Από αρχαιοτάτων χρόνων η αχαριστία είναι συνώνυμη της αγνωμοσύνης, της φαυλότητας, της πανουργίας και της κακότητας. Θεωρείται αρρώστια της ψυχής και δείγμα επαίσχυντου ανθρώπου. «Κανένας πιο βέβαιος εχθρός από τον αχάριστο που ευεργετήθηκε», έλεγε ο Καλλίμαχος. «Αν περιμαζέψεις έναν πεινασμένο σκύλο και τον ταΐσεις, δεν πρόκειται να σε δαγκώσει. Αυτή είναι η βασική διαφορά ανάμεσα στον σκύλο και τον άνθρωπο», έγραφε ο Μάρκ Τουέιν. «Η Γη δεν γεννά χειρότερο πλάσμα από τον αχάριστο», γράφει ο Ιταλός συγγραφέας Ούγκο Μπέτι. Ίδια άποψη έχουν οι αρεοπαγίτες, οι οποίοι τιμωρούν οριστικά και αμετάκλητα την αχαριστία όταν έχει να κάνει με χρήματα και δωρεές.

Έλληνας συνταξιούχος παντρεύτηκε, προ ετών, μια νεαρή αλλοδαπή, η οποία είχε τα δύο ανήλικα παιδιά της στην Αλβανία. Εκείνη, αφού φρόντισε να γραφτούν στο όνομά της ακίνητα και τραπεζικοί λογαριασμοί, τον εγκατέλειψε και συνήψε σχέση με έναν Ελληνογερμανό. Ο Άρειος Πάγος διέγνωσε «βαριά αχαριστία» στο πρόσωπο της γυναίκας, την οποία γνώρισε ο άνδρας ως οικιακή βοηθό, και έτσι την ανάγκασε να του επιστρέψει όλα τα περιουσιακά στοιχεία επικυρώνοντας προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις.

Σε άλλη περίπτωση, ένας ηλικιωμένος άνδρας είχε δωρίσει μία μονοκατοικία σε μια ανιψιά του. Εκείνη όμως, αντί να τον φροντίζει, όπως είχε υποσχεθεί και δεσμευτεί, τον έκλεισε σε γηροκομείο, αφού προηγουμένως τού πήρε τα κλειδιά του σπιτιού, την αστυνομική ταυτότητα και το βιβλιάριο των τραπεζικών καταθέσεων! Και σε αυτή την περίπτωση οι δικαστές από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο βαθμό διέκριναν «βαριά αχαριστία έναντι του δωρητή», και έτσι υποχρέωσαν την ανιψιά να επαναμεταβιβάσει το δωρηθέν ακίνητο στο θείο της. Ο Άρειος Πάγος μάλιστα, δεν δέχθηκε τους ισχυρισμούς της, ότι η ανάκληση της δωρεάς υποκινήθηκε από άλλα συγγενικά πρόσωπα.

Ακόμη μία παρόμοια περίπτωση για την οποία εξέδωσαν, πρόσφατα, αμετάκλητη απόφαση οι αρεοπαγίτες αφορά έναν παιδίατρο ο οποίος είχε δωρίσει μεγάλο χρηματικό ποσό στη νοσηλεύτρια σύζυγό του για να αγοράσουν εξ αδιαιρέτου μία μονοκατοικία. Οι δικαστές την ανάγκασαν να επιστρέψει το 50% της νέας οικίας που είχε γραφτεί στο όνομά της.

Την υπόθεση εκ μέρους του παιδιάτρου χειρίστηκε ο δικηγόρος Φοίβος Στρουγγάρης, ο οποίος μίλησε στη «Βραδυνή της Κυριακής»: «Το 2006 ο εντολέας μας Ε.Ψ., παιδίατρος στο επάγγελμα, ήδη τότε κατά πολλά χρόνια παντρεμένος και έχοντας αποκτήσει εκ του γάμου του δύο παιδιά, αγόρασε, κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου με την τότε σύζύγό του (50%-50% δηλαδή), μία ανεξάρτητη μεζονέτα στο όμορφο νησί της Μυτιλήνης. Το τίμημα για την λόγω αγορά κατέβαλε εξ ολοκλήρου ο ίδιος και για το ποσοστό που αφορούσε τη σύζυγό του, αφενός μεν διότι ήθελε να επικυρώσει την αγάπη του προς εκείνη, αφετέρου, δε, διότι η σύζυγός του στερείτο προσόδων. Η πράξη του αυτή χαρακτηρίζεται νομικά ως υποκρυπτόμενη δωρεά του ενός συζύγου προς τον έτερο.

Ο γάμος τους, που χρονολογείτο από το 1991, δυστυχώς κλονίζετο με συνεχείς ύβρεις και προστριβές του ζευγαριού, προερχόμενες όμως αποκλειστικά από τη σύζυγο, και το 2010, εν τέλει, υπήρξε η τελική ρήξη και διάσπασή τους. Ο Ε.Ψ., πέρα από τις όποιες μηνύσεις-εγκλήσεις που είχε ήδη καταθέσει κατά της εν λόγω συζύγου του για την παραβατική της συμπεριφορά, κατήγγειλε με αγωγή την (υποκρυπτόμενη) δωρεά, λόγω της συνεχούς αχαριστίας και απαξίας που επέδειξε η σύζυγός του προς αυτόν. Ήδη, η εν λόγω απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού ο Άρειος Πάγος εξέδωσε απορριπτική απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως που κατέθεσε η σύζυγος, επικυρώνοντας την περιβόητη ρήση που τελευταία αποτελεί αντικείμενο συζήτησης, “ο Άρειος Πάγος τιμωρεί την αχαριστία”».

Τι προβλέπει ο Αστικός Κώδικας

Σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, στον οποίο βασίζονται τα δικαστήρια για να τιμωρήσουν την αχαριστία, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του, και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή. Ως αχαριστία, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του Δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, που επικρατούν στην κοινωνία και οφείλεται σε υπαιτιότητά του, προσβάλλει, δε, άμεσα αγαθά του δωρητή. Έτσι, αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη περίθαλψης και οικονομικής ενίσχυσης, έστω και αν η δωρεά δεν συμφωνήθηκε υπό τον όρο της διατροφής του, όπως και η καταφρόνησή του λόγω και έργω. Κριτήρια της βαρύτητας του παραπτώματος από αντικειμενική άποψη είναι ο δεσμός δωρητή και δωρεοδόχου, τα ελατήρια της δωρεάς και η αξία του αντικειμένου της, όπως και ο τρόπος ενέργειας και ο χαρακτήρας του δωρεοδόχου και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή, της συζύγου του ή στενού συγγενούς του, ενώ από υποκειμενική άποψη πρέπει να αποτελεί εκδήλωση αξιόμεμπτης συμπεριφοράς, ενδεικτική της έλλειψης ευγνωμοσύνης στην αφιλοκερδή χειρονομία του δωρητή. Το ζήτημα αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από τον δικαστή, ο οποίος για την διαμόρφωση της κρίσης του εκτιμά τη συμπεριφορά αυτή με βάση αντικειμενικά κριτήρια.

Πώς γίνεται η ανάκληση της δωρεάς

Η ανάκληση της δωρεάς γίνεται με άτυπη σχετική δήλωση του δωρητή προς το δωρεοδόχο, συνεπώς και με αγωγή, τα δε αποτελέσματα της ανάκλησης επέρχονται ευθύς ως περιέλθει η δήλωση σ’ αυτόν περί ανακλήσεως ή τον νόμιμο αντιπρόσωπό του και εφόσον ο λόγος της ανάκλησης είναι αληθινός και δύναται να δικαιολογήσει την ανάκληση. Για την ευδοκίμηση της αγωγής περί ανακλήσεως της δωρεάς πρέπει, αφενός, ο λόγος αχαριστίας να υπάρχει κατά το χρόνο της ανάκλησης, αφετέρου να αποδείξει ο ενάγων την αλήθεια του αναφερόμενου στη δήλωση ανάκλησης λόγου, και αν αυτός αφορά στην επιδειχθείσα από το δωρεοδόχο αχαριστία να αποδείξει το έναντί του βαρύ παράπτωμα από το οποίο προήλθε αυτή.

Εφόσον το δωρηθέν είναι πράγμα ακίνητο και μεταβιβάστηκε στο δωρεοδόχο κατά κυριότητα, η επαναμεταβίβαση της κυριότητας μετά τη νόμιμη ανάκληση της δωρεάς γίνεται, εφόσον αρνείται αυτήν ο δωρεοδόχος, με καταδίκη αυτού σε δήλωση βουλήσεως, μεταγραφή της σχετικής τελεσίδικης απόφασης και της δήλωσης του δωρητή ενώπιον συμβολαιογράφου περί αποδοχής της απόφασης αυτής.

Πώς μπορεί να δικαιωθεί ένα θύμα… αχαριστίας

Πώς αποδεικνύεται πρακτικά η αχαριστία και τι σημαίνει εν τοις πράγμασιν αυτό που ακούγεται τελευταία, ότι «τα δικαστήρια τιμωρούν την αχαριστία»; Την απάντηση μας τη δίνει πάλι ο δικηγόρος Φοίβος Στρουγγάρης, που δικαίωσε ένα από τα «θύματα» της αχαριστίας… «Κατ’ αρχάς, το πρόσωπο το οποίο “βασανίζεται” σε μία σχέση από απρεπή ή και παραβατική συμπεριφορά του ετέρου, πρέπει να έχει την ανάγκη να δικαιωθεί ηθικά, να διατηρεί ψυχραιμία και να έχει υπομονή, διότι ο αγώνας είναι μακροχρόνιος και οφείλει να αποδείξει, κατά κανόνα, σε προγενέστερο χρόνο, δια των καταγγελιών, μηνύσεων, εγκλήσεων, εισαγγελικών παραγγελιών, πλέον συστάσεων δια της αστυνομικής Αρχής, ότι το έτερο πρόσωπο είτε έχει υποπέσει σε κάποιο ποινικό αδίκημα (εξύβριση, απειλή, ενδοοικογενειακή βία, ασελγείς πράξεις, βιασμό κ.ά.) είτε ασκεί βαρύνουσα ψυχολογική βία ή απρεπή στάση (που κατά βάση εμπίπτει και στα πλαίσια της απειλής), ενώ η όποια εκδοθείσα δικαστική απόφαση πρέπει να καταστεί πρώτα αμετάκλητη και ακολούθως να κριθεί η αγωγή από το δικαστήριο ουσίας περί της ανακλήσεως δωρεάς.

Άρα, πρέπει να βρει το κουράγιο αρχικά να αντιδράσει και ξεφύγει από την όποια αρρωστημένη κατάσταση έχει δημιουργηθεί, να νιώσει στήριξη από πρόσωπα που εμπιστεύεται, ίσως να μιλήσει σε ειδικό επί των εν λόγω θεμάτων και αντλήσει τη δύναμη να δράσει καταθέτων δικόγραφα, καταγγέλλοντας δηλαδή το πρόσωπο που του φέρθηκε είτε απρεπώς είτε παραβατικά, αναζητώντας πίσω τα υλικά αγαθά που προσέφερε για την απόκτηση κινητών ή ακινήτων. Η δικαίωση επέρχεται μόνο όταν το πρόσωπο που φέρθηκε αχάριστα αναγκασθεί δια δικαστικής αποφάσεως να επιστρέψει όσα κινητά έλαβε, εάν αυτά σώζονται ή την αξία αυτών είτε το ή τα ακίνητα που έλαβε δια της όποιας δωρεάς. Μην ξεχνάτε ότι αχαριστία κατά τη νομική επιστήμη δεν αποδεικνύεται με την απλή καθημερινή αγνωμοσύνη (αν και άποψή μας είναι ότι οι συνεχείς και καθημερινές μικρές προστριβές διαλύουν την ψυχοσύνθεση και καλή διάθεση του ζευγαριού), αλλά περιλαμβάνει συνδυασμό παραβίασης της ηθικής τάξης και ευπρέπειας, αλλά κυρίως παραβίαση των κανόνων Δικαίου».

Μείζον θέμα και η συνεπιμέλεια

Το ζήτημα της αχαριστίας, σε συνδυασμό με την επικείμενη αλλαγή στις διατάξεις περί συνεπιμέλειας αποτελεί μείζον ζήτημα και υποδηλώνει την κοινωνική πρόοδο και μέγιστη ανάγκη να τεθεί πλήρης ηθική και ουσιαστική ισορροπία μεταξύ ανδρών και γυναικών όσο διαρκεί ο γάμος τους αλλά και μετά τη διάσπαση αυτού. Είναι γεγονός ότι υπήρξε άνιση μεταχείριση ανδρών και γυναικών από τη δεκαετία του 1980 έως και το 2010, με εξαιρετικά λίγες αποφάσεις, που αφορούσαν μόνο κραυγαλέες περιπτώσεις κακομεταχείρισης ανδρών (παιδί προς πατέρα, νεαρά σύζυγο προς γηραιότερο), ευτυχώς, όμως, κατά την τελευταία δεκαετία, η νομολογία μας εμπλουτίζεται επιφέροντας, αργά αλλά σταθερά, ισορροπία μεταξύ των δύο φύλων. Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι ο γάμος δημιουργεί μία νέα σύνθεση πολλών προσώπων, τα οποία οφείλουν να διακατέχονται από αμοιβαία συναισθήματα αγάπης, σεβασμού και να επιφέρουν ψυχική ισορροπία ο ένας στον άλλο. Κανείς εξ αυτών των προσώπων (άνδρας, γυναίκα ή παιδί) δεν πρέπει να βασανίζεται από τη συνύπαρξη. Εάν όμως τύχει να βασανισθεί, τότε, πλέον, η σύγχρονη νομολογία υποστηρίζει το πρόσωπο αυτό και του παρέχει το δικαίωμα, μιας και δεν μπορεί να διεκδικήσει πίσω το χρόνο που προσέφερε, να διεκδικήσει όσα υλικά παρείχε.