Μητσοτάκης – Ερντογάν έως πότε;

Το σκηνικό αλλάζει γιατί ο Ερντογάν όσο περνούν οι μήνες και τελειώνει η θητεία του, γίνεται και πιο αδύναμος

κυριακος μητσοτακης, κυριάκος μητσοτάκης, μητσοτακης ερντογαν, ρετζεπ ταγιπ ερντογαν, κυριακος μητσοτακης ρετζεπ ταγιπ ερντογαν

Από την επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στην Άγκυρα είναι βέβαιο πως δεν περιμένουμε θεαματικά αποτελέσματα.

Είναι από τις επισκέψεις εκείνες που «στρώνουν το χαλί», ώστε σιγά σιγά να αποδώσουν αυτού του είδους οι διμερείς συναντήσεις.

Χρόνια ολόκληρα η ελληνική διπλωματία έδινε μεγάλο αγώνα για να κρατήσει ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας και συνεννόησης με την Άγκυρα, ώστε η χώρα να μην είναι όμηρος των ακραίων στοιχείων είτε στο τουρκικό Κοινοβούλιο είτε στους εκάστοτε κυβερνητικούς συνασπισμούς.

Μετά την ήττα του Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον πόλεμο στην Ουκρανία, ο Τζο Μπάιντεν και οι επιτελείς του κατάφεραν να «στριμώξουν» τον Ερντογάν και να τον αναγκάσουν να καθίσει στο τραπέζι του ανοιχτού διαλόγου.

Σε αυτό βοήθησε και η ελληνική πλευρά, η οποία φαίνεται πως τώρα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, ξέρει τι θέλει απέναντι στην Τουρκία και προς τα πού να κατευθύνει αυτές τις διαδοχικές συναντήσεις.

Δεν είναι λίγοι, ακόμη και μέσα στο κυβερνών κόμμα, αυτοί που εκτιμούν πως αυτού του είδους η προσέγγιση και ο διάλογος μπορεί να οδηγήσει σε παραχωρήσεις της Ελλάδος απέναντι στην Τουρκία, και τελικά οι χαμένοι να είμαστε εμείς.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο υπουργός Εξωτερικών κ. Γεραπετρίτης δηλώνει πως στον ελληνοτουρκικό διάλογο δεν συζητιούνται κυριαρχικά μας δικαιώματα.

Το επαναλαμβάνει, μάλιστα, και στη συνέντευξη που παραχωρεί στη «Βραδυνή της Κυριακής», λίγα εικοσιτετράωρα πριν από το ταξίδι του πρωθυπουργού στην Άγκυρα.

Σίγουρα κανείς δεν πιστεύει πως μπορεί να λυθούν οι ελληνοτουρκικές διάφορες τόσο γρήγορα, και μάλιστα μέσα σε πέντε συναντήσεις που θα πραγματοποιήσουν οι δύο ηγέτες και οι επιτελείς τους.

Ούτε κανείς πιστεύει πως τόσο εύκολα θα υποχωρήσει η Άγκυρα από τις διεκδικήσεις της. Αυτό που είναι βέβαιο, όμως, είναι πως αυτού του είδους οι συναντήσεις και οι προσεγγίσεις δίνουν τη δυνατότητα να χτιστεί ένα κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας, το οποίο θα μπορεί αργότερα να οδηγήσει σε κάποιου είδους συμφωνία.

Αθήνα και Άγκυρα έχουν επανειλημμένα τονίσει πως το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης είναι ένα ασφαλές καταφύγιο για την επίλυση των διαφορών, όμως γνωρίζουν και οι δύο πως μία δικαστική απόφαση περιλαμβάνει τα θετικά και τα αρνητικά της για την κάθε πλευρά.

Γι’ αυτό και ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν εδώ και αρκετό καιρό ακολουθεί την τακτική του Χότζα, ο οποίος, σύμφωνα με το μύθο, ανοίγει συνεχώς θέματα για να φουσκώσει το καλάθι των διεκδικήσεων.

Στο τέλος θα φανεί πως έκανε πολλές υποχωρήσεις, αλλά στην ουσία δεν θα έχει παραχωρήσει τίποτα από τις διεκδικήσεις της Ελλάδας.

Η ελληνική πλευρά είναι ξεκάθαρο πως ζητεί την επίλυση δύο βασικών διαφορών, που είναι η ΑΟΖ και το θέμα της υφαλοκρηπίδας.

Νομικοί κύκλοι και υψηλόβαθμα διπλωματικά στελέχη, που γνωρίζουν και μπορούν να εκτιμήσουν τι μπορεί να γίνει στη Χάγη, αναφέρουν πως η Άγκυρα με την τακτική της μπορεί να καταφέρει στο Διεθνές Δικαστήριο να εξεταστούν μόνο επιμέρους διαφορές και όχι οι δύο βασικές που θέλει η Αθήνα, γιατί τότε θα αναγκαστεί να κάνει ουσιαστικές παραχωρήσεις.

Γι’ αυτό και όσο προχωρά ο διάλογος των δύο αντιπροσωπειών είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας, γιατί ξεκαθαρίζουν οι διαφορές και οι διεκδικήσεις, και παράλληλα διατηρούνται τα ήρεμα νερά στο Αιγαίο.

Υπάρχει, όμως, και κάτι ακόμη που είναι πολύ σημαντικό, αλλά κανείς δεν μπορεί να το αναφέρει ανοιχτά.

Σε περίπτωση που υπάρξει προσέγγιση Ελλάδας – Τουρκίας για επίλυση των διαφορών που θέλουν οι ΗΠΑ και η Ευρώπη, ποιοι θα την υπογράψουν;

Εύκολα θα πει κάποιος, οι κύριοι Μητσοτάκης και Ερντογάν. Θα πρέπει σε αυτή την εξίσωση να λάβουμε υπ’ όψιν ότι οι εκλογές στην Τουρκία θα διεξαχθούν τον Μάιο του 2028, κάτι που σημαίνει πως την επόμενη μέρα, μπορεί ο «σουλτάνος» να μην είναι στη θέση του και να πρέπει ο διάδοχός του, αν προχωρήσουν οι συνομιλίες, να διαχειριστεί το ενδεχόμενο υπογραφής ενός συνυποσχετικού.

Επίσης, ας λάβουμε υπ’ όψιν μας πως ο κ. Μητσοτάκης, με το ποσοστό που έχει πάρει στις προηγούμενες εκλογές και τη μεγάλη διαφορά που απέσπασε από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όλα δείχνουν ότι, εκτός απροόπτου, αυτός θα είναι ο πολιτικός που θα συνεχίζει να χειρίζεται τα Ελληνοτουρκικά και μετά τις εκλογές του 2027 στην Ελλάδα.

Είναι μία παράμετρος που φαντάζει μακρινή, όμως με αυτό το γνώμονα γίνεται (ή πρέπει να γίνεται) η σχεδίαση του ελληνοτουρκικού διαλόγου.

Το σκηνικό αλλάζει γιατί ο Ερντογάν όσο περνούν οι μήνες και τελειώνει η θητεία του, γίνεται και πιο αδύναμος.

Δεν μπορεί να παίζει συνεχώς σε δύο ταμπλό, και αυτή τη διμέτωπη τακτική όταν δεν θα μπορεί ο ίδιος να την υπηρετήσει, η Τουρκία θα την πληρώσει ως χώρα.

Ίσως σας ενδιαφέρουν