Το δικαίωμα να ζεις χωρίς φόβο 

Η αποχώρηση από μια κακοποιητική σχέση δεν είναι πάντοτε μια απλή απόφαση, αλλά πρέπει να είναι αντικείμενο ασφαλούς σχεδιασμού

ενδοοικογενειακή βία ενδοοικογενειακή βια
🎙️ Άκουσε το άρθρο

Το φετινό καλοκαίρι, για ακόμη μία φορά, θρηνήσαμε γυναίκες που υπήρξαν θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Γυναίκες που δεν κατόρθωσαν να απομακρυνθούν εγκαίρως από μια κακοποιητική σχέση, γυναίκες που για διαφορετικούς λόγους η καθεμία, παρέμειναν σε ένα περιβάλλον φόβου, ελέγχου και απειλής, έως ότου η βία λάβει τη μορφή μιας πράξης με μη αναστρέψιμες συνέπειες. Κάθε φορά που μια γυναίκα χάνει τη ζωή της από τα χέρια του συντρόφου ή συζύγου της, η κοινωνία επανέρχεται στο ίδιο ερώτημα: γιατί δεν έφυγε νωρίτερα; Η απάντηση είναι πως η αποχώρηση από μια κακοποιητική σχέση μπορεί να είναι επικίνδυνη. 

Στη χώρα μας ο Ν. 3500/2006 θεσπίστηκε για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και τροποποιήθηκε με το Ν. 5172/2025. Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο δεν περιορίζεται, πλέον, στην αντιμετώπιση της σωματικής κακοποίησης. Ο νόμος απαγορεύει την άσκηση κάθε μορφής βίας μεταξύ των μελών της οικογένειας, ενώ οι πρόσφατες νομοθετικές παρεμβάσεις έχουν διευρύνει και ενισχύσει το πλαίσιο προστασίας. Παράλληλα, η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης έχει εντάξει την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κρατικών υποχρεώσεων, που περιλαμβάνει την πρόληψη, την προστασία των θυμάτων, την αποτελεσματική διερεύνηση και αντιμετώπιση των περιστατικών και την υποστήριξη τους. Σε συνταγματικό δε, επίπεδο, η προστασία της ανθρώπινης αξίας αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι για μια γυναίκα που ζει καθημερινά μέσα στον φόβο, η έξοδος από το γάμο ή την κοινή στέγη είναι αυτονόητη. Η αποχώρηση από μια κακοποιητική σχέση δεν είναι πάντοτε μια απλή απόφαση, αλλά πρέπει να είναι αντικείμενο ασφαλούς σχεδιασμού. Μπορεί να σημαίνει οικονομική εξάρτηση, παιδιά, κοινή κατοικία, κοινές τραπεζικές υποχρεώσεις, περιουσιακά στοιχεία, κοινές οφειλές, φόβο αντιποίνων, απειλές, κοινωνική απομόνωση και, πάνω από όλα, τον φόβο για το τι μπορεί να συμβεί τη στιγμή που ο κακοποιητής θα αντιληφθεί ότι η γυναίκα αποφάσισε να φύγει.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ψηφιακή ασφάλεια. Οι κωδικοί ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τραπεζικών υπηρεσιών και μέσων κοινωνικής δικτύωσης πρέπει να προστατεύονται, ιδίως όταν υπάρχει υποψία ότι ο σύντροφος ή σύζυγος γνωρίζει ή μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε αυτούς. Παράλληλα, απαιτείται προσοχή ως προς τις δυνατότητες εντοπισμού μέσω ηλεκτρονικών συσκευών και εφαρμογών. Σε κάθε περίπτωση, τέτοιες ενέργειες πρέπει να γίνονται με γνώμονα την προσωπική ασφάλεια, καθώς μια απότομη αλλαγή στις ψηφιακές ρυθμίσεις μπορεί, σε ορισμένες περιστάσεις, να γίνει αντιληπτή από τον κακοποιητή.

Χρήσιμο είναι, όπου είναι εφικτό, να υπάρχει ένα πρόσωπο εμπιστοσύνης που γνωρίζει την κατάσταση και μπορεί να βοηθήσει πρακτικά, είτε στη φύλαξη εγγράφων και βασικών αντικειμένων είτε στην άμεση παροχή βοήθειας σε περίπτωση ανάγκης. Επίσης, όταν υπάρχουν παιδιά ο σχεδιασμός γίνεται ακόμη πιο σύνθετος, διότι η ασφάλειά τους πρέπει να αποτελεί κεντρικό στοιχείο κάθε σχεδίου προστασίας. Για το λόγο αυτό, υπάρχουν αρμόδιες Αρχές, υπηρεσίες κοινωνικής υποστήριξης, δομές φιλοξενίας και φορείς, στους οποίους μπορεί να απευθυνθεί για νομική, ψυχολογική και κοινωνική υποστήριξη.

Όμως, γιατί δεν φεύγει μια γυναίκα; Μπορεί να μην έχει χρήματα. Μπορεί να μην έχει πού να πάει. Μπορεί να φοβάται ότι θα χάσει τα παιδιά της ή ότι ο κακοποιητής θα την εντοπίσει. Μπορεί να έχει πειστεί ότι κανείς δεν θα την πιστέψει ή να έχει απομονωθεί από την οικογένεια και τους φίλους της. Η πρόληψη δεν αρχίζει όταν συμβεί το μοιραίο. Αρχίζει πολύ νωρίτερα, από την πρώτη απειλή, τον πρώτο σοβαρό εκφοβισμό, την πρώτη πράξη ελέγχου, την πρώτη φορά που ένας άνθρωπος αισθάνεται ότι μέσα στο ίδιο του το σπίτι δεν είναι πλέον ελεύθερος. Η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι οικογενειακή διαφορά. Δεν είναι «καβγάς μεταξύ συζύγων», αλλά η  προσβολή της ανθρώπινης αξίας, της ελευθερίας και της προσωπικής ασφάλειας.

Επομένως, όταν μια γυναίκα αποφασίζει να φύγει, η κοινωνία και η Πολιτεία οφείλουν να κάνουν ό,τι είναι δυνατόν, ώστε η έξοδος από τη βία να μην αποτελεί ένα ακόμη επικίνδυνο βήμα, αλλά την αρχή της επιστροφής στην ελευθερία. Γιατί καμία γυναίκα δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στο να παραμείνει σε μια κακοποιητική σχέση ή στο να διακινδυνεύσει τη ζωή της για να σωθεί.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Προσθέστε το vradini.gr στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google και δείτε περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις σας. Κάντε κλικ εδώ.

Οι σημαντικότερες ειδήσεις, κάθε μέρα στο inbox σας

 
Διαβάστε επίσης