Μικρομεσαίοι στο έλεος της ενεργειακής κρίσης
Η επιδείνωση της θέσης των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων λόγω ενεργειακού κόστους μπορεί να συγκριθεί με τις επιπτώσεις στα φτωχά νοικοκυριά από την άνοδο του κόστους θέρμανσης
Η ενεργειακή ακρίβεια αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, επηρεάζοντας άμεσα το κόστος λειτουργίας και τη βιωσιμότητά τους.
Εκτός από τις μακροπρόθεσμες λύσεις, όπως η αναστολή του συστήματος εμπορίας ρύπων, η αναθεώρηση του targetmodel και η συνέχιση των λιγνιτικών μονάδων μέχρι να εγκατασταθούν αποθήκες Πράσινης ενέργειας, ιδιαίτερη σημασία έχουν και τα άμεσα, στοχευμένα μέτρα που μπορούν να προσφέρουν γρήγορη ανακούφιση.
- Πρώτον, η μείωση της φορολογίας στα καύσιμα για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις αποτελεί ένα ουσιαστικό μέτρο, όπως έχει γίνει με το αγροτικό πετρέλαιο. Η ελάφρυνση ειδικών φόρων κατανάλωσης ή η επιστροφή μέρους αυτών, μπορεί να περιορίσει σημαντικά το λειτουργικό κόστος.
- Δεύτερον, η εφαρμογή ειδικών τιμολογίων ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματική. Τα δυναμικά ή «έξυπνα» τιμολόγια, όπως τα λεγόμενα «πορτοκαλί τιμολόγια», επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να αξιοποιούν φθηνότερη κιλοβατώρα σε ώρες όπου υπάρχει υπερπαραγωγή από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Επιπλέον, η παροχή στοχευμένων επιδοτήσεων στους λογαριασμούς ενέργειας, ειδικά για μικρές επιχειρήσεις με χαμηλά περιθώρια κέρδους, μπορεί να λειτουργήσει ως άμεσο «δίχτυ προστασίας». Αντίστοιχα, η θέσπιση πλαφόν συμβάλλει στη σταθερότητα της αγοράς.
- Τρίτο, ιδιαίτερα σημαντικά είναι και τα προγράμματα «Εξοικονομώ» για επιχειρήσεις, τα οποία χρηματοδοτούν παρεμβάσεις ενεργειακής αναβάθμισης.
- Τέταρτο, η ενίσχυση της συλλογικής διαπραγμάτευσης, μέσω ενεργειακών κοινοτήτων ή επαγγελματικών ενώσεων, μπορεί να εξασφαλίσει χαμηλότερες τιμές προμήθειας ενέργειας, αξιοποιώντας τη δύναμη της μαζικής ζήτησης.
Από την ποσοτική και ποιοτική έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, που πραγματοποιήθηκε για να εξακριβωθεί η έκταση της ενεργειακής φτώχειας στις ΜμΕ, προκύπτουν τα εξής:
- Η άνοδος των τιμών του ηλεκτρικού ρεύματος και η ενεργειακή φτώχεια δεν πλήττουν το ίδιο όλες τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ένα πρώτο επίπεδο διάκρισης είναι τεχνικό, με την πρώτη κατηγορία να περιλαμβάνει ελεύθερους επαγγελματίες όπου οι επιπτώσεις της ενεργειακής φτώχειας δεν απέχουν σημαντικά από αυτές που καταγράφονται στα νοικοκυριά και τεχνικά επαγγέλματα με πολύ χαμηλή κατανάλωση, επειδή οι εργασίες γίνονται εκτός επαγγελματικής έδρας. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει εμπορικά επαγγέλματα και τη μεταποίηση με υψηλή έως πολύ υψηλή κατανάλωση. Περαιτέρω διάκριση μπορεί να γίνει στους κλάδους που χρησιμοποιούν μεταφορικά μέσα (φύλαξη χαλιών, εστιατόρια και ταχυφαγεία με παράδοση παραγγελιών κατ’ οίκον, κ.ά.) και σε εκείνους που δενχρησιμοποιούν (εμπόριο ρούχων και υποδημάτων, ζαχαροπλαστεία, κ.ά.).
- Ο σημαντικότερος διαχωρισμός, ωστόσο, είναι οριζόντιος και σχετίζεται με το μέγεθος των επιχειρήσεων. Η άνοδος των τιμολογίων του ηλεκτρικού ρεύματος επιβάρυνε δυσανάλογα τις μικρές επιχειρήσεις σε σχέση με τις μεγαλύτερες, καθώς το ηλεκτρικό κόστος που αναλογεί ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος ή προσφερόμενης υπηρεσίας είναι συγκριτικά πολύ μεγαλύτερο σε σχέση με μονάδες μεγαλύτερης οικονομικής κλίμακας. Και τα μέτρα, επομένως, που λήφθηκαν εκ μέρους τους για να ανταπεξέλθουν στο ενεργειακό κόστος, οδηγώντας τις περισσότερες φορές στην ενεργειακή φτώχεια, επιβάρυναν τη θέση τους στον ανταγωνισμό. Η επιδείνωση της θέσης των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων στον ανταγωνισμό λόγω ενεργειακού κόστους μπορεί να συγκριθεί με τις επιπτώσεις που σηματοδότησε στη θέση των φτωχών νοικοκυριών η άνοδος του κόστους θέρμανσης. Η ενεργειακά δυσμενής κατάσταση του κτιριακού περιβάλλοντος έχει σημαντικές οικονομικές και οικονομικές προεκτάσεις. Αναφέρεται ότι μόνο το 8% των Ελλήνων πολιτών χαμηλού εισοδήματος κατοικεί σήμερα σε κτίρια με μόνωση και διπλά υαλοστάσια, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στα υψηλά εισοδήματα αγγίζει το 70%. Έτσι, οι πολίτες χαμηλού εισοδήματος δαπανούν περίπου 120% επιπλέον για θέρμανση και 95% επιπλέον για κλιματισμό ανά άτομο και μονάδα επιφάνειας κατοικίας σε σχέση με τους πολίτες υψηλού εισοδήματος.
- Το ενεργειακό κόστος συνδέεται με την εκμηχάνιση της παραγωγής κατά έναν αντιφατικό τρόπο. Από τη μία, κίνητρο για την ανανέωση του μηχανολογικού εξοπλισμού συχνά είναι η εξοικονόμηση ενέργειας. Από την άλλη, η υποκατάσταση εργασίας από μηχανές, που είναι το γενικό γνώρισμα κάθε παραγωγικής επένδυσης, καθίσταται δυσκολότερη στο βαθμό που η παραγωγική επένδυση συνοδεύεται από ένα αυξημένο ενεργειακό κόστος. Σε αυτό το πλαίσιο, η αύξηση του πάγιου κεφαλαίου συναντά προσκόμματα και δυσχεραίνεται, μεταθέτοντας για το απώτερο μέλλον σχέδια εκμηχάνισης της παραγωγής. Συνθέτοντας τις παραπάνω τάσεις μπορούμε να πούμε ότι το υψηλό ενεργειακό κόστος λειτουργεί σε βάρος του ανταγωνισμού, καθώς ενώ για τις μονάδες με πολύ μικρό εγκατεστημένο κεφάλαιο αποτρέπει την εκμηχάνιση της παραγωγής, για τις μονάδες που διαθέτουν κεφάλαιο μεγάλης αξίας την επιταχύνει. Το αποτέλεσμα είναι πώς η διαδικασία τεχνολογικού μετασχηματισμού δεν θα εξελίσσεται ομοιόμορφα και συμμετρικά. Θα πολώνεται σε όφελος των μεγάλων και σε βάρος των μικρών επιχειρήσεων.
- Στη βάση των ευρημάτων σχετικά με το είδος των ενεργειακών παρεμβάσεων που έχουν ήδη συντελεστεί στους επαγγελματικούς χώρους όπου στεγάζονται οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (λαμπτήρες, εξοικονομήσεις μέσω π.χ. αισθητήρων, κ.ά.) προκύπτει η ανάγκη παρεμβάσεων μεγάλης κλίμακας και μεγάλου κόστους. Τέτοιου είδους δομικές αναβαθμίσεις αναμένεται, ωστόσο, πως θα έχουν και τα μεγαλύτερα αποτελέσματα, τόσο στη μείωση των εκπομπών αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, συμβάλλοντας έτσι στην επίτευξη των γενικότερων στόχων, όσο και στην εξοικονόμηση κόστους, περιορίζοντας το ύψος των λογαριασμών ενέργειας. Το υψηλό κόστος, ωστόσο, λειτουργεί αποτρεπτικά.
- Θετικά στη βελτίωση της οικονομικής αποδοτικότητας και της μείωσης της κατανάλωσης καυσίμων μπορεί να λειτουργήσει η αλλαγή του συντελεστή απόσβεσης στα επαγγελματικά επιβατηγά και φορτηγά οχήματα, που σήμερα είναι 16% και 12%, επιτρέποντας την απόσβεση των σχετικών επενδύσεων σε 6 και 8 χρόνια, αντίστοιχα. Μια αύξηση του συντελεστή (όπως ισχύει σε πολλές άλλες χώρες της Ε.Ε.) θα επιτρέψει την απόσβεση σε συντομότερο χρόνο, διευκολύνοντας την ανανέωση του στόλου των επαγγελματικών οχημάτων.
*Ο Μιχάλης Χριστοδουλίδης είναι ενεργειακός επιθεωρητής και αναλυτής ενεργειακών θεμάτων