Περί παρεμπόδισης επικοινωνίας ανηλίκου
Πίσω από τη φράση «για το καλό του παιδιού» κρύβονται συχνά πρακτικές που συνιστούν ευθεία παραβίαση του Οικογενειακού και του Ποινικού Δικαίου
Κατά τις εορταστικές περιόδους, παρατηρείται αυξημένος αριθμός παραβάσεων των δικαστικών αποφάσεων που αφορούν στην επικοινωνία των ανηλίκων κυρίως με τον πατέρα τους.
Στην πλειονότητα των περιπτώσεων και εφόσον ο πατέρας επιθυμεί να είναι κοντά στο παιδί του και όχι απών, δεν τίθεται θέμα κακοποιητικών συμπεριφορών ή μη κατάλληλου οικείου περιβάλλοντος, η παρεμπόδιση προέρχεται από τη μητέρα, η οποία ασκεί την επιμέλεια του τέκνου, μέσω πρακτικών που υπερβαίνουν τα όρια της διακριτικής ευχέρειας και εισέρχονται στον πυρήνα της καταχρηστικής άσκησης γονικής μέριμνας.
Πίσω από τη φράση «για το καλό του παιδιού» κρύβονται συχνά πρακτικές που συνιστούν ευθεία παραβίαση του Οικογενειακού και του Ποινικού Δικαίου. Η συστηματική ακύρωση της επικοινωνίας, η συναισθηματική χειραγώγηση του παιδιού, η παροχή δώρων και ελευθερίας σε παρέες και εξόδους, αποτελούν τα πιο συνηθισμένα μέσα ελέγχου. Η κατ’ εξακολούθηση και αυθαίρετη αποξένωση του πατέρα και του οικογενειακού του περιβάλλοντος, με το παιδί είναι η πιο συνηθισμένη τακτική, η οποία και αποτελεί πασιφανέστατα, καταχρηστική συμπεριφορά. Το άρθρο 1520 Α.Κ. κατοχυρώνει ρητά το δικαίωμα του τέκνου για ελεύθερη και απρόσκοπτη επικοινωνία του και με τους δύο γονείς και τους ανιόντες αυτών. Η συστηματική παρακώλυση της επικοινωνίας συνιστά λόγο εφαρμογής του άρθρου 1532 – 1533 Α.Κ, περί κακής άσκησης της γονικής μέριμνας. Τα δικαστήρια, σε πληθώρα υποθέσεων, έχουν αποφανθεί ότι η αλλοίωση της εικόνας του ενός γονέα, η αποξένωση του παιδιού από τους συγγενείς του και η πιθανή υποκατάσταση της πατρικής φιγούρας από νέο σύντροφο μπορεί να οδηγήσουν ακόμη και σε μεταβολή της επιμέλειας λόγω κακής άσκησης αυτής.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η πρακτική κατά την οποία η μητέρα, μετά την είσοδο νέου συντρόφου στην ζωή της, επιχειρεί να πείσει το παιδί ότι ο βιολογικός πατέρας μπορεί και να αντικατασταθεί. Η πρακτική αυτή αξιολογείται στα δικαστήρια ως ψυχολογική αποσταθεροποίηση της προσωπικότητας του ανηλίκου και εξετάζεται η συναισθηματική κακοποίηση αυτού, από την συνεχόμενη εργαλειοποίηση των συναισθημάτων του παιδιού από τη μητέρα, η οποία πασχίζει να το στρέψει κατά του πατέρα. Η μη συμμόρφωση της μητέρας στην τελεσίδικη απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου, περί επικοινωνίας του τέκνου με τον πατέρα του, επισύρει ακόμη και ποινικές κυρώσεις, σύμφωνα με τα άρθρο 169Α παρ. 1 εδ. β’, του Π.Κ.
Η δικαιολογία, ότι «το παιδί δεν θέλει», δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης όταν αποδεικνύεται υποβολή ή χειραγώγηση, ενώπιον του δικαστηρίου, και ενισχύεται με την εξέταση του παιδιού από εξειδικευμένους παιδοψυχολόγους, χωρίς την παρουσία των γονέων. Αποτελεί δε, δικαίωμα του πατέρα να ζητήσει ασφαλιστικά μέτρα με άμεση εκτελεστότητα, καθώς και χρηματική ποινή για κάθε παραβίαση επικοινωνίας και αποζημίωση για ηθική βλάβη, εφόσον ο ίδιος είναι τυπικός στην καταβολή της διατροφής και στην εφαρμογή των όρων που τίθενται στην εκδοθείσα απόφαση.
Από τα ανωτέρω, συμπεραίνουμε ότι η άσκηση της επιμέλειας δεν αποτελεί προνόμιο ανεξέλεγκτης εξουσίας, ούτε μέσο συναισθηματικής και προσωπικής επικράτησης επί του άλλου γονέα. Αποτελεί καθήκον με σαφή νομικά όρια, τα οποία τίθενται πρωτίστως για το συμφέρον του ανήλικου τέκνου. Επομένως, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι κάθε παιδί δεν αποτελεί λάφυρο μετά το χωρισμό δύο συζύγων, αλλά βασικό μέλημα και υποχρέωση αυτών, να αναθρέψουν από κοινού ένα παιδί με τέτοιον τρόπο, ώστε μεγαλώνοντας να εξελιχθεί σε υγιή ενήλικα.