Τού Νίκου Ρογκάκου

Αίτημα-έκκληση να επιστραφούν στην Ελλάδα τα κέρδη που παρακρατούν οι ευρωπαϊκές τράπεζες ετοιμάζεται να υποβάλει η κυβέρνηση. Μάλιστα, στο αίτημα θα αναφέρεται ότι πρέπει να επιστραφούν τα κέρδη χωρίς την αξιολόγηση της ελληνικής Οικονομίας, τα οποία είναι ύψους 650 εκατομμυρίων ευρώ. Ο κρατικός προϋπολογισμός βαδίζει με τα φρένα σπασμένα προς τη μεγάλη χαράδρα του κορωνοϊού, όπως άλλωστε και όλες οι ευρωπαϊκές Οικονομίες.  

Οι φορολογικές εισπράξεις τον Μάρτιο έχουν καταβαραθρωθεί, από την άλλη η εικόνα των εσόδων γενικά, είναι σε καλύτερη κατάσταση αφού οι Έλληνες έσπευσαν τις δύο τελευταίες ημέρες του Μαρτίου να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Με βάση τα μέχρι στιγμής στοιχεία για την πτώση του τζίρου στην αγορά και το κόστος των φορολογικών διευκολύνσεων με τις αναστολές πληρωμών, εκτιμάται ότι η καθίζηση στα έσοδα του προϋπολογισμού θα ξεπεράσει για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο τα 4 δισ. ευρώ.   

Πέραν της «τρύπας» στα κρατικά ταμεία, ο προϋπολογισμός κλυδωνίζεται από τις αυξημένες δαπάνες για τη στήριξη επιχειρήσεων και εργαζομένων, με αποτέλεσμα -σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομικών- το συνολικό δημοσιονομικό κόστος στο δίμηνο Μαρτίου-Απριλίου να φτάνει τα 6,8 δισ. ευρώ.  

Ειδικότερα, ο αναλυτικός λογαριασμός διαμορφώνεται, μέχρι στιγμής, ως εξής: 

  1. 2,1 δισ. ευρώ από τις αναστολές φορολογικών υποχρεώσεων. 
  1. 1,6 δισ. ευρώ από τις αναστολές ασφαλιστικών υποχρεώσεων και την κάλυψη των ασφαλιστικών εισφορών μισθωτών και ελεύθερων επαγγελματιών. 
  1. 1,4 δισ. ευρώ από τη χορήγηση του επιδόματος των 800 ευρώ σε 1,7 εκατ. εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα. 

Με βάση τα παραπάνω, η δημοσιονομική επιβάρυνση ανέρχεται στα 5,1 δισ. ευρώ, ενώ εάν σε αυτήν προστεθούν οι έκτακτες δαπάνες για τη Δημόσια Υγεία, η «επιστρεπτέα προκαταβολή» για τις επιχειρήσεις, το Δώρο Πάσχα των εργαζομένων που τίθενται σε προσωρινή αναστολή της εργασιακής σχέσης τους, και η έκτακτη ενίσχυση των εργαζομένων στη Δημόσια Υγεία, το συνολικό κόστος των μέτρων ανέρχεται στα 6,8 δισ. ευρώ ή στο 3,5% του ΑΕΠ.  

Το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους βρίσκεται σε επιφυλακή και αναζητά εργαλεία για την ενίσχυση της ρευστότητας του Δημοσίου. Στο σχεδιασμό του οικονομικού επιτελείου, μετά το ναυάγιο της έκδοσης ευρωομολόγου, υπάρχουν οι εξής επιλογές:  

• Χρήση μέρους των χρημάτων από το «μαξιλάρι» των διαθεσίμων των 32 δισ. ευρώ, αλλά αυτό προϋποθέτει την έγκριση των Θεσμών. Επισημαίνεται ότι με βάση το Μνημόνιο, τα 16 δισ. ευρώ έχουν «κλειδώσει» για την εξυπηρέτηση του Χρέους και δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να πειραχτούν.  

• Προσφυγή στον ESM, για άντληση πόρων ύψους 4 δισ. ευρώ ή 2% του ΑΕΠ, όπως προβλέπει η πρόσφατη απόφαση του Eurogroup για το ύψος των κεφαλαίων που μπορεί να λάβει το κάθε κράτος-μέλος της ευρωζώνης. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς, η προληπτική γραμμή συνοδεύεται από ένα είδος Μνημονίου με συγκεκριμένα προαπαιτούμενα και ελέγχους από τα θεσμικά ευρωπαϊκά όργανα.  

• Έξοδος στις αγορές μέσω έκδοσης ομολόγων με ιδιωτική τοποθέτηση και προκαθορισμένους όρους για τη διάρκεια αποπληρωμής και τα επιτόκια.  

• Επιστροφή των κερδών, ύψους 650 εκατ. ευρώ, από τα ομόλογα που έχουν στην κατοχή τους οι κεντρικές τράπεζες. Το οικονομικό επιτελείο ευελπιστεί, λόγω των έκτακτων συνθηκών στην Οικονομία, να απλοποιηθούν οι διαδικασίες και τα χρήματα να επιστραφούν χωρίς αξιολόγηση από τους Θεσμούς.  

• «Πάγωμα» των τόκων των 5 δισ. ευρώ για τα μνημονιακά δάνεια. 

• Άντληση ρευστότητας ύψους 12-13 δισ. ευρώ μέσω της αγοράς ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στο πλαίσιο του προγράμματος Ποσοτικής Χαλάρωσης.  

Συμβιβασμοί στο τραπέζι του Eurogroup  

Συμβιβασμό, που να καλύπτει τις τεράστιες χρηματοδοτικές ανάγκες αναχαίτισης των επιπτώσεων της πανδημίας, κυρίως στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, αναζητούν οι Ευρωπαίοι τεχνοκράτες, προκειμένου να μην οδηγηθεί σε ένα ακόμα οδυνηρό ναυάγιο το Eurogroup της 7ης Απριλίου.  
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι προσδοκίες για την έκδοση ευρωομολόγου είναι εξαιρετικά περιορισμένες, σχεδόν μηδενικές, από τη στιγμή που το μπλοκ των Βόρειων δεν έχει υποχωρήσει ούτε σπιθαμή, παρά τις αντιδράσεις του Νότου και τις επικρίσεις του Τύπου. Από την άλλη, φαίνεται ότι δεν υπάρχει, πλέον, η αίσθηση του «χύμα» που χαρακτήρισε τις δύο προηγούμενες τηλεδιασκέψεις, όταν παρά την κρισιμότητα των στιγμών και την κατάρρευση των Οικονομιών, πολλοί από τους υπουργούς Οικονομικών δεν έδειξαν ιδιαίτερη διάθεση να υπερβούν τα εσκαμμένα.  
Η τηλεδιάσκεψη του Euroworking Group, και πολύ περισσότερο αυτή της Δευτέρας, χαρακτηρίζονται κρίσιμες για να ξεπεραστούν τα πολλά και ψηλά εμπόδια που χωρίζουν τον ευρωπαϊκό Νότο και τον ευρωπαϊκό Βορρά. Τα μηνύματα που φτάνουν και στην Αθήνα -η οποία βρίσκεται σε διαρκή και ανοικτή επικοινωνία και με τους Θεσμούς- είναι ότι εξετάζονται όλοι οι πιθανοί συνδυασμοί και συμβιβασμοί, έτσι ώστε να αξιοποιηθούν κατά βάση τα διαθέσιμα «εργαλεία» του ESM, απαλλαγμένα, όμως, από τα «αγκάθια» που προκάλεσαν τη δικαιολογημένη και έντονη αντίδραση της Ιταλίας και της Ισπανίας.  
Οι πληροφορίες συγκλίνουν στο ότι τυπικά θα παραμείνει ως όρος χρηματοδότησης από τον ESM το άνοιγμα πιστωτικής γραμμής. Ωστόσο, τα προβλεπόμενα Μνημόνια, που θα συνοδεύουν αυτές τις γραμμές, θα είναι «αποψιλωμένα» και θα στοχεύουν, κυρίως, στη σύνδεση των δανείων αυτών με τη θωράκιση των συστημάτων Υγείας και την αντιμετώπιση των επιπτώσεων στην Οικονομία από την επιδρομή του κορωνοϊού. Ακόμα κι έτσι, όσο και αν… αμπαλαριστεί τεχνοκρατικά μια τέτοια λύση, ο πολιτικός θόρυβος που θα προκαλέσει η αδυναμία της Ευρωζώνης να αντιμετωπίσει δυναμικά μια τέτοια κοσμογονική κρίση, θα είναι εκκωφαντικός.  
Θα πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι ακόμα και αν ξεπεραστούν οι ενστάσεις των Νότιων για τους όρους χρηματοδότησης, διατυπώνονται έντονες επιφυλάξεις για το κατά πόσο αρκεί η θεωρητική δύναμη πυρός του ESM, δηλαδή τα 410 δισ. ευρώ, για να καλύψει τα ογκώδη προγράμματα διάσωσης στην Ιταλία και στην Ισπανία. Μόνο η Ιταλία υπολογίζεται ότι χρειάζεται 250-300 δισ. ευρώ για να σωθεί! Με αυτά τα δεδομένα, εξετάζεται ως επικουρική λύση η δανειοδότηση από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, η οποία έχει, επίσης, πιστοληπτική αξιολόγηση «ΑΑΑ».  
Σημειωτέον ότι ο σχεδιασμός, που έχει ήδη εκπονήσει ο ESM, προβλέπει άντληση από τις αγορές, με έκδοση ομολόγου/ων, περίπου 240 δισ. ευρώ, για όλες τις χώρες, δηλαδή και για την Ελλάδα, ανεξαρτήτως του αν και πότε η Αθήνα θα κρίνει ότι χρειάζεται μια τέτοια χρηματοδότηση, η οποία είναι ζήτημα αν μπορεί να φτάσει στα 4 δισ. ευρώ, με βάση την ποσόστωση του 2%.  

Από την Έντυπη Έκδοση