Ένα σαγηνευτικό παραμύθι. Μια σκοτεινή αφήγηση από αυτές που λένε στα χωριά οι γιαγιάδες γύρω από το τζάκι. Μια ανατριχιαστική ιστορία έρωτα που θα σας συναρπάσει. 

Η «Άλυτη» του Μίνωα Νικολακάκη, που θα κάνει πρεμιέρα στους ελληνικούς κινηματογράφους στις 10 Σεπτεμβρίου, από τη NEO FILMS, εμπνέεται από τη λαϊκή παράδοση και παρουσιάζει το σημείο συνάντησης δύο κόσμων: του σύγχρονου Δυτικού με το μυστικισμό της Φύσης, αλλά και της Λογικής με το Συναίσθημα. 

Όπως έχει σχολιάσει ο διεθνής Τύπος για την ταινία που τιμήθηκε με το βραβείο Best Location στο 60ό Φεστιβάλ Κινηµατογράφου Θεσσαλονίκης και ξεκίνησε να προβάλλεται στις ΗΠΑ στις 28 Αυγούστου, μέσω της Dark Star Pictures, φλερτάρει τόσο με τα γραπτά του Έντγκαρ Άλαν Πόε και το σινεμά του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο όσο και με κλασικές ταινίες όπως το «Καϊντά» του Μασάκι Κομπαγιάσι. 

Ένας γιατρός µετακοµίζει σε ένα απομακρυσμένο χωριό για να κάνει το αγροτικό του. Εκεί, ερωτεύεται µια ευπαθή κοπέλα, η οποία ζει αποµονωµένη από τους δεισιδαίμονες συγχωριανούς της, διότι πάσχει από µια σπάνια ασθένεια που καθιστά το δέρµα της σαν φλοιό δέντρου. Αποφασισμένος να τη θεραπεύσει, ο γιατρός θα συνειδητοποιήσει σύντοµα, ότι τα πράγµατα δεν είναι όπως φαίνονται, ιδιαίτερα όταν εκείνη τού αποκαλύπτει έναν παράδοξο τρόπο για να τη σώσει.  

Γυρισμένη σε ένα καστανοδάσος στην καρδιά του Πάρνωνα, ένα μέρος που έχει εμπνεύσει μύθους και θρύλους του παρελθόντος, η «Άλυτη» αποτελεί την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Έλληνα σκηνοθέτη. Πρόκειται για μία συμπαραγωγή του ΕΚΚ, της ΕΡΤ και της COSMOTE TV, στην οποία πρωταγωνιστούν ο Προµηθέας Αλειφερόπουλος και η Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη, ενώ εμφανίζονται οι Κώστας Λάσκος, Μάνος Βακούσης, και Αλέκα Τουµαζάτου. Για τις αρχικές επιδιώξεις, τις αντιδράσεις του κοινού και τα επόμενα σχέδιά του μιλά στη «Βραδυνή της Κυριακής» ο Μίνως Νικολακάκης.  

Τι εκκίνησε την ιστορία της ταινίας, ποια ήταν η αρχική ιδέα και ποιες οι επιδιώξεις σας; 

«Η ταινία ήρθε σαν το φυσικό επακόλουθο των μικρού μήκους ταινιών μου, οι οποίες ήταν ιστορίες καθημερινών ανθρώπων όπου ένας μεταφυσικός καταλύτης τούς “αλλάζει”. Η Άλυτη, αντιστοίχως, είναι ένα ρεαλιστικό, γειωμένο, παραμύθι – όπως μου αρέσει να το αποκαλώ. Οι παραλογές ήταν τρομερή πηγή έμπνευσης, όπως επίσης και το ΚΑΪΝΤΑΝ του Λευκάδιου Χερν, που με μάγεψε από φοιτητή ήδη. Αποπειράθηκα, λοιπόν, να κάνω μία αντίστοιχη ιστορία στη μεγάλη οθόνη, η οποία θα ήταν η ερωτική απεγνωσμένη σχέση ενός αστού με μία στοιχειακή κοπέλα. Παρά το φαντασιακό στοιχείο και τις απαιτήσεις μίας τέτοιας ταινίας, ιδιαίτερα σε μία χώρα που δεν υπάρχει ιδιαίτερη παράδοση σε αυτό το κινηματογραφικό είδος, οι περιορισμένοι πόροι που είχαμε μας κράτησαν σε ένα μινιμαλιστικό μονοπάτι, με ιδιαίτερη εστίαση στην ανθρώπινη πλευρά της ιστορίας». 

Πείτε μας λίγα λόγια για την επιλογή των ηθοποιών. Ποια θεωρείται ότι ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση για τους ρόλους τους; 

«Τόσο ο Προμηθέας όσο και η Αναστασία-Ραφαέλα είναι δύο ταλαντούχοι ηθοποιοί και αυτό φαίνεται από τις δουλειές τους, οι οποίες είναι πάντα διαφορετικές μεταξύ τους. Όσον αφορά την Άλυτη, θα είμαι κρυπτικός, γιατί δε θέλω να αποκαλύψω βασικές ανατροπές. Έγραψα την ιστορία με τον Προμηθέα στο μυαλό, δημιουργώντας τον οικείο χαρακτήρα ενός καλόκαρδου γιατρού, ο οποίος επισκέπτεται ένα χωριό για να βοηθήσει, ένα χαρακτήρα όπως τον συναντάμε συχνά στα παραμύθια. Στην πορεία μεταμορφώνεται εσωτερικά αλλά και εξωτερικά, καθώς συνδυάζεται μια ιδιόμορφη “σωματική ερμηνεία” όπου συμπεριλαμβάνονται προσθετικά ειδικά εφέ μακιγιάζ. Με την Αναστασία-Ραφαέλα στο ρόλο της Δανάης, προσπαθήσαμε να ζωντανέψουμε ένα χαρακτήρα από τη λαογραφική παράδοση, αλλά με ένα ρεαλιστικό τρόπο που σπάνια έχω δει στο σινεμά. Αξίζει να πω ότι δόμησε μία ολόκληρη συμπεριφορά, βηματισμό, ομιλία, προκειμένου αυτός ο χαρακτήρας να αισθάνεται ρεαλιστικός». 

Το να γράφετε μαζί με κάποιον άλλον (John de Holland) πόσο δημιουργικό ή πόσο δύσκολο είναι; 

«Ήδη από το 2012 είχα ένα πρώτο draft του σεναρίου, την ιστορία ενός αστού ο οποίος, έχοντας χτυπηθεί επαγγελματικά από την κρίση, μετακόμισε σε ένα επαρχιακό μέρος και γνώρισε μια μυστηριώδη κοπέλα. Με τον John είδαμε την ιστορία από μια διαφορετική οπτική. Παρότι η ιστορία μας είναι επηρεασμένη από παραλογές, ο John έφερε το στοιχείου γοτθικού “τρόμου”. Κάπου στη μέση βρήκαμε τη σωστή ισορροπία. Είναι ιδιαίτερη η συνεργασία με άλλον σεναριογράφο, κυρίως αν έχεις ήδη “γεννήσει”» την ιστορία και ο άλλος καλείται να την παραλλάξει. Ταυτόχρονα, όμως, πιστεύω ότι και η φύση του επαγγέλματος του σκηνοθέτη κινηματογράφου είναι να δίνει “χώρο”, για να ανθήσει το ταλέντο των συνεργατών του, με σκοπό το τελικό αποτέλεσμα να είναι ακόμα καλύτερο. O John είναι ιδιαίτερα ταλαντούχος και έφερε πολλά σημαντικά στοιχεία στην ιστορία, την οποία, θεωρώ, κάνουν ιδιαίτερη». 

Πώς επιτεύχθηκε η διανομή στις ΗΠΑ και ποιες οι πρώτες αντιδράσεις των θεατών της; 

«Η φεστιβαλική διαδρομή της ταινίας, με πρεμιέρα στο Διεθνές Φεστιβάλ του Τορόντο, ήταν καταλυτική για τη διανομή. Είχαμε από νωρίς κλείσει διεθνείς sales agents, τη γαλλική εταιρία Stray Dogs, η οποία μας έφερε τον Αμερικανό διανομέα Dark Star Pictures, ο οποίος πίστεψε την ταινία και την στήριξε σε κάθε βήμα. Τόνισε ότι υπάρχει αρκετό κοινό για μία τέτοιου είδους ταινία παρά το “σκαλοπάτι” (για το αμερικανικό κοινό) της γλώσσας. Στο Τορόντο είχαμε δύο ειδών αντιδράσεις, από το σινεφίλ κοινό του Καναδά αλλά και από την ελληνική Ομογένεια. Οι μεν βρήκαν αυτό το παραμύθι αφενός οικείο αλλά και ιδιαίτερο σε ένα πλαίσιο ελληνικού μεσογειακού τοπίου. Οι ομογενείς με συγκίνησαν, γιατί η ιστορία τούς θύμισε την καταγωγή τους, τις ιστορίες των γιαγιάδων τους, και νομίζω πως αυτό ήταν το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που θα μπορούσαμε να έχουμε δεχτεί». 

Το επόμενο σχέδιό σας ποιο είναι; 

«Η “Άσφαλτος”, μία ταινία “πάλης τάξεων”, ανάμεσα σε έναν φουκαρά εργάτη και ένα ξιπασμένο εργολάβο. Η συνθήκη, επίσης, αγκαλιάζεται από ένα πέπλο μαγικού ρεαλισμού και ένα μεταφυσικό καταλύτη, που κάνει αυτούς τους δύο χαρακτήρες να αλλάξουν, σε κάτι που δεν μπορώ, ακόμα, να αποκαλύψω. Μπορώ, όμως, να πω ότι έχει σχέση με την ελληνική πραγματικότητα και τις εργατικές, μεσαίες και μεγαλοαστικές τάξεις που δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα μετά το 1980, οι οποίες σήμερα πλέον, σε μία εύθραυστη ισορροπία, συγκρούονται, τρίζουν και χάνουν τη συνοχή τους. Με εκπλήσσουν οι ταινίες που συνδυάζουν ετερόκλητα στοιχεία και είναι μια απόπειρά μου να συνδυάσω τον κοινωνικό ρεαλισμό με στοιχεία τρόμου. Φυσικά, εμπεριέχεται και πολλή άσφαλτος!».