Ποιος, τελικά, μπορεί να σώσει τις γυναίκες που ζητούν βοήθεια;

Πριν από μερικά χρόνια, κανείς δεν πίστευε ότι θα έφτανε μία εποχή που θα είχαμε 1.000 καταγγελίες ενδοοικογενειακής βίας σε λιγότερο από δέκα ημέρες

γυναικοκτονίες, Μενίδι

Πριν από δύο μήνες για τη δολοφονία της άτυχης Κυριακής στα Σεπόλια, μεγάλο μερίδιο ευθύνης είχε η Αστυνομία.

Την προηγουμένη εβδομάδα, σχετικά με τη δολοφονία της γυναίκας από την Αλβανία, οι αστυνομικοί έκαναν ό,τι μπορούσαν για να σώσουν την άτυχη γυναίκα, αλλά το κενό –αυτή τη φορά– παρουσιάστηκε στον εισαγγελέα, που δεν κατάλαβε πόσο επικίνδυνος ήταν ο πρώην άντρας της γυναίκας και τον άφησε ελεύθερο.

Τη μία οι αστυνομικοί που αδιαφόρησαν, την άλλη ο εισαγγελέας που δεν είχε αντανακλαστικά, κάθε ημέρα επιβεβαιώνεται στην πράξη ο θλιβερός απολογισμός των γυναικοκτονιών στην Ελλάδα, και τα ερωτήματα παραμένουν διαρκώς αναπάντητα παρά τα συνεχή μέτρα που ανακοινώνονται. Πριν από μερικά χρόνια, όταν πρωτοεμφανίστηκαν αυτά τα φαινόμενα της ενδοοικογενειακής βίας, κανείς δεν πίστευε ότι θα έφτανε μία εποχή που θα είχαμε 1.000 καταγγελίες σε λιγότερο από δέκα ημέρες και πάνω από 300 συλλήψεις ατόμων που ασκούσαν βία στη σύζυγο ή τη σύντροφό τους. Η δολοφονία της Κυριακής έξω από το Αστυνομικό Τμήμα Σεπολίων σόκαρε την κοινή γνώμη, ιδιαίτερα, όμως, ήταν και ένας πρώτης τάξεως μάθημα στις γυναίκες που έτρωγαν ξύλο να ξεπεράσουν το φόβο και να ζητήσουν βοήθεια.

Όπως περιγράφουν οι αστυνομικοί, στα κατά τόπους τμήματα, πλέον, η εικόνα είναι διαφορετική. Έχουμε όλο και πιο πολλές καταγγελίες γυναικών που κακοποιούνται, κάτι που παίρνει τη μορφή χιονοστιβάδας. Και τώρα που άνοιξαν τα στόματα και οι μαρτυρίες, αλλά και οι μηνύσεις έρχονται μαζικά, τι θα τις κάνουμε; Μπορεί η Πολιτεία να προστατεύσει όλες αυτές τις γυναίκες που κακοποιούνται και κινδυνεύουν; Και αφού μπορεί, γιατί δεν το έκανε στην περίπτωση της γυναίκας στο Μενίδι ή στην περίπτωση της Κυριακής;

Πρώτον και βασικότερον, υπάρχει ένας παράγοντας για τον οποίο όσα μέτρα και αν πάρει η Πολιτεία, κανείς δεν μπορεί να τον σταματήσει. Αυτός είναι ο παράγων άνθρωπος. Στην προκειμένη περίπτωση τον άνδρα που είναι θυμωμένος και έχει αποφασίσει να σκοτώσει την πρώην γυναίκα του ή φίλη του για διάφορους λόγους, κανείς και τίποτα δεν μπορεί να τον σταματήσει ό,τι και να γίνει. Ακόμη και φυλακή να μπει, η απόφασή του έχει ληφθεί και θα την εκτελέσει ό,τι και αν γίνει ή θα βάλει άλλους να την υλοποιήσουν. Αυτή είναι η περίπτωση του αλβανικής καταγωγής ανθρώπου που σκότωσε με 17 μαχαιριές την πρώην γυναίκα του, το πρωί της Πέμπτης, όταν αυτή βγήκε από το σπίτι των παιδιών τους και πήγαινε στη δουλειά της.

Πολύ μεγάλη συζήτηση γίνεται για το αν έπρεπε να είχε συλληφθεί πριν το έγκλημα, κάτι που θα καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολο να επιτεθεί και να σκοτώσει την πρώην γυναίκα του. Εδώ αρχίζει η ευθύνη του εισαγγελέα, ο οποίος θα μπορούσε να κάνει χρήση των νέων διατάξεων του Ποινικού Κώδικα και να τον είχε υπό κράτηση μέχρι να διεξαχθεί η δίκη του. Δυστυχώς, ο δικαστικός λειτουργός δεν είδε στο πρόσωπο του πρώην άνδρα της αδικοχαμένης γυναίκας το πόσο αποφασισμένος ήταν να την σκοτώσει. Κάτι που απέβη μοιραίο.

Πριν από λίγο καιρό, τα χέρια των δικαστών ήταν «δεμένα», τώρα με τον νέο Ποινικό Κώδικα δεν υπάρχει άλλοθι, ούτε δικαιολογία, να μην τιμωρούνται αυτοί που εμπλέκονται σε ενδοοικογενειακή βία. Στην περίπτωση της γυναίκας στο Μενίδι, η Αστυνομία έκανε ό,τι μπορούσε για να την προστατεύσει. Και με panic button την προμήθευσε, και σε δομή της πρότεινε να πάει, και σε συνεχή επικοινωνία ήταν μαζί της υψηλόβαθμα στελέχη της ΕΛ.ΑΣ. Και όμως, τίποτα δεν ήταν ικανό να τη σώσει. Εδώ υπάρχει μία λεπτομέρεια. Οι δομές στις οποίες προτείνεται να φιλοξενηθούν οι γυναίκες που απειλούνται, είναι χειρότερες από τα κοντέινερ της Αμυγδαλέζας. Γι’ αυτό και οι περισσότερες γυναίκες αρνούνται να φιλοξενηθούν εκεί και προτιμούν είτε να πάνε σε κάποιο συγγενικό τους πρόσωπο είτε να παραμείνουν στο ίδιο τους το σπίτι και ας κινδυνεύουν. Η Πολιτεία πρέπει να εκσυγχρονίσει τις δομές, για να μπορέσει να πείσει αυτές τις γυναίκες να τις εμπιστευτούν.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, το θέμα των γυναικοκτονιών και της ενδοοικογενειακής βίας δεν μπορεί να γίνεται αντικείμενο κομματικής αντιπαράθεσης. Πρέπει να υπάρξει, όσο είναι καιρός, ένα εθνικό σχέδιο στο οποίο θα συμφωνήσουν όλα τα κόμματα και θα το υπηρετήσουν, ώστε, εκτός των άλλων, να μην γίνονται συνεχώς πλειστηριασμοί κοινωνικής ευαισθησίας, ιδιαίτερα όταν πλησιάζουν οι εκλογές. Τα μεγάλα και δύσκολα κοινωνικά φαινόμενα αντιμετωπίζονται με αυξημένα κονδύλια και σωστό προγραμματισμό.

Γιατί κακά τα ψέματα, στην Ελλάδα του 2024 κάθε μήνα μια γυναικά δεν γυρίζει πίσω, ενώ εκατοντάδες άλλες ανεβαίνουν τον δικό τους Γολγοθά με την απειλή ότι αν μιλήσουν θα πεθάνουν.

Ίσως σας ενδιαφέρουν