Το πρώτο προεδρικό debate μεταξύ του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και του πρώην αντιπροέδρου Τζο Μπάιντεν ανήκει ήδη στην ιστορία και το μόνο σίγουρο είναι πως δεν προκάλεσε εκπλήξεις.

Σίγουρα δεν συνέβη τίποτα που να αλλάξει τις συμπεριφορές των ψηφοφόρων, πόσο μάλλον να επηρεάσει τους αναποφάσιστους ψηφοφόρους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Ενώ η συζήτηση ήταν «καυτή», και μερικές φορές έγινε προσωπική σε σημείο που ξεπέρασε τα όρια του «πολιτικού πολιτισμού» δεν διέθετε καμία πραγματική ουσία που θα μπορούσε να διαμορφώσει απόψεις, με οποιοδήποτε ουσιαστικό τρόπο.

Δεδομένου του επιπέδου στο οποίο ξέπεσε η συζήτηση, η ουσία των απαντήσεων των υποψηφίων συχνά χανόταν στο ύφος της αστείας επιχειρηματολογίας, αλλά και της φανερής ανικανότητας του συντονιστή, Κρις Γουάλας, να κουμαντάρει ορθά την κουβέντα.

Σε αντίθεση με τα συστημικά Μέσα των ΗΠΑ που ανακήρυξαν ως μεγάλο νικητή του πρώτου debate τον Τζον Μπάιντεν, θεωρώ πως μόνο χαμένος υπάρχει και αυτός πρωταρχικά ο λαός της Αμερικής και δευτερευόντως, ο υπόλοιπος κόσμος.

Στην ουσία πάντως της συζήτησης, από άποψή στυλ και ευθέων απαντήσεων, ο Πρόεδρος Τραμπ ήταν ο ξεκάθαρος νικητής, καθώς επίσης δεν ήταν και λίγες οι φορές που αναγκαζόταν να υπερασπιστεί τον εαυτό του, πράγμα που δεν φρόντισε να κάνει ο Κρις Γουάλας, ως υπεύθυνος του debate.

Ο Μπάιντεν, από την άλλη πλευρά του, εξοργίστηκε πολλές φορές, την ώρα που μιλούσε ο Τραμπ, διακόπτοντας τον χρησιμοποιώντας εκφράσεις όπως «σκάσε επιτέλους», «τι κλόουν», δεν κοιτούσε ποτέ τον πρόεδρο κατάματα, ενώ ουσιαστικά ο πρόεδρος των ΗΠΑ αναγκαζόταν ουσιαστικά να κάνει debate με δύο, με τον συντονιστή και τον υποψήφιο των Δημοκρατικών, πολλές φορές και ταυτόχρονα.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως σε κάποιο σημείο ο Τραμπ γυρνάει στον Γουάλας και του λέει «αναγκάζομαι να είμαι επιθετικός, γιατί ουσιαστικά δεν κάνω debate σε εκείνο (τον Μπάιντεν δηλαδή), αλλά σε εσένα».

Όσον αφορά την πραγματική ουσία, ωστόσο, το ματς ήταν ισόπαλο.

Ο Πρόεδρος Τραμπ ήταν πιο αδύναμος στο θέμα του κορωνοϊού, κάτι που δεν προκαλεί έκπληξη. Η πανδημία είναι μια σαφής πολιτική αδυναμία για τον πρόεδρο, δεδομένου ότι οι περισσότερες δημόσιες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειοψηφία των Αμερικανών αποδοκιμάζει τον χειρισμό του ιού από τον Τραμπ.

Βέβαια να μην ξεχνάμε πως οι δημοσκοπήσεις αυτές προέρχονται από ένα σύστημα Μέσων Ενημέρωσης που κατά 97% είναι ανοιχτά εναντίον του, όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο.

Ο Μπάιντεν ήταν ισχυρότερος κατά τη διάρκεια της συζήτησης για τον κορωνοϊό. Εξαπέλυσε επιθέσεις εναντίον του Τραμπ, λέγοντας πως υποτίμησε την απειλή του κορωνοϊού και πως αυτό φαίνεται από τα νούμερα, καθώς το 1/5 των θυμάτων παγκοσμίως προέρχονται από τις ΗΠΑ.

Ο Τραμπ με τη σειρά του υπερασπίστηκε τις επιλογές του λέγοντας πως όταν εκείνος ήθελε να κλείσει τα σύνορα, τον κατηγορούσαν ως ρατσιστή και πως αν ο Μπάιντεν ήταν στην εξουσία, οι νεκροί θα ήταν εκατομμύρια.

Ωστόσο, καθώς η συζήτηση έφυγε από τον κορωνοϊό, η απόδοση του Tραμπ βελτιωνόταν σταθερά, ενώ του Μπάιντεν έπεφτε αντιστρόφως ανάλογα.

Στο κομμάτι της οικονομίας, ο Πρόεδρος Τραμπ δικαιολόγησε με παραδείγματα τις επιτυχίες της προηγούμενης τετραετίας, παρουσίασε ένα πλάνο για το μέλλον, όσο του επιτρεπόταν, καθώς οι διακοπές από Γουάλας και Μπάιντεν, ήταν συνεχείς (χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως ενώ ο χρόνος των απαντήσεων ήταν 2 λεπτά για τον καθένα, όταν μιλούσε ο Τραμπ, οι διακοπές του συντονιστή του Fox ήταν κυριολεκτικά ανά 10 δευτερόλεπτα, ενώ όταν μιλούσε ο Μπάιντεν, ο χρόνος έφτανε και τα 4 λεπτά.

Αυτό ανάγκασε τον Πρόεδρο να χάνει την υπομονή του και να τον διακόπτει εκείνος), ενώ ο πρώην αντιπρόεδρος των ΗΠΑ δεν μίλησε για ένα συγκεκριμένο πλάνο, στηρίχθηκε στην κλασσική αποτυχημένη ρητορική των Δημοκρατικών για φοροαπαλλαγές και φορολογία των πλουσίων. που παραλίγο να οδηγήσει τις ΗΠΑ στην οικονομική καταστροφή, ειδικά επι προεδρίας Ομπάμα (25% των μεγάλων επιχειρήσεων, μετέφεραν τότε την έδρα τους στο εξωτερικό).

Τέλος στο μεγάλο και επίκαιρο ζήτημα των ταραχών και των καταστροφών σε πολλές πόλεις της ΗΠΑ, από κινήματα όπως οι «Black Lives Matter» και οι «Antifa», o Τραμπ στηρίχθηκε στο δόγμα «Νόμος και Τάξη», καθώς βλέπει καθημερινά ανθρώπους να χάνουν τις ζωές τους, περιουσίες να καταστρέφονται, και την χώρα να διχάζεται όλο και περισσότερο, ειδικά στις πολιτείες εκείνες όπου κυβερνήτες είναι Δημοκρατικοί, οι οποίοι ουσιαστικά έχουν αδρανοποιήσει την αστυνομία.

Ο Μπάιντεν ζήτησε μεν να δοθούν περισσότερα χρήματα για ψυχολογικές αξιολογήσεις των αστυνομικών, δεν καταδίκασε όμως τις ακραίες επιθετικές συμπεριφορές που έχουν επιδείξει οι ομάδες αυτές, καθώς γνωρίζει πως αν το κάνει, θα χάσει ένα πολύ μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του.

Βέβαια, ο πρώην αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, με την όλη στάση του και την παρουσία του απέδειξε πως έχει την ψυχική ικανότητα και τις αντοχές να ανταπεξέλθει έστω σε ένα debate. Φτάνει βέβαια αυτό να γίνεται με δίκαιους όρους.

Ο δημοσιογράφος του FOX Κρις Γουάλας, με πολλά χρόνια εμπειρίας, απέδειξε πως ήταν ο αδύναμος κρίκος της όλης κουβέντας. Ναι μεν αντιδρούσε λέγοντας συνέχεια «εγώ είμαι ο συντονιστής» ή «σας παρακαλώ, μη με αναγκάζετε να φωνάζω», αλλά ήταν ολοφάνερο πως η αντιμετώπιση του απέναντι στον υποψήφιο των Δημοκρατικών ήταν πιο «χαλαρή».

Σπάνια τον διέκοπτε στις τοποθετήσεις του, ενώ τον άφηνε να μιλάει όσο χρόνο εκείνος ήθελε. Και αν η αντιμετώπιση του Τραμπ από ένα Μέσο που θεωρείται σχετικά φιλικό προς τον πρόεδρο (ίσως το μόνο), αδυνατώ να φανταστώ το πως θα είναι η αντιμετώπιση του στα δύο επόμενα debate στις 15 Οκτωβρίου και στις 22 Οκτωβρίου, από δημοσιογράφους των ABC και CNN αντίστοιχα…