Της Εσμεράλδας Αγαπητού

Ο Γιάννης Τζομάκας γεννήθηκε το 1985 στην Πάτρα και μεγάλωσε στη Ναύπακτο. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Μηχανολόγων Μηχανικών & Αεροναυπηγών του Πολυτεχνείου Πατρών. Η ενασχόλησή του με την Τέχνη ξεκίνησε από τα φοιτητικά του χρόνια. Αρχικά με τη Λογοτεχνία , ύστερα με τη Ζωγραφική. Το 2013 και το 2014 εκδόθηκαν δύο από τα μυθιστορήματά του. Ταυτόχρονα, άρχισε να πειραματίζεται με το χρώμα και τους καμβάδες, και συνεχίζει από τότε αφοσιωμένος στη Ζωγραφική. Καταπιάνεται με την ανθρώπινη φιγούρα και το ανθρώπινο πρόσωπο αναζητώντας την ύπαρξη και το σκοπό της ζωής. Έχει πραγματοποιήσει ατομικές , ομαδικές και στο εξωτερικό, Εκθέσεις. Πολυσχιδής, φιλοσοφημένος και ανήσυχος, είναι ένας πολύ αξιόλογος καλλιτέχνης της γενιάς του, με μία διαρκή αναζήτηση και ανησυχία για τα πράγματα του κόσμου και το παρόν. Ιδιαίτερα τον σύγχρονο κοινωνό της ασφυκτικής καθημερινότητας.

Γιάννη, πείτε μας, από μικρός είχατε κλήση στη Ζωγραφική; 

«Νομίζω πως όχι, μεγαλώνοντας προέκυψε».  

Φοιτήσατε στο τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών & Αεροναυπηγών, του Πολυτεχνείου Πατρών, και, εκτός αυτού, είστε και συγγραφέας δύο μυθιστορημάτων, το πρώτο το «640» υπαρξιακής φύσεως, γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο και με τρεις διαφορετικούς άξονες, και το δεύτερο μία μετα-αποκαλυπτική νουβέλα με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας.Τι σχέση, όμως, έχει ο Μηχανολόγος και ο Αεροναυπηγός με τη Ζωγραφική; 

«Αναπάντεχα και απροσδόκητα μεταπήδησα στην Τέχνη· αρχικά μέσω της Λογοτεχνίας και έπειτα με τη Ζωγραφική. Αυτό που έχω ξεχωρίσει ανάμεσα σε αυτούς τους κόσμους είναι η ανάγκη για τάξη και ισορροπία σε μια σύνθεση· μία περίεργη αίσθηση, του να γνωρίζεις τι λείπει για να ολοκληρωθεί κάτι».  

Ο συγγραφέας μπορεί να εμπνευστεί για τη Ζωγραφική από τους χαρακτήρες των μυθιστορημάτων του; 

«Εννοείται, και είναι πεποίθησή μου πως κάθε δημιουργός θα πρέπει να αναζητά την έμπνευση σε διαφορετικές μορφές πριν καταλήξει στο μέσο που θα χρησιμοποιήσει, διότι η Τέχνη είναι μία. Συγκεκριμένα δε, ο συγγραφέας είναι μυθοπλάστης σε λέξεις και προτάσεις, όπως ακριβώς και ο ζωγράφος σε χρώματα και καμβάδες».  

Τελικά, καταλήξατε στη Ζωγραφική; Πώς; Είναι ενδιαφέρον να μας πείτε… 

«Καμιά φορά, η ζωή μάς προλαβαίνει, και ίσως να μας εκβιάζει για τα χρόνια που χάσαμε. Εν έτει 2013, επισκέφθηκα το Λονδίνο για προσωπικές υποθέσεις, ως συγγραφέας, και νόμιζα πως είχα βρει το τι μου ταιριάζει στη ζωή. Και αυτό, διότι κάποιο πρωινό αντίκρισα ένα μεγάλο πορτρέτο σύγχρονης Τέχνης σε βιτρίνα γκαλερί, και απευθείας κλονίστηκα, γιατί εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα πόσο δυνατή είναι η δύναμη της εικόνας. Θα μπορούσα να γράψω μία νουβέλα για να περιγράψω τον άνθρωπο πίσω από το πορτρέτο, και άλλο τόσο να το διαβάσει κανείς, ενώ με τη Ζωγραφική όλα είναι εκεί, με την πρώτη ματιά, αφιλτράριστα και μη. Οπότε, επιστρέφοντας Ελλάδα ήταν μονόδρομος· το κάλεσμά μου».  

 
Πόσο δύσκολο είναι για έναν νέο καλλιτέχνη να καθιερωθεί στο χώρο; 

«Αυτό που πρέπει να απασχολεί κάθε καλλιτέχνη – δημιουργό, είναι το εξής: κατά πόσο η Τέχνη του διαφέρει από την προγενέστερη, στο κατά πώς υπερκαλύπτει τα ερωτήματα που θέτει το παρόν, μα, κυρίως, αν εκφράζει τον εαυτό του. Τότε και μόνο, πιστεύω πως μπορεί να “καθιερωθεί”, ανεξαρτήτου ηλικίας».  

Μπορεί να βιοποριστεί από αυτό το επάγγελμα μόνον; 

«Δεν γνωρίζω σε απόλυτο βαθμό, όντας ανύπαντρος, ωστόσο όλα είναι θέμα υπερκοστολόγησης και υποκοστολόγησης, σε μικρό ή μεγάλο αριθμό έργων, οπότε τίθεται στην ευχέρεια του καθενός. Όσον αφορά τα μαθήματα Σχεδίου, Ζωγραφικής, είναι ικανά να το κάνουν αξιοπρεπώς».  

Υπάρχει κάποια βοήθεια από το κράτος; 

«Το κράτος ενδιαφέρεται στην οικονομική αξιοποίηση της παρελθοντικής πολιτιστικής μας κληρονομιάς, δεν το ενδιαφέρει ο πολιτισμός του σήμερα, και συμπαρασύρει τους πολίτες μέσω της παιδείας που παρέχει. Αυτή είναι, δυστυχώς, η αλήθεια και, συγχρόνως, η κατάρα της σύγχρονης Ελλάδας».  

Εκτός από την Αθήνα, έχετε εκθέσει και στο εξωτερικό. Εκεί υπάρχει μεγαλύτερο αγοραστικό κοινό; 

«Εξυπακούεται, μιας και πληθυσμιακά μιλάμε για διαφορετικές αγορές, πολύ μεγαλύτερες  – χωρίς όμως να αλλάζει κατά πολύ η πρόθεση για αγορά ή επένδυση».  

Οι Έλληνες επενδύουν στην εποχή μας στην Τέχνη; 

«Πέραν ορισμένων συλλεκτών, που αγαπάνε την Τέχνη, οι υπόλοιποι Έλληνες θα πρέπει πρώτα να έρθουν σε επαφή και τριβή, και ύστερα να αποφασίσουν για το αν θέλουν να επενδύσουν ή όχι. Η πλειοψηφία αποφεύγει να επισκεφθεί δρώμενα και Εκθέσεις, καθώς πιστεύει πως πρέπει να αγοράσει κάτι».  

Από τι εμπνέεστε; 

«Η έμπνευσή μου προκύπτει από τα μικρά δοκίμια που γράφω, είτε σε φιλοσοφικό είτε σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο, τα οποία μεταφράζω σε εικαστική γλώσσα, και αποτελούν τις θεματικές μου. Τον υπόλοιπο καιρό, από οτιδήποτε παρατηρώ και αφουγκράζομαι στην πόλη. Ενίοτε στους πίνακες με πιο ζωηρά χρώματα ελλοχεύει η θλίψη. Καμιά φορά είναι και το σημείο αναφοράς. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να βιώσει την απόλυτη χαρά χωρίς να έχει βιώσει και την απόλυτη θλίψη. Είναι αυτά τα όρια που οριοθετούν και όλη την ‘γκρίζα’ περιοχή στα συναισθήματα και στις ορέξεις μας για επιλογές, την εξερεύνησή του και πολλών άλλων πραγμάτων». 

Έχετε κάποιον από τους μεγάλους ζωγράφους πρότυπό σας; 

«Francis Bacon, Lucian Freud και Paul Gauguin». 

Τον καιρό της πανδημίας επωφεληθήκατε για να δημιουργήσετε καινούργιους πίνακες; 

«Όχι, διότι δεν δημιουργώ ποτέ εν βρασμώ, προτιμώ να χωνέψω τα ερεθίσματα και ύστερα να καταπιαστώ με αυτά».  

Ο Γιάννης είναι μοναχικός; Γιατί η Ζωγραφική ενέχει την απομόνωση. 

«Ο Γιάννης είναι κοινωνικό ον»!  

Στους ανθρώπους τι εκτιμάτε και τι απεχθάνεστε; 

«Την ειλικρίνεια μεν, τα ψέματα δε».  

Με τι μότο πορεύεστε στις δυσκολίες; 

«Μια ζωή χωρίς όνειρα και ελευθερία δεν είναι παρά μόνο μία λέξη τριών γραμμάτων».  

Επόμενο βήμα σας; 

«Σε συνεργασία με τον καλλιτεχνικό φορέα ART HUB ATHENS, η τρίτη πράξη ως Έκθεση, της θεματικής μου περί “Κοινωνικού Κανιβαλισμού” και δράσεις που αποσκοπούν στην ανάδειξη των 17 βιώσιμων στόχων ανάπτυξης του ΟΗΕ μέσω Τέχνης».