Κέρδη από τη ρήτρα διαφυγής
Το ποσό αντιστοιχεί σωρευτικά στο 0,6% του ΑΕΠ και δεν αποτελεί επιδότηση που καταβάλλεται απευθείας στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος
Η πρόσθετη δημοσιονομική ευελιξία που διεκδίκησε η Ελλάδα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο της ρήτρας διαφυγής για την ενέργεια μπορεί να δημιουργήσει χώρο περίπου 1,5 δισ. ευρώ για την τριετία 2026-2028. Το ποσό αντιστοιχεί σωρευτικά στο 0,6% του ΑΕΠ και δεν αποτελεί επιδότηση που καταβάλλεται απευθείας στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος. Είναι δυνατότητα για το κράτος να χρηματοδοτήσει συγκεκριμένες ενεργειακές επενδύσεις χωρίς αυτές να επιβαρύνουν στον ίδιο βαθμό τους δημοσιονομικούς στόχους.
Προς το παρόν, η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει ανακοινώσει ονομαστικό κατάλογο έργων και προϋπολογισμών που θα ενταχθούν στη ρήτρα.
Ο ίδιος ο Κυριάκος Πιερρακάκης έχει αναφέρει ότι η ακριβής περίμετρος των επιλέξιμων μέτρων πρέπει ακόμη να αποσαφηνιστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η κατεύθυνση που έχει περιγράψει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι, ωστόσο, αρκετά σαφής, επιλέξιμες θεωρούνται επενδύσεις που μειώνουν την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια. Σε αυτές μπορούν να περιλαμβάνονται έργα ΑΠΕ, αναβάθμιση δικτύων ηλεκτρισμού, υποδομές αποθήκευσης, διασυνδέσεις, ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων, στήριξη για αντλίες θερμότητας, φωτοβολταϊκά και μπαταρίες σε κατοικίες ή επιχειρήσεις, καθώς και παρεμβάσεις για ηλεκτροκίνηση.
Για την Ελλάδα, το πιο ουσιαστικό πεδίο είναι πιθανό να είναι τα δίκτυα και η αποθήκευση. Η μεγάλη διείσδυση ΑΠΕ δεν αρκεί από μόνη της για φθηνότερη και σταθερή ενέργεια, χρειάζονται δίκτυα που μεταφέρουν την παραγωγή, επαρκής αποθήκευση, ώστε η «πράσινη ηλεκτρική ενέργεια να αξιοποιείται και στις ώρες που δεν φυσά ή δεν έχει ήλιο, αλλά και ισχυρότερες διασυνδέσεις. Αυτές οι παρεμβάσεις δεν δίνουν άμεση έκπτωση στον επόμενο λογαριασμό, αλλά μειώνουν μακροπρόθεσμα το κόστος του συστήματος και την έκθεσή του σε διεθνείς κρίσεις καυσίμων.
Το αν η ρήτρα θα αποτυπωθεί στην τσέπη του καταναλωτή εξαρτάται, επομένως, από τον τρόπο αξιοποίησης των πόρων. Αν χρηματοδοτηθούν μόνο μεγάλα έργα υποδομών, το όφελος θα είναι κυρίως έμμεσο και θα φανεί σταδιακά, μέσω μεγαλύτερης ασφάλειας εφοδιασμού και περιορισμού της μεταβλητότητας των τιμών. Αν, αντίθετα, ένα μέρος των χρημάτων κατευθυνθεί σε προγράμματα για ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών, αντλίες θερμότητας, οικιακά φωτοβολταϊκά και μπαταρίες, τότε το αποτέλεσμα μπορεί να είναι πιο άμεσο, χαμηλότερη κατανάλωση και μικρότερη επιβάρυνση για τα νοικοκυριά που θα ενταχθούν.
Υπάρχει και μια κρίσιμη προϋπόθεση, οι παρεμβάσεις πρέπει να είναι στοχευμένες. Ο Πιερρακάκης έχει συνδέσει τη ρήτρα με επενδύσεις σε δίκτυα, ενεργειακή ασφάλεια και αυτονομία, υποστηρίζοντας ότι αυτές περιορίζουν την επίπτωση των διεθνών αναταράξεων στις τιμές.
Το πραγματικό τεστ θα είναι αν η κυβέρνηση θα δημοσιεύσει σαφή λίστα έργων, χρονοδιαγράμματα και μετρήσιμους στόχους για το κόστος ενέργειας, αντί για μια γενική υπόσχεση ότι οι επενδύσεις κάποτε θα φτάσουν στον καταναλωτή. Το μόνο σίγουρο είναι ότι αν δεν ολοκληρωθούν τα επιλεγμένα ενεργειακά έργα μέσα στην επόμενη τριετία, θα έχουμε χάσει άλλο έναν ενεργειακό στρατηγικό οδικό χάρτη προς τον δρόμο της εξοικονόμησης ενέργειας και της απομείωσης του υψηλού ενεργειακού κόστους.
*Ο Μιχάλης Χριστοδουλίδης είναι Μηχανολόγος Μηχανικός ΑΠΘ – ενεργειακός επιθεωρητής
Προσθέστε το vradini.gr στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google και δείτε περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις σας. Κάντε κλικ εδώ.