Χώρες όπως η Τουρκία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Ρωσία και το Ιράν βασίζονται σε μισθοφόρους για την αλλαγή γειτονικών καθεστώτων ή την εκπλήρωση των συμφερόντων τους σε ξένα εδάφη.

Ο τρόπος διεξαγωγής των πολέμων έχει αλλάξει. Ολοένα και περισσότερες χώρες βασίζονται σε μισθοφόρους για να διεκδικήσουν τη νίκη για λογαριασμό τους. Αυτό το γεγονός περιπλέκει τις διεθνείς προσπάθειες τερματισμού των σημερινών συγκρούσεων και τις μετατρέπει για κάποιους σε τρόπο ζωής ή, σωστότερα, επιβίωσης.  

Ο Μοχάμεντ ήταν μόλις 17 ετών φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της πόλης Χομς όταν ο πόλεμος ξέσπασε στην πατρίδα του τη Συρία. Ο συμπατριώτης του Αντνάν είχε μόλις κλείσει το 30ό έτος της ηλικίας του και επρόκειτο να γίνει πατέρας για τρίτη φορά. Η τότε Αραβική Άνοιξη, που μετεξελίχθηκε σε έναν εμφύλιο πόλεμο απροσδόκητων διαστάσεων, με την ενεργό συμμετοχή πολλών «δορυφόρων» με μεγάλα συμφέροντα, άλλαξε τη ζωή και των δύο δια παντός.

Για του λόγου το αληθές, ο πρώτος εντάχθηκε στις κυβερνητικές δυνάμεις του προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ αποζητώντας την εδραίωση της σταθερότητας στη χώρα του. Ο δεύτερος τάχθηκε στο πλευρό των ανταρτών επειδή πίστευε στο σκοπό της επανάστασης, που δεν ήταν άλλος από τη δημιουργία μιας νέας, ειρηνικής Συρίας, ακόμη και μέσα από τις στάχτες της.

Σήμερα, εννέα χρόνια μετά, οι δύο τους εξακολουθούν να παλεύουν σε αντίθετα στρατόπεδα, όχι όμως στη γενέτειρά τους, αλλά στη γειτονική Λιβύη. Στη βορειοαφρικανική χώρα ο πρωθυπουργός Φαγέζ αλ Σαράτζ πολεμά εναντίον του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ για την απόκτηση του ελέγχου της χώρας με την ενεργό συμπαράσταση της Τουρκίας. Ο Αντνάν βρίσκεται εδώ και καιρό στη Λιβύη και πολεμά στο πλευρό των δυνάμεων του πρωθυπουργού της χώρας, ενώ ο Μοχάμεντ, επίσης ως μισθοφόρος, ανήκει στον Εθνικό Στρατό της Λιβύης του Χαφτάρ που έχει τη στήριξη της Ρωσίας. Όπως γράφει σχετικό δημοσίευμα του περιοδικού «der Spiegel», αμφότεροι οι Σύροι αυτοί νέοι άνδρες με τα μεγάλα όνειρα αναρωτιούνται πώς έφτασαν να γίνουν μισθοφόροι σε έναν πόλεμο που δεν καταλαβαίνουν και δεν τους αφορά.

Η ιστορία του Μοχάμεντ και του Αντνάν απεικονίζει, σύμφωνα με το γερμανικό περιοδικό, την τραγική εξέλιξη της σύγκρουσης στη Συρία, ενώ αποτελεί και ένα μάθημα για το σημερινό τρόπο διεξαγωγής των πολέμων σε κάθε γωνιά της Γης. Σταδιακά, ολοένα και περισσότερες χώρες που εμπλέκονται σε ένοπλες διαμάχες χρησιμοποιούν, εκτός από τα δικά τους στρατεύματα, και ξένους μαχητές που πληρώνουν ως μισθοφόρους. Χώρες όπως η Τουρκία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Ρωσία και το Ιράν αγνοούν σε πολλές και διαφορετικές περιπτώσεις τα σύνορα και την αυτονομία άλλων κρατών και στέλνουν «πληρωμένα όπλα» στα εδάφη τους, είτε γιατί δεν τους συμφέρει η ηγεσία τους και επιθυμούν την αλλαγή της είτε γιατί επιδιώκουν πρόσβαση στις πηγές ενέργειας που μένουν ανεκμετάλλευτες ή έχει ήδη συμφωνηθεί το μοίρασμα του ελέγχου τους σε άλλες δυνάμεις. Η απόφαση των ΗΠΑ να στραφούν στο εσωτερικό τους μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος και έλαβε πολλές και παρακινδυνευμένες αποφάσεις αποχώρησης των αμερικανικών δυνάμεων από ξένες χώρες, δημιούργησε, ταυτόχρονα, πολλά κενά εξουσίας για τα οποία ερίζουν διαφορετικοί μνηστήρες.

Η απόφαση ολοένα και περισσότερων χωρών να προσλαμβάνουν μισθοφόρους για να πολεμήσουν στα ανοικτά μέτωπά τους σχετίζεται και με το συνολικό κόστος τέτοιων επιχειρήσεων. Είναι, με απλά λόγια, ένας τρόπος να πολεμάς φτηνά, μια που η στρατολόγηση μαχητών από τις γειτονικές χώρες έχει μικρό ρίσκο και ελάχιστα έξοδα. Οι ίδιοι μαχητές, εξάλλου, δεν μπορούν να διεκδικήσουν την προστασία τους από τους εργοδότες τους αφού εξαρτώνται ολοκληρωτικά από αυτούς. Οι αναλώσιμοι αυτοί μαχητές πολεμούν σε διάφορες συγκρούσεις σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων της Συρίας, της Υεμένης και της Λιβύης. Οι Μοχάμεντ και Αντνάν αυτού του κόσμου είναι απλά τα πιόνια για τη δρομολόγηση εξελίξεων και τη διεκδίκηση συμφερόντων σε παγκόσμιο επίπεδο. Και για να γίνει κατανοητό πόσο άσχετοι είναι, τουλάχιστον στην αρχή, οι άνθρωποι αυτοί με τους πολέμους στους οποίους συμμετέχουν και για την εξέλιξη των οποίων μπορεί να χάσουν τη ζωή τους, αρκεί να αναφερθεί ότι ο Αντνάν κάποτε δεν μπορούσε να βρει τη Λιβύη στον χάρτη! Φτάνοντας εκεί, ήξερε μόνο αυτό που του είχαν πει οι Τούρκοι που τον προσέλαβαν, ότι δηλαδή μία διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση προσπαθεί να προστατέψει τη χώρα από έναν «τρομοκράτη». Τα 2.000 δολάρια το μήνα, καθησύχασαν τις όποιες ανησυχίες του για πολύ καιρό, γράφει το γερμανικό περιοδικό, αλλά, όπως και ο Μοχάμεντ, που προσελήφθη ουσιαστικά από τους Ρώσους, δεν έπαψε ποτέ να αναρωτιέται «τι στο καλό κάνει στη Λιβύη». «Στη Συρία πολεμούσαμε για τη νίκη, εδώ για τα λεφτά και μόνο γι’ αυτά…».