Όταν οι ρόλοι αλλάζουν 

Την εβδομάδα που διανύουμε, ξεκίνησε μία μεγάλη έρευνα με επίκεντρο τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ Γιάννη Παναγόπουλο

Παναγόπουλος Παναγοπουλος

Την εβδομάδα που διανύουμε, ξεκίνησε μία μεγάλη έρευνα με επίκεντρο τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ Γιάννη Παναγόπουλο, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με βαρύτατες κατηγορίες σχετικά με την υπόθεση που αφορά στην υπεξαίρεση κονδυλίων -χρηματοδοτήσεων από το ελληνικό Δημόσιο και την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ειδικότερα για χρήματα που προορίζονταν  για εκπαιδευτικά προγράμματα και προγράμματα κατάρτισης, τα οποία, όμως, φέρεται να έχουν καταλήξει σε διαφορετικές κατευθύνσεις. 

Ακριβώς επειδή η υπόθεση βρίσκεται σε εξέλιξη, είναι κρίσιμο να αποφευχθεί η λογική του λαϊκού δικαστηρίου, διότι η έρευνα ανήκει στη Δικαιοσύνη, και μόνο αυτή θα κρίνει αν υπάρχουν αστικές και ποινικές ευθύνες ή όχι, με βάση τα στοιχεία, αφού ο σεβασμός στο τεκμήριο αθωότητας δεν είναι τυπικός κανόνας, είναι θεμέλιο του κράτους Δικαίου.

Με αφορμή, όμως, αυτή τη συγκυρία, αξίζει να ανοίξει μια ουσιαστική συζήτηση για τον πραγματικό ρόλο του συνδικαλισμού στο χώρο της εργασίας. Ο ρόλος του συνδικαλιστή είναι να εκπροσωπεί συλλογικά τους εργαζόμενους, να διαπραγματεύεται τους όρους εργασίας, να υπερασπίζεται τα δικαιώματά τους και να λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο στην εργοδοτική και κρατική εξουσία.

Όταν ο συνδικαλισμός, μετατοπίζεται από τη συλλογική δράση προς την προσωπική προβολή, τότε χάνει την ουσία του και απομακρύνεται από τους εργαζόμενους, τους οποίους πρέπει να υπηρετεί.  Οι τίτλοι δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την καθημερινή παρουσία των συνδικαλιστών στους χώρους εργασίας και τη λογοδοσία αυτών προς τα μέλη τους.

Ο θεσμός του συνδικαλιστή οφείλει να διέπεται από κανόνες διαφάνειας, στα όρια που πρέπει να υπάρχουν ανάμεσα στη θεσμική εκπροσώπηση και στην προσωπική διαδρομή. Σε αυστηρά νομικό επίπεδο, ο συνδικαλισμός αποτελεί θεσμικά κατοχυρωμένη μορφή συλλογικής δράσης με συγκεκριμένο σκοπό και όρια.

Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 23 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνει τη συνδικαλιστική ελευθερία αποκλειστικά ως μέσο προστασίας και προαγωγής των οικονομικών και εργασιακών συμφερόντων των εργαζομένων.

Δεν πρόκειται για ατομικό δικαίωμα προβολής ή επαγγελματικής εξέλιξης, αλλά για συλλογική λειτουργία με συγκεκριμένο κοινωνικό προορισμό. Το κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών μ’ αυτή δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους, μέσα στα όρια του νόμου. Ο συνδικαλιστής ενεργεί ως θεσμικός εκπρόσωπος και υπέχει καθήκον πίστης προς όλα τα μέλη που εκπροσωπεί.

Η ιδιότητά του δεν του παρέχει προσωπικά προνόμια, ούτε μπορεί να αξιοποιείται για ιδία οικονομική ωφέλεια ή για δημιουργία μελλοντικής πολιτικής ή επαγγελματικής του ανέλιξης. Τυχόν απόκλιση από τον καταστατικό και συνταγματικό σκοπό τον οποίο υποχρεούται, όταν εκλέγεται, να υπηρετεί, θέτει αυτομάτως ζητήματα αξιοπιστίας και νομιμότητας, ιδίως όταν συνδέεται με διαχείριση πόρων, επιχορηγήσεων ή προγραμμάτων.

Η υιοθέτηση πολιτικών ή πρακτικών που αντιβαίνουν σε όσα ο συνδικαλιστής θεσμικά υπερασπίζεται, δεν αποτελεί ζήτημα πολιτικής κριτικής, αλλά μπορεί να εγείρει ζήτημα σύγκρουσης ρόλων και κατάχρησης θεσμικής θέσης, εφόσον αποδεικνύεται ότι η συνδικαλιστική δράση χρησιμοποιήθηκε για ιδία εξέλιξη και όχι ως έκφραση του συνταγματικά κατοχυρωμένου σκοπού της.

Εν κατακλείδι, η συνδικαλιστική δράση αντλεί τη θεσμική της ισχύ αποκλειστικά από τον σκοπό που της αποδίδει το Σύνταγμα και ο νόμος. Η αποσύνδεσή της από την εργασία και η μετατροπή της σε μηχανισμό ατομικής στρατηγικής οδηγεί αναπόφευκτα σε απαξίωση του συγκεκριμένου θεσμού.

Το Σύνταγμα της χώρας μας δεν προστατεύει ρόλους, αλλά λειτουργίες. Όταν η λειτουργία διαφοροποιείται, παύει και η νομική της νομιμοποίηση, με τις συνέπειες να κρίνονται όχι στο πεδίο της δημόσιας εντύπωσης, αλλά εντός των ορίων της δικαστικής κρίσης και της θεσμικής λογοδοσίας.

Οι σημαντικότερες ειδήσεις, κάθε μέρα στο inbox σας

 
Διαβάστε επίσης