Την αθώωση του πρώην προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, μετά την κατηγορία ότι υποκίνησε τις ταραχές της 6ης Ιανουαρίου, στο Καπιτώλιο, αποφάσισε η Γερουσία.

Η πλειοψηφία των γερουσιαστών έκρινε τον Τραμπ ένοχο το Σάββατο σε ψηφοφορία 57-43, αλλά ο αριθμός υπολείπεται της υπεροχής που απαιτείται για την καταδίκη του προέδρου. Εάν ο Τραμπ είχε καταδικαστεί, η Γερουσία θα κινήθηκε για να απαγορεύσει στον 45ο πρόεδρο να κατέχει ξανά το ομοσπονδιακό αξίωμα.

Οι επτά γερουσιαστές των Ρεπουμπλικάνων που «τα βρήκαν» με τους Δημοκρατικούς για να καταδικαστεί ο Τραμπ, είναι οι: Richard Burr της Βόρειας Καρολίνας, Bill Cassidy της Λουιζιάνα, Susan Collins of Maine, Lisa Murkowski της Αλάσκας, Mitt Romney της Γιούτα, Ben Sasse της Νεμπράσκα και Pat Toomey της Πενσυλβανίας.

Η απαλλαγή σημαίνει πως ο πρώην πρόεδρος πλέον έχει το ελεύθερο να κατέβει ξανά στις εκλογές του 2024, αν και οι γερουσιαστές των Δημοκρατικών και λίγων Ρεπουμπλικάνων, έχουν υπαινιχθεί ότι ενδέχεται να προσπαθήσουν να το αποτρέψουν αυτό, χρησιμοποιώντας την 14η τροποποίηση του Συντάγματος. 

Η δεύτερη δίκη του Tραμπ, διήρκεσε μόλις πέντε ημέρες, καθιστώντας την τη συντομότερη στην ιστορία.

Η πρώτη δίκη του Τραμπ, πριν από έναν χρόνο, τελείωσε με την απαλλαγή του από τη Γερουσία που τότε ήταν υπό τον έλεγχο των Ρεπουμπλικάνων. Ο Τραμπ παραμένει δημοφιλής στους Ρεπουμπλικάνους ψηφοφόρους και κάποιοι από αυτούς δηλώνουν οργισμένοι επειδή οι αιρετοί αξιωματούχοι του κόμματος δεν στήριξαν την προσπάθειά του να ερευνηθεί το εκλογικό αποτέλεσμα.

Πάντως, οι Δημοκρατικοί εστίασαν τα επιχειρήματά τους σε διάφορα θέματα και προσπάθησαν να αποδείξουν την ευθύνη του Τραμπ για την εισβολή στο Καπιτώλιο, μετρώντας πόσες φορές χρησιμοποίησε τη λέξη «μάχη» στην ομιλία του που προηγήθηκε και, μάλιστα, παρουσίασαν νέα βίντεο από εκείνη την ημέρα.

Οι συνήγοροι υπεράσπισης του Τραμπ τόνισαν ότι η ομιλία του εντολέα τους, στις 6 Ιανουαρίου, αμφισβήτησε την ακεραιότητα των προεδρικών εκλογών του 2020 και «δεν υποκίνησε εξέγερση», καθώς οι διαδηλωτές στο Καπιτωλίου ήταν «εξτρεμιστές διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων».

Χαρακτηριστικά, ο δικηγόρος, Μάικλ Φαν ντερ Βέεν, είπε:

«Ο ισχυρισμός ότι ο Πρόεδρος με οποιονδήποτε τρόπο επιθυμούσε ή ενθάρρυνε την παράνομη ή βίαιη συμπεριφορά είναι ένα παράλογο και τερατώδες ψέμα. Στην πραγματικότητα, τα πρώτα δύο μηνύματα που έστειλε ο Πρόεδρος μέσω του Twitter, μόλις άρχισε η εισβολή στο Καπιτώλιο ήταν “Να είστε ειρηνικοί και χωρίς βία, γιατί είμαστε το κόμμα του νόμου και της τάξης”».

Από την πλευρά του, ο έτερος συνήγορος υπεράσπισης του Τραμπ, Μπρους Κάστορ, επεσήμανε ότι ο τέως Πρόεδρος στις ομιλίες του πρέτρεπε τους ανθρώπους να διατηρήσουν «τον νόμο και την τάξη», προσθέτοντας ότι οι εισαγγελείς είχαν επεξεργαστεί επιλεκτικά βίντεο.