχος, δεδομένης της υψηλής διασποράς του ιού».

Την ίδια στιγμή αναφέρεται και σε ελλείψεις προσωπικού. «Νοσηλεύουμε ιδιαίτερες κατηγορίες ασθενών(όπως και σε ψυχιατρικά-ογκολογικά) και η ανάμειξή τους με τον γενικό πληθυσμό και τις ηλικιακές ομάδες που προσπαθούμε να προστατέψουμε είναι επιστημονικό παράδοξο. 

Επίσης υπάρχουν ελλείψεις σε προσωπικό το οποίο δεν μπορεί να ανταποκριθεί, αλλά κανείς δεν μας ρώτησε. Είναι αδύνατο να επιτελέσουμε μόνο κλινικό έργο, με δύο γιατρούς κατά περιπτώσεις. Θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε αλλιώς, μέσω μετάβασής μας στα εμβολιαστικά κέντρα αλλά όχι από τα νοσοκομεία. Ας ελπίσουμε ότι στην πράξη θα υλοποιηθεί ομαλά».

Την αντίθετη άποψη εκφράζει ο Δημήτρης Δελής, Παιδίατρος και διευθυντής της Α’ Παιδιατρικής Κλινικής στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγλαΐα Κυριακού» που τονίζει ότι το νοσοκομείο είναι υποχρεωμένο να συμβάλλει στην εθνική προσπάθεια κατά της πανδημίας.

«Κατανοούμε τις ανάγκες που δημιουργούνται λόγω της πανδημίας και πρέπει να συμβάλλουμε στην αντιμετώπισή της. Θέλουμε όλοι να επιτύχει ο εμβολιασμός και ακόμα περισσότερο ως παιδίατροι που είμαστε εξοικειωμένοι με τα εμβόλια. Επειδή τα παιδιά δεν νοσούν από COVID-19, τα νοσοκομεία Παίδων έχουν δεχθεί ελάχιστη πίεση και μπορούν να αξιοποιηθούν για τον σκοπό αυτό. Η εύκολη απάντηση θα ήταν ότι δεν θα έπρεπε να το επωμιστούμε, αλλά τα προβλήματα στη δημόσια υγεία δεν λύνονται με θόρυβο, αλλά με τη συμμετοχή των εργαζομένων όπου αυτό είναι απαραίτητο».

Η απάντηση των ιατρικών συλλόγων

Τόσο ο Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος όσο και ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών πιστεύουν ότι ο εμβολιασμός δεν είναι αρμοδιότητα των νοσοκομείων.

«Σε κανένα κράτος με οργανωμένο δομημένο σύστημα υγείας δεν κάνουμε εμβολιασμούς στα νοσοκομεία. Θα μπορούσε να είχε οργανωθεί η πρωτοβάθμια και να οργανωθούν όλοι οι εμβολιασμοί εκεί. Ήδη έχουν φορτωθεί με την υπεράνθρωπη προσπάθεια για την αντιμετώπιση της COVID-19. Είναι άδικο να επωμιστούν και τους εμβολιασμούς» επισημαίνει  η Ά αντιπρόεδρος του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου Άννα Μαστοράκου.

Από την πλευρά του ο πρόεδρος του ΙΣΑ και Περιφερειάρχης Αττικής Γιώργος Πατούλης υπογραμμίζει στο Sputnik ότι σε κάθε περίπτωση ο εμβολιασμός είναι πράξη πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.

«Αυτή τη στιγμή τα νοσοκομεία έχουν επωμιστεί τεράστιο φόρτο εργασίας, άρα η πρόληψη πρέπει να μεταβεί στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας. Επειδή πρόκειται για εθνική προσπάθεια και επειδή υπάρχουν ελλείψεις σε νοσοκομεία και κέντρα υγείας, θα πρέπει να γίνει συντονισμός βάση των αναγκών και του τι μπορεί ο καθένας να κάνει. Ωστόσο είναι ξεκάθαρο ότι ο εμβολιασμός είναι πράξη πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας» αναφέρει χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων.