Κάθε Μυρτώ και μία συλλογική ήττα
Η ευθύνη της κοινωνίας δεν περιορίζεται στη μετά την πράξη καταδίκη, αλλά ξεκινά πολύ νωρίτερα, ήτοι όταν δεν δημιουργεί τις συνθήκες που θα προλάβουν την όποια παραβατική συμπεριφορά
Η υπόθεση της μόλις δεκαεννέα χρόνων Μυρτούς στην Κεφαλονιά, μας καθιστά υπεύθυνους και υπόλογους για όλα όσα γίνονται στη σημερινή εποχή στη νεολαία μας και αναδεικνύει για άλλη μία φορά κρίσιμα ζητήματα του ισχύοντος Ποινικού και Συνταγματικού Δικαίου. Το βασικό νομικό ερώτημα που τίθεται σε αυτή την περίπτωση αφορά στην ευθύνη που προέρχεται όχι μόνο από πράξη, αλλά και από παράλειψη.
Σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ποινικού Κώδικα, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο έγκλημα, η μη αποτροπή του τιμωρείται, όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί σε ενέργεια για την αποτροπή του αποτελέσματος. Παράλληλα, η ενδεχόμενη χορήγηση ουσιών χωρίς συναίνεση αποτελεί ένα επιπρόσθετο στοιχείο, επιβαρυντικό για το δράστη.
Από πλευράς, της Ποινικής Δικονομίας, το άρθρο 37 του ΚΠΔ προβλέπει την υποχρέωση των Αρχών για την ποινική δίωξη των αυτεπαγγέλτως διωκόμενων εγκλημάτων ύστερα από αναφορά, μήνυση ή άλλη πληροφορία ότι διαπράχθηκε αξιόποινη πράξη, ενώ το άρθρο 38 του ΚΠΔ επιβάλλει την ανακοίνωση αξιόποινων πράξεων στον αρμόδιο εισαγγελέα. Η μη ενεργοποίηση αυτών δημιουργεί κενά στην απονομή της δικαιοσύνης.
Σε επίπεδο Συντάγματος το άρθρο 2 παρ. 1 κατοχυρώνει το σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου, ενώ το άρθρο 5 παρ. 2, διασφαλίζει το δικαίωμα της προστασίας της ζωής και της προσωπικής ασφάλειας του ατόμου. Επομένως,το Ελληνικό Δίκαιο έχει προβλέψει τις διατάξεις τόσο για την πρόληψη όσο και την τιμωρία, άρα δεν μιλάμε για έλλειψη νομοθεσίας, αλλά εφαρμογής.
Από κοινωνικής πλευράς η υπόθεση της Μυρτώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά αποτελεί τον καθρέπτη μίας κοινωνίας που συχνά αποτυγχάνει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων απέναντι στη νεολαία της. Η αδιαφορία και η έλλειψη συλλογικής ευθύνης μετατρέπουν κάθε τέτοιο γεγονός σε κοινωνική ήττα που ξεπερνά τα όρια του δικαστικού πλαισίου. Η κοινωνική διάσταση μίας τέτοιας υπόθεσης αφορά πρωτίστως στην έλλειψη αντίδρασης της κοινής γνώμης στις τραγικές ειδήσεις, οι οποίες διαδέχονται η μία την άλλη και ο δημόσιος διάλογος εξαντλείται μόνο στη στιγμιαία οργή και στις επιφανειακές και, όχι λίγες φορές, «καυστικές» αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σπάνια αναζητούμε τα πραγματικά αίτια που οδήγησαν σε μία τέτοια αποτρόπαιη συμπεριφορά, και ακόμη πιο σπάνια εστιάζουμε στην πράξη ή παράλειψη του δράστη, την παντελή απουσία παιδείας και σεβασμού, την ουσιαστική διάρρηξη των οικογενειακών και κοινωνικών δεσμών και την έλλειψη πρόληψης και στήριξης ευάλωτων νέων.
Η ευθύνη της κοινωνίας δεν περιορίζεται στη μετά την πράξη καταδίκη, αλλά ξεκινά πολύ νωρίτερα, ήτοι όταν δεν δημιουργεί τις συνθήκες που θα προλάβουν την όποια παραβατική συμπεριφορά. Όταν το σχολείο, η οικογένεια και οι θεσμοί δεν καλλιεργούν την ενσυναίσθηση και τον αυτοσεβασμό προς το συνάνθρωπο, τότε η παραβατικότητα δεν είναι τυχαίο αποτέλεσμα, αλλά αναμενόμενο επακόλουθο. Η κοινωνία οφείλει να σταθεί αρωγός στα θύματα και στις οικογένειές τους όχι με λόγια, αλλά με πράξεις, με ψυχολογική υποστήριξη και κοινωνική αποκατάσταση και προστασία, τόσο του θύματος όσο και της οικογένειάς του, στο δημόσιο λόγο, ώστε αυτός να γίνεται με τρόπο που δεν θα στιγματίζει, ούτε θα εμπορευματοποιεί τον πόνο.
Η υπόθεση της Μυρτούς είναι μία ακόμη περίπτωση για να αναλογιστούμε πώς μπορούμε να μετατρέψουμε την οργή σε δημιουργική δύναμη, με σκοπό την αλλαγή της νοοτροπίας και την αποτροπή της τοξικότητας και της ανθρωποφαγίας. Η Δικαιοσύνη και η κοινωνία είναι, τελικά, οι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος. Η πρώτη αποδίδει το μόμο και η δεύτερη οφείλει να καλλιεργεί την ηθική. Αν μία από τις δύο αποτύχει, η άλλη δεν θα μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά, οπότε και η κάθε «νέα» Μυρτώ θα αποτελεί όχι το θύμα ενός εγκλήματος, αλλά της συλλογικής αδυναμίας να προστατεύσουμε ό,τι πολυτιμότερο έχουμε, ήτοι την ανθρώπινη τιμή και αξιοπρέπεια.
*Η Νεκταρία-Ελευθερία Φιλντίση είναι Δικηγόρος Αθηνών – Ειδική γραμματέας Εθνικού Συμβουλίου Ελληνίδων
Προσθέστε το vradini.gr στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google και δείτε περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις σας. Κάντε κλικ εδώ.