ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ Θ. ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ 

Χωρίς «να μασάει τα λόγια του» ο ποιμενάρχης της Ξάνθης Παντελεήμων μιλά για όλους και για όλα στη συνέντευξή του στη «Βραδυνή της Κυριακής». Δεν διστάζει να επισημάνει ότι η Πολιτεία με αφορμή τον κορωνοϊό τήρησε πολιτική δύο μέτρων και δύο σταθμών έναντι της Εκκλησίας, αλλά από την άλλη, πρωτοπόρος και άνθρωπος της εποχής του, τονίζει από την πρώτη στιγμή την ανάγκη η Εκκλησία να προσλαμβάνει τους τρόπους και τα νοήματα από το «νυν» του κόσμου…   

«Η πανδημία του COVID-19 ανέδειξε στη δημόσια σφαίρα μία τάση παραγκωνισμού της Εκκλησίας από συγκεκριμένους παράγοντες του δημόσιου βίου. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη πρόκληση για την Εκκλησία».

Σεβασμιώτατε, πώς βλέπετε το ρόλο της Εκκλησίας στη μετακορωνοϊό εποχή; 

«Ο Κύριος, λίγο πριν την Ανάληψή Του στους ουρανούς, προέτρεψε τους μαθητές: “Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν” (Μτθ. 28,19). Η Εκκλησία σε κάθε εποχή καλείται να κάνει πράξη τους λόγους αυτούς του Κυρίου και να συνεχίζει δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου και του κόσμου. Ενώ όμως η αποστολή της Εκκλησίας δεν μεταβάλλεται, ο κόσμος στον οποίο ζει η Εκκλησία υφίσταται μία διαρκή μεταβολή. Για να κηρύξει η Εκκλησία το Ευαγγέλιο σε κάθε εποχή, οφείλει να μιλά τη “γλώσσα” της κάθε εποχής. Πρέπει δηλαδή να προσλαμβάνει τρόπους και νοήματα από το “νυν” του κόσμου, να τα καθαγιάζει ώστε να μπορέσει να ευαγγελισθεί τη διδασκαλία της με όρους της πραγματικότητας κάθε εποχής και να οδηγήσει στο “αεί” της βασιλείας του Θεού. Η πανδημία του Covid-19 ανέδειξε στη δημόσια σφαίρα μία τάση παραγκωνισμού της Εκκλησίας από συγκεκριμένους παράγοντες του δημόσιου βίου. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη πρόκληση για την Εκκλησία».  

Πολλοί μετανάστες και πρόσφυγες φτάνουν στη χώρα μας κυνηγημένοι, με στόχο να συνεχίσουν το ταξίδι της ζωής τους σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Η Εκκλησία από την πρώτη στιγμή στάθηκε κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους. Θεωρείτε ότι η χώρα μας αντιμετώπισε με ωριμότητα το θέμα αυτό; Υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω «εμπλοκής» της Εκκλησίας; 

«Νομίζω ότι μετά τα γεγονότα της Καθαρής Δευτέρας στον Έβρο. το περίφημο “Μεταναστευτικό” ή “Προσφυγικό” ζήτημα έχει τεθεί σε άλλη βάση. Όσοι αποπειρώνται να περάσουν τα ανατολικά χερσαία και θαλάσσια σύνορά μας, στην πραγματικότητα αποτελούν μία εφεδρεία, την οποία η εξ ανατολών γείτονα χώρα χρησιμοποιεί για την επίτευξη των μακροχρόνιων στόχων της κατά της πατρίδας μας. Σήμερα λοιπόν δεν βρισκόμαστε πίσω στο 2011, το 2012 ή και το 2015, όπου πράγματι ο λαός μας συμπαραστάθηκε στους ενδεείς συνανθρώπους μας. Θα ήθελα να σας θυμίσω την επίθεση που δέχθηκε η Εκκλησία της Ελλάδος από μερίδα του Tύπου, όταν ο μακαριώτατος επισκέφθηκε μετανάστες οι οποίοι είχαν αφεθεί στο λιμάνι του Πειραιά, η οποία ενδεχομένως εξυπηρετούσε συγκεκριμένα συμφέροντα. Αλλά και η δική μας εμπειρία όταν θελήσαμε να ενισχύσουμε τους μετανάστες που βρίσκονταν στην Ειδομένη, μπορεί να επιμαρτυρήσει για το γεγονός ότι γενικά, η παρέμβαση της Εκκλησίας στο Μεταναστευτικό δεν ήταν ευπρόσδεκτη, κυρίως από κάποιες ΜΚΟ… Σίγουρα μπορεί η Εκκλησία να συνεργαστεί με την Πολιτεία στο θέμα αυτό, όμως υπενθυμίζω ότι η Εκκλησία οφείλει να ακούει και τη φωνή του ποιμνίου της, το οποίο αισθάνεται να απειλείται από τη διασπορά κέντρων εγκαταστάσεως μεταναστών σε όλη την Ελλάδα. Δεν θα πρέπει η αλληλεγγύη προς τον ανθρώπινο πόνο να αποτελέσει όχημα για την επίτευξη του σκοπού της δημογραφικής και πολιτιστικής αλλοιώσεως της Ελλάδας. Χρειάζεται ανθρωπισμός, αλλά και σύνεση. Η Εκκλησία διακρίνεται διαχρονικά και για τα δύο».  
 
Με την επίκληση της υπέρτατης ανάγκης, της προστασίας της υγείας των πολιτών, δεν απαγορεύτηκε μόνον η προσέλευση των πιστών στις εκκλησίες για σχεδόν τρεις μήνες, αλλά απαγορεύτηκε ακόμη και η χρήση μεγαφώνων και το χτύπημα της καμπάνας! Σας ανησυχεί ότι μπορεί να επιχειρείτε, παράλληλα, μια «αποξένωση» της κοινωνίας από την Εκκλησία;  

«Είναι γεγονός ότι η Πολιτεία κατά τη διάρκεια της έξαρσης του Covid-19 έλαβε ιδιαίτερα αυστηρά μέτρα σε ό,τι αφορά τη λειτουργία των ιερών ναών. Ιδιαίτερα μάλιστα εκείνα που αφορούσαν τη χρήση των μεγαφώνων των ιερών ναών ή των κωδωνοκρουσιών κατά τις Ιερές Ακολουθίες, και μάλιστα στην περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος, προκάλεσαν την Εκκλησία. Όλα όσα έγιναν με την απαγόρευση της λιτανεύσεως του Αγίου Επιταφίου ή και με την περίπτωση της λιτανεύσεως της Ιεράς Εικόνας της Παναγίας της Τρυπητής στο Αίγιο, αλλά και με την περίπτωση εκείνη της γνωστής συναυλίας που οργάνωσε ο Δήμος Αθηναίων, απέδειξαν ότι η Πολιτεία χρησιμοποιεί δύο μέτρα και δύο σταθμά σε σχέση με την παρουσία της Εκκλησίας στη δημόσια σφαίρα.  

Πάντως, στη δική μας εκκλησιαστική επαρχία, λόγω και της τοπικής ιδιαιτερότητας που τη διακρίνει, δεν έπαυσαν οι κωδωνοκρουσίες στους Ιερούς Ναούς, πένθιμες κατά τη Μεγάλη Παρασκευή και χαρμόσυνες κατά την Τελετή της Αναστάσεως, όπου ήταν συγκινητική και η συμμετοχή των πιστών, που από τις αυλές και τα μπαλκόνια των σπιτιών τους συνέψαλλαν το “Χριστός Ανέστη”».  

 Τις τελευταίες ημέρες ακούγονται πολλά για την περιβόητη Επιτροπή εορτασμού της 200τηρίδας από την Επανάσταση του 1821 και τον τρόπο προβολής των ιστορικών γεγονότων. Τι σκέψεις κάνετε;  

«Σίγουρα όχι ευχάριστες! Η Επιτροπή είναι στελεχωμένη με κάποια πράγματι σημαντικά και επάξια να την στελεχώνουν πρόσωπα, αλλά και με πολλά άλλα τα οποία μάλλον δεν θα έπρεπε να είναι μέλη της. Η γενικότερη αίσθηση που έχει δημιουργηθεί είναι ότι η επιτροπή έχει ως σκοπό να εργαστεί ώστε ο εορτασμός της πολύ σημαντικής επετείου των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821 να συμβάλει στην αποδόμηση της ιστορικής αλήθειας και στη δημιουργία μιας πλαστής συνείδησης για τον Ελληνισμό, ότι δηλαδή αυτός έχει ιστορία μόνο 200 ετών, από το ‘21 και μετά. Οι φόβοι που σας εκφράζουμε δεν είναι αβάσιμοι. Αν δείτε το συγγραφικό και επιστημονικό έργο πολλών εκ των μελών της επιτροπής θα το διαπιστώσετε. Θα ήθελα, μάλιστα, να συγχαρώ και την κ. Μαρία Ευθυμίου για το θάρρος της να παραιτηθεί από μέλος της επιτροπής. Η παραίτηση μίας τόσο γνωστής, εμβληματικής, θα τολμούσα να πω, ιστορικού από την επιτροπή βοηθά στο να καταλάβει ο πολύς κόσμος, ο λαός ευρύτερα, τους πραγματικούς σκοπούς της επιτροπής. Είμαι βέβαιος πως πολλοί άλλοι φορείς θα διοργανώσουν εκδηλώσεις οι οποίες επαξίως θα τιμήσουν την επέτειο».  

Αισθάνεστε ότι πρέπει να προβληθεί περισσότερο ο ρόλος της Εκκλησίας στην Παλιγγενεσία; 

«Φοβάμαι ότι από την επιτροπή δεν μπορούμε να περιμένουμε κάτι τέτοιο. Η ίδια η Εκκλησία οφείλει να λάβει και έχει ήδη λάβει σχετικές πρωτοβουλίες. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος έχει ήδη πραγματοποιήσει πολλές εκδηλώσεις και συνέδρια ως προοίμιο του εορτασμού των 200 ετών από την Παλιγεννεσία. Ήδη για το 2021 η αρμόδια Συνοδική Επιτροπή εορτασμού έχει προγραμματίσει πλήθος εκδηλώσεων τόσο κεντρικών εν Αθήναις όσο και κατά τόπους. Η Ιερά Μητρόπολίς μας θα συμμετάσχει στους εορτασμούς με την πραγματοποίηση δύο εκδηλώσεων, μίας λατρευτικής και μίας εκδηλώσεως λόγου, τον Οκτώβριο του 2021. Συγκεκριμένα, θα τελέσουμε τον Εγκαινιασμό του Ιερού Ναού Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού Ξάνθης, σαν ένα μικρό λιθαράκι συμμετοχής μας στο λησμονημένο Τάμα του Έθνους των αγωνιστών του 1821, καθώς και εκδήλωση με ομιλητή τον ελλογιμώτατο κ. Δημήτριο Μεταλληνό, ο οποίος θα ομιλήσει με θέμα “Ο Ιωάννης Καποδίστριας, πρωταγωνιστής του ‘21». Είναι πάρα πολύ σημαντικό να αναδειχθεί ο ρόλος της Εκκλησίας όχι μόνο για την Παλιγεννεσία, αλλά και για τη διάσωση του γένους των Ελλήνων. Η σχέση Ελληνισμού και Ορθοδοξίας είναι όχι μόνο μακροχρόνια, αλλά ιδιαίτερα σημαντική και για το μέλλον των Ελλήνων. Δεν μπορεί ο Ελληνισμός να συνεχίσει την ιστορική του πορεία χωρίς την Εκκλησία του. Οι εθνομηδενιστές και οι αποδομητές της Ιστορίας γνωρίζουν πολύ καλά αυτή την αλήθεια και για αυτό αγωνίζονται για τον αποχριστιανισμό της χώρας. Ο επανευαγγελισμός του λαού μας δεν θα πρέπει να γίνεται μόνο με την κατήχηση, αλλά και με πρωτοβουλίες που θα αναδεικνύουν την πολιτιστική παράδοση του Γένους μας».  

Τι έχετε να μας πείτε για το μάθημα των Θρησκευτικών στα σχολεία; 

«Το μάθημα των Θρησκευτικών είναι ένα ιδιαίτερα ταλαιπωρημένο μάθημα. Στην μεν Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση η σχολική πραγματικότητα μας δείχνει ότι σχεδόν δεν διδάσκεται, στη δε Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση υφίσταται τα τελευταία χρόνια μείωση στις ώρες διδασκαλίας, αλλά και ποιοτική απομείωση. Παράλληλα, η από ετών δυνατότητα εξαίρεσης μαθητών από τη διδασκαλία του μαθήματος, επειδή η πίστη αντιμετωπίζεται ως προσωπικό δεδομένο, δηλαδή ιδιωτική υπόθεση, ήρθε σαν ένα επιπλέον πλήγμα στο μάθημα. Ένα είναι βέβαιο: ότι η πορεία του Θρησκευτικού μΜαθήματος στο χώρο της Εκπαίδευσης επηρεάζεται από τις εκάστοτε σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας. Είναι απολύτως θετικό ότι η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος αποτελεί και παλαιότερα αλλά και σήμερα συνομιλητή του υπουργείου Παιδείας σχετικά με το Θρησκευτικό Μάθημα. Θα ήταν ευχής έργον και οι εκπαιδευτικοί που διδάσκουν το μάθημα στα σχολεία μας να υπερβούν εαυτούς και να έχουν όσο γίνεται μία κοινή εκπροσώπηση έναντι της Πολιτείας. Μόνο τότε ο διάλογος με την Πολιτεία θα έχει στέρεες βάσεις και θα οδηγήσει στα επιθυμητά αποτελέσματα, τα οποία θα επιτρέψουν να έχουμε ένα Θρησκευτικό Μάθημα για όλους τους μαθητές, χωρίς εξαιρέσεις».  

Πρόσφατα, σας επισκέφθηκε η Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου. Πώς αισθάνεστε που μια γυναίκα είναι αρχηγός του ελληνικού κράτους; 

«Ευθύς μόλις ακούσαμε πως η κ. Σακελλαροπούλου θα ήταν υποψήφια για το αξίωμα της Προέδρου της Δημοκρατίας αισθανθήκαμε μεγάλη χαρά, αφού, όπως όλοι πλέον γνωρίζετε, έλκει την καταγωγή της από την εκκλησιαστική μας επαρχία, και μάλιστα από την Σταυρούπολη της Ξάνθης, αυτό τον πανέμορφο και υπέροχο τόπο. Είχαμε, λοιπόν, και την τιμή να την υποδεχθούμε ως Πρόεδρο της Δημοκρατίας στο Μητροπολιτικό Μέγαρο, να έχουμε μαζί της μία ανθρώπινη αλλά και εποικοδομητική συνομιλία, αλλά και να συναναστραφούμε μαζί της κατά την ανεπίσημη πρώτη της επίσκεψή της στη Σταυρούπολη της Ξάνθης. Είμαστε βέβαιοι ότι η κ. Πρόεδρος έχει όλες τις προσωπικές ποιότητες και ικανότητες για να υπηρετήσει άριστα το λαό και τη χώρα. Το ότι μία γυναίκα είναι ο Πολιτειακός Άρχων της χώρας είναι πράγματι ένα ιστορικό γεγονός, και όλοι θα πρέπει να χαιρόμαστε για αυτό. Μετά από την εκ του σύνεγγυς γνωριμία μας με την κ. Πρόεδρο είμαστε απολύτως πεπεισμένοι πως θα πετύχει στο έργο της».  

Ç Ðñüåäñïò ôçò Äçìïêñáôßáò Êáôåñßíá Óáêåëëáñïðïýëïõ êáôÜ ôçí ôñéÞìåñç åðßóêåøÞ ôçò óôç ÈñÜêç.ÓõíÜíôçóç ìå ôïí Ìçôñïðïëßôç ÎÜíèçò êáé Ðåñéèåùñßïõ ê. ÐáíôåëåÞìïíá óôçí Ìçôñüðïëç,ÐÝìðôç 28 ÌáÀïõ 2020. (EUROKINISSI/ ÃÑÁÖÅÉÏ ÔÕÐÏÕ ÐÑÏÅÄÑÉÁ ÄÇÌÏÊÑÁÔÉÁÓ ÈÅÏÄÙÑÏÓ ÌÁÍÙËÏÐÏÕËÏÓ)

Πώς ζήσατε τις «διώξεις» μητροπολιτών και ιερέων, για δήθεν παραβίαση των έκτακτων μέτρων περιορισμού; 

«Ήταν μία ακόμη απόδειξη εξάντλησης της αυστηρότητας της Πολιτείας απέναντι στην Εκκλησία. Προσωπικά τις θεωρώ υπερβολικές. Θεωρώ, μάλιστα, ότι προκάλεσαν μία πολλαπλή ζημία. Αφ’ ενός ταλαιπώρησαν το τιμημένο ράσο με το να το σύρουν στις δικαστικές αίθουσες στην περίοδο της Μεγάλης Εβδομάδος, και μάλιστα έναν αρχιερέα, ο οποίος δεν έκανε παρά μόνο το καθήκον του, ενώ από την άλλη πλευρά, οι διώξεις αυτές, έδωσαν επιχειρήματα σε όσους βλέπουν παντού συνωμοσίες, ώστε να αμφισβητούν την ύπαρξη της πανδημίας και να θεωρούν ότι η πανδημία είναι μία πρόφαση για να διωχθεί η Εκκλησία. Η αυστηρότητα κατά της Εκκλησίας φάνηκε να “δικαιώνει” αυτές τις απόψεις, οι οποίες έγιναν κυρίαρχες. Με τον τρόπο αυτό, η αναχαίτιση της πανδημίας έγινε δυσχερέστερη, αφού όσοι υποστηρίζουν τις παραπάνω απόψεις δεν τηρούν, κατά το μάλλον και ήττον, τα προσήκοντα τα υγειονομικά μέτρα».