«Ο Ερντογάν δεν μπλοφάρει. Ο Ερντογάν δοκιμάζει τις αντοχές μας και το διεθνή παράγοντα», αναφέρει στη συνέντευξή του στη «Βραδυνή της Κυριακής» ο βουλευτής του Βόρειου Τομέα της Β’ Αθήνας Δημήτρης Καιρίδης.

Ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πάντειου Πανεπιστημίου εξηγεί ότι «πρέπει με αποφασιστικότητα και ετοιμότητα να στέλνουμε πάντα το μήνυμα της ισχυρής και αξιόπιστης αποτροπής που αποτελεί την καλύτερη ανάσχεση στον τυχοδιωκτισμό του Ερντογάν».

Όσον αφορά για τυχόν στρατιωτική εμπλοκή ο κ. Καιρίδης επισημαίνει: «Κανείς δε θέλει την στρατιωτική εμπλοκή, η οποία θα έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες για την ειρήνη, τη σταθερότητα και την ευημερία όλων των εμπλεκομένων. Όμως, ο τουρκικός τυχοδιωκτισμός δεν μπορεί να αποκλείσει κανένα ενδεχόμενο. Εμείς δε θα πρέπει να τρέφουμε ούτε αυταπάτες για το τι μπορούν να κάνουν άλλοι για εμάς αλλά ούτε και να τροφοδοτούμε μια διαρκή μεμψιμοιρία».

Η εκδοση Navtex από την Τουρκία για σεισμικές έρευνες ΝΑ του Καστελορίζου, εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και η αρχική ενεργοποίηση του «Oruc Reis» έχει σημάνει συναγερμό. Πιστεύετε ότι υπάρχει ο κίνδυνος, τελικά, να επιχειρήσει έρευνες εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας;

«H κλιμάκωση της έντασης από την πλευρά της Τουρκίας καθιστά αυτόν τον κίνδυνο υπαρκτό και τις τελευταίες εξελίξεις στα Ελληνοτουρκικά, σοβαρές».

Ο Ερντογάν μάς δοκιμάζει; Μπλοφάρει;

«Ο Ερντογάν δεν μπλοφάρει. Ο Ερντογάν δοκιμάζει τις αντοχές μας και το διεθνή παράγοντα. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι με αποφασιστικότητα και ετοιμότητα να στέλνουμε πάντα το μήνυμα της ισχυρής και αξιόπιστης αποτροπής, που αποτελεί την καλύτερη ανάσχεση στον τυχοδιωκτισμό του».

Πόσο κοντά φτάσαμε το βράδυ της Τρίτης σε μία εμπλοκή;

«Η αποφασιστικότητα και η ετοιμότητα της ελληνικής κυβέρνησης, που οδήγησε και στην ενεργοποίηση του ευρωπαϊκού και διεθνούς παράγοντα, δημιούργησε τις συνθήκες για να μην έχουμε περαιτέρω εμπλοκή. Κατά συνέπεια, ήταν μία επαπειλούμενη κρίση, η οποία, όμως, δεν εξελίχθηκε άσχημα για την ειρήνη και τη σταθερότητα».

Υπάρχει, πιστεύετε, διεθνής παράγοντας ικανός να αποτρέψει τον Ερντογάν;

«Ως προς τα Ελληνοτουρκικά το κύριο βάρος της αποτροπής το σηκώνουμε εμείς. Δεν είμαστε, όμως, μόνοι μας. Η Ελλάδα έχει ισχυρές συμμαχίες και διεθνή ερείσματα και η προκλητικότητα του Ερντογάν, συμπεριλαμβανομένης της φιέστας στην Αγια-Σοφιά και της βέβηλης μετατροπής της σε τζαμί, προσθέτει κάθε μέρα και νέα ισχυρά επιχειρήματα στη διπλωματική μας φαρέτρα. Αυτό είναι προς όφελος της συνολικής μας προσπάθειας. Δικιά μας δουλειά είναι μέσα από την αποφασιστικότητά μας να ενεργοποιούμε αυτό το διεθνή παράγοντα, όπως έγινε με τη γνωστή παρέμβαση της Άνγκελα Μέρκελ, σε συνέχεια της δικής μας κινητοποίησης. Επειδή η βεντάλια των θεμάτων με την Τουρκία έχει ανοίξει και η Τουρκία εμπλέκεται σε μία σειρά νέων συγκρούσεων, κυρίως στον αραβικό κόσμο και τη Μέση Ανατολή, η Τουρκία έχει δημιουργήσει ένα μέτωπο σε βάρος της, όπως το Ισραήλ, τη Γαλλία, με το οποίο εμείς έχουμε μια συναντίληψη για την αντιμετώπιση της τουρκικής επιθετικότητας».

Η τηλεφωνική επικοινωνία Μέρκελ – Ερντογάν έπαιξε, θεωρείτε, ρόλο για την αποτροπή μίας κρίσης;

«Τα Ελληνοτουρκικά δεν είναι μόνο Ελληνοτουρκικά. Είναι κατεξοχήν Ευρωτουρκικά. Το πρόβλημα με την Τουρκία είναι διεθνές. Θέλουμε, κατά συνέπεια, την παρέμβαση των Ευρωπαίων εταίρων μας συνολικά για την αντιμετώπιση της τουρκικής προκλητικότητας στην περιοχή. Η παρέμβαση της Μέρκελ εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο. Κανείς, όμως, δεν πρόκειται να κινητοποιηθεί αν πρώτα εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε έτοιμοι και αποφασισμένοι, όπως αποδείξαμε για μία ακόμη φορά με την άμεση κινητοποίηση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και την έξοδο του Πολεμικού μας Ναυτικού στο Αιγαίο. Αυτό ήταν το κλειδί για την παρέμβαση της Μέρκελ, η οποία είπε το εξής απλό στον Ερντογάν. Ότι σε περίπτωση εμπλοκής, εμείς ως Ευρώπη είμαστε υποχρεωμένοι να πάρουμε το μέρος της Ελλάδας».

Σε περίπτωση στρατιωτικής εμπλοκής θα έχουμε κάποιους δίπλα μας ή θα είμαστε μόνοι μας;

«Κανείς δε θέλει την στρατιωτική εμπλοκή, η οποία θα έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες για την ειρήνη, τη σταθερότητα και την ευημερία όλων των εμπλεκομένων. Όμως, ο τουρκικός τυχοδιωκτισμός δεν μπορεί να αποκλείσει κανένα ενδεχόμενο. Εμείς δε θα πρέπει να τρέφουμε ούτε αυταπάτες για το τι μπορούν να κάνουν άλλοι για εμάς αλλά ούτε και να τροφοδοτούμε μια διαρκή μεμψιμοιρία που δεν επιτρέπει στην ελληνική διπλωματία να εκμεταλλευτεί πλήρως τις ευκαιρίες που η τουρκική προκλητικότητα δημιουργεί. Θα πρέπει να επιμείνουμε τόσο στην ισχυρή εθνική αποτροπή όσο και στην καλλιέργεια των ισχυρότερων εθνικών ερεισμάτων που μπορούμε και κάνουμε. Η Ελλάδα δεν είναι ένα διαλυμένο κράτος όπως η Συρία και η Λιβύη. Είναι ένα κράτος οργανωμένο, με ισχυρό στρατό, διεθνείς συμμαχίες και μέλος ισχυρών Οργανισμών, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ. Και αυτό της δίνει ένα πλεονέκτημα. Όπως δίνει και στην Κύπρο ένα πλεονέκτημα η συμμετοχή της στην Ε.Ε. Φανταστείτε πού θα ήταν η Ελλάδα απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα αν είχε βγει από την Ε.Ε. το 2015, όπως κάποιοι μεθόδευαν».

Ο Έλληνας πρωθυπουργός επικοινώνησε με τον Πούτιν. Ποια είναι η θέση της Ρωσίας;

«Περίπλοκη και επαμφοτερίζουσα. Είναι γεγονός ότι οι ελληνορωσικές σχέσεις τα τελευταία χρόνια περνάνε μία δύσκολη φάση. Είναι και αυτό κληρονομιά της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛ. Ένα από τα μεγαλύτερα “παράδοξα” της εξωτερικής μας πολιτικής είναι το γεγονός ότι η Κεντροδεξιά ήταν πάντα αυτή που επανεκκινούσε τις ελληνορωσικές σχέσεις. Δυστυχώς, μετά το 2015 οι σχέσεις αφέθηκαν να ατροφήσουν. Όμως, ό,τι και αν πιστεύει κανείς για το καθεστώς Πούτιν, η Ρωσία είναι μία μεγάλη χώρα και παραδοσιακά παίζει σημαντικό ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο. Κατά συνέπεια, η χώρα μας είναι υποχρεωμένη να διατηρεί επαφές και σχέσεις. Αυτό σηματοδοτεί η τηλεφωνική επικοινωνία Μητσοτάκη- Πούτιν. Έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας για να διαμορφώσουμε μία συναντίληψη με τη Μόσχα, η οποία ενώ βρίσκεται απέναντι στους Τούρκους και στη Συρία και στη Λιβύη, έχει αναπτύξει μία ιδιόμορφη σχέση κατανόησης με τον Ερντογάν».

Είδαμε σε όλη αυτή την ένταση και την κλιμάκωση στα Ελληνοτουρκικά, μία απουσία των ΗΠΑ.

«Αυτό νομίζω ότι είναι το πιο κρίσιμο. Η σταδιακή αποχώρηση των ΗΠΑ από την περιοχή. Οι ΗΠΑ μεταπολεμικά έπαιξαν τον πιο σημαντικό ρόλο στην περιοχή, αλλά σήμερα δείχνουν να μην ενδιαφέρονται, επιτείνοντας το γεωστρατηγικό κενό που έχει δημιουργηθεί στον αραβικό κόσμο. Κενό, το οποίο θα επιταθεί τις προσεχείς δεκαετίες, λόγω της υποτίμησης της αξίας του πετρελαίου. Αυτό το κενό βρίσκουν ευκαιρία διάφοροι τυχοδιώκτες, όπως η Τουρκία, να το εκμεταλλεύονται. Η αποχώρηση της Αμερικής δεν έχει να κάνει μόνο με τον ιδιόμορφο Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, αλλά έχει και κάποια μονιμότερα χαρακτηριστικά. Υπό αυτή την έννοια επιτάσσεται στην Ευρώπη να κάνει το μεγάλο βήμα μπροστά και να αποκτήσει μία γεωστρατηγική διάσταση και παρουσία στην περιοχή, η οποία παραμένει κρίσιμης σημασίας για την ασφάλειά της».