Της Ειρήνης Μπέλλα

Η ατέλειωτη ουρά από τα στρατιωτικά καμιόνια να μεταφέρουν τους νεκρούς στη Λομβαρδία της Ιταλίας, είναι μια εικόνα που θα μείνει καρφωμένη μέσα μας, σα μαχαιριά, να δείχνει πώς μια χώρα γονάτισε από το άγγιγμα του θανάτου. Και ακολούθησε η Ισπανία… Και ο κατάλογος δεν κλείνει… Ανυπεράσπιστα Συστήματα Υγείας -όσο καλά και αν ήταν οργανωμένα- από την έλευση του Covid-19, αποκαλύπτουν τι συμβαίνει όταν χάνεται ο έλεγχος της διασποράς του ιού.  

Ο Έλληνας χειρουργός ΩΡΛ Γιώργος Γιούργος βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα. Εργάζεται στο μεγαλύτερο νοσοκομείο του Μπέργκαμο. Στη συνέντευξή του στη «Βραδυνή της Κυριακής», περιγράφει τι συνέβη στην Ιταλία και στέλνει το μήνυμα στη χώρα μας να μην εφησυχάζει, γιατί δεν έχει ξεφύγει τον κίνδυνο.  

«Δυστυχώς, η Λομβαρδία ήταν το επίκεντρο της Ιταλίας. Και το Μπέργκαμο, το μάτι του κυκλώνα. Είμαστε στο “ground zero” (σημείο μηδέν). Μέχρι να πάρουμε χαμπάρι τι γινόταν, είχε εξαπλωθεί πολύ ο ιός, γιατί η περιοχή είναι πυκνοκατοικημένη. Κάποιες εστίες μόλυνσης δεν απομονώθηκαν γρήγορα, όπως θα έπρεπε. Επίσης, υπάρχει η θεωρία ότι η ασθένεια γυρνούσε εδώ από τα τέλη Δεκεμβρίου, από την περίοδο των Χριστουγέννων, γιατί υπήρξαν οι αναφορές για κάποιες παράξενες πνευμονίες. Οπότε, όταν έγινε η μαζική αναφορά, η πυρκαγιά είχε ήδη ξεκινήσει και κάηκε το δάσος. Ήταν μια φωτιά σε ένα δάσος με εύφλεκτα υλικά και δεν προλάβαμε να κάνουμε τις ζώνες ασφαλείας. Τόσο πολύ, δεν το περιμέναμε», αναφέρει στη συνέντευξή του στη «Βραδυνή της Κυριακής» και εξηγεί πώς στη μάχη με τον ιό χάθηκαν αμέτρητες ζωές:  

«Οι αριθμοί έχουν χάσει το νόημά τους και τη βαρύτητά τους. Στην αρχή ο θάνατος 300- 400 συνανθρώπων μας την ημέρα, μας συγκλόνιζε. Τώρα, ακούς για 700 θανάτους και λες καλά. Δεν είναι 900. Κάπου το συνηθίσαμε κι εμείς. Αν θα ακούσεις, πλέον, για 300- 400 θανάτους, θα πεις: “Δόξα σοι ο Θεός”. Είναι τραγικό. Γιατί μιλάμε για θανάτους…».  

Από την αφήγηση του Έλληνα γιατρού συνειδητοποιείς πως η ζωή μπορεί να ανατραπεί από τη μια στιγμή στην άλλη. Ο ίδιος, εργαζόμενος στο μεγάλο και υπερσύγχρονο νοσοκομείο του Μπέργκαμο, δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι θα ασκούσε Πολεμική Ιατρική, σα να βρισκόταν σε πεδίο μάχης.  

«Εμείς δεν είχαμε φτάσει ποτέ στο σημείο διαλογής ασθενούς. Ούτε, βέβαια, οι γιατροί της ειδικότητάς μου, οι ΩΡΛ, αλλά ούτε και οι γιατροί των ΜΕΘ. Δεν υπήρξαν ποτέ μέχρι τώρα τέτοιες καταστάσεις και τέτοια ανάγκη. Η μόνη επιλογή που κάναμε ήταν όταν έπρεπε να χειρουργηθεί ένας ασθενής και δεν υπήρχε θέση στη ΜΕΘ, να τον χειρουργούμε μετά από μία- δύο ημέρες. Εδώ, τώρα, υπήρξαν καταστάσεις να διαλέγεις ανάμεσα στον 45χρονο, τον 60χρονο και τον 70χρονο , ποιος θα πάρει τη θέση στη ΜΕΘ. Αυτό σε κάνει να αισθάνεσαι άσχημα, έστω και αν τα περιστατικά μπορεί να πάνε καλά. Σου αφήνει ένα σημάδι. Αναγκάζεσαι να πάρεις αποφάσεις που σε βαραίνουν για την υπόλοιπη ζωή σου. Γιατί σκέφτεσαι: “Και αν δεν πήγαινε καλά, τι θα γινόταν;”. Οι γιατροί, εκ φύσεως, θα πρέπει να είμαστε προσγειωμένοι και ψύχραιμοι. Αλλά κάποια πράγματα δεν τα ξεπερνάς. Σου μένουν». Και όπως επισημαίνει, όλοι κινδυνεύουν, και οι νεότεροι: «Την προηγούμενη εβδομάδα, πέθανε ο σύζυγος μιας νοσοκόμας μας, 54 χρόνων, αθλητικός τύπος, χωρίς παθολογικά προβλήματα. Τον πήγαν στο νοσοκομείο, και παρότι διασωληνώθηκε, πέθανε».  

Ο ίδιος, αν και ΩΡΛ, όπως πολλοί συνάδελφοί του εργάζεται με βάρδιες σε περιστατικά Covid-19. «Aναγκαστήκαμε να βγάλουμε τα κάστανα από τη φωτιά μόνοι μας», λέει στην τηλεφωνική συνομιλία μας, και μας μεταφέρει ότι μόνο στην περιοχή του Μπέργκαμο υπολογίζουν ότι υπάρχουν 4.500 νεκροί. «Άλλο τα επίσημα νούμερα και άλλο τα πραγματικά. Τα ανεπίσημα θα βγουν μετά από καιρό. Πολύς κόσμος πέθανε στα σπίτια του από την ασθένεια χωρίς να τους πάρουν δείγμα από τι πάσχουν. Και δεν έχουν καταγραφεί ως θάνατοι Covid-19. Τεστ για τον ιό έκαναν μόνο σε όσους εισήχθησαν στο νοσοκομείο».  

Πάντως, η κατάσταση στη Βόρεια Ιταλία έχει αρχίσει να βελτιώνεται, όπως εξηγεί. Αν και ο αριθμός των θανάτων δεν έχει μειωθεί, έχει μειωθεί αισθητά η προσέλευση στο νοσοκομείο ασθενών με πνευμονία και Covid-19. «Αυτό δείχνει ότι είμαστε σε μια πτώση. Παραμένουμε σε κατάσταση κρίσεως, το νοσοκομείο είναι γεμάτο, αλλά όχι στο βαθμό της δραματικής εικόνας των προηγούμενων ημερών. Έχουμε πλέον οργανωθεί.  

Οι πρώτες εβδομάδες ήταν πολύ δύσκολες για να μπει το νερό στο αυλάκι. Τώρα, πλέον, λειτουργούμε σε καταστάσεις κρίσεως, αλλά έχουμε μάθει να δουλεύουμε πάνω σε αυτές. Ξέρουμε τον αντίπαλο. Από τη στιγμή που βάλαμε όλα τα γρανάζια στη σωστή θέση, η μηχανή δουλεύει. Και αυτό είναι το σημαντικό».  

Η φωνή του Γιώργου Γιούργου ακούγεται ανήσυχη όταν σκέφτεται την πατρίδα του, την Ελλάδα.  

«Για μένα η Ελλάδα δεν έχει ξεφύγει τον κίνδυνο. Προσπαθώ να καταλάβω αν η Ελλάδα, που ξεκίνησε πολύ νωρίς τα μέτρα, πριν έρθουν τα σύννεφα βαριά πάνω από τη χώρα, είναι σε κατάσταση που έχει αποφύγει το κακό, ή το μέγιστο μπορεί ακόμη να έρθει. Έχω κάποιους ενδοιασμούς. Βλέπω τις συμπεριφορές κάποιων συμπολιτών μας και μένω άναυδος. Εμείς, οι Έλληνες, είμαστε λίγο απείθαρχοι μέχρι να μας αγγίξει το κακό. Μετά τρέχουμε και μας φταίει το ασθενοφόρο που δεν ήρθε γρήγορα, το ότι δεν υπήρχε κρεβάτι στη ΜΕΘ, γιατί δεν ήρθε το ελικόπτερο για αεροδιακομιδή. Μας αρέσει να κάνουμε αυτά που γουστάρουμε, και μετά, όταν έρθουν οι συνέπειες, φταίει πάντα κάποιος άλλος. Δεν κατηγορούμε ποτέ τον εαυτό μας. Αυτό δεν μπορώ να το πω για όλους.

Γιατί πολλοί έχουν συνετιστεί, αλλά για λίγους μπορεί να την πληρώσουν οι πολλοί. Αυτό είναι που δεν έχει καταλάβει ο κόσμος. Αυτοί οι λίγοι νομίζουν ότι επειδή φορούν μια μάσκα και βγαίνουν έξω συνέχεια για βόλτα, το πρόβλημα το έχουν αποκλείσει. Οι άνθρωποι βρίσκονται έτη φωτός μακριά από την πραγματικότητα», τονίζει και η φωνή του σκληραίνει και θυμώνει όταν αναφέρεται σε όσα μαθαίνει για συμπεριφορές ανθρώπων που ελλοχεύουν τον κίνδυνο. «Φοβάμαι για την Ελλάδα. Διάβαζα, προ ημερών, ότι έκλεισαν την παραλία στη Θεσσαλονίκη. Το συζητούσα με τον πατέρα μου που ζει στην Κέρκυρα. Και του είπα: «Δυστυχώς, κιγκλιδώματα βάζουν και στην Εγνατία, για τις αρκούδες, για να μην μπουν στο δρόμο. Μόνο σε μη νοήμονες βάζεις κιγκλιδώματα για να τους προστατεύσεις. Γιατί μόνοι τους δεν καταλαβαίνουν». Ο κόσμος πεθαίνει. Και κάποιοι χρειάζονται κιγκλιδώματα, φρουρούς και αλυσίδες. Πρέπει να έχουμε 2 με 5 χιλιάδες νεκρούς για να καταλάβουν το πρόβλημα;». Το μήνυμα που στέλνει είναι ξεκάθαρο. Η μόνη λύση είναι να μην υπάρχει διασπορά, να μείνουν σπίτι οι πολίτες. «Ελπίζω να μην έρθει στη χώρα μας. Γιατί όσες ΜΕΘ και να κάνεις, αν δεν προσέξεις, δεν λύνεται το πρόβλημα. Στην Ιταλία το Σύστημα Υγείας είναι πολύ δυνατό. Αν και υπήρχαν πολλές ΜΕΘ, να φανταστείτε, μόνο στο δικό μου νοσοκομείο υπήρχαν 100 ΜΕΘ, συνέβη όλο αυτό. Το πρόβλημα θα το λύσεις με το να παραμείνεις στο σπίτι και να καθυστερήσει η διάδοση του ιού».  

Από την Έντυπη Έκδοση