Μια φράση του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, στα κομματικά όργανα του ΣΥΡΙΖΑ το περασμένο Σάββατο, ότι την επόμενη φορά, όταν έρθει το κόμμα του στην κυβέρνηση και πάλι, δεν θα επαναλάβει τα «λάθη» της πρώτης φοράς και θα ελέγξει «όλους τους αρμούς της εξουσίας», προκάλεσε, απολύτως δικαιολογημένα, τεράστιες αντιδράσεις. Και τούτο, γιατί δημιούργησε τη βάσιμη υπόνοια ότι προτίθεται να υπερβεί το ρόλο που επιφυλάσσουν το Σύνταγμα και οι νόμοι του ελληνικού κράτους στο κόμμα που εξασφαλίζει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και σχηματίζει κυβέρνηση.

Ως γνωστόν, απανταχού στο δημοκρατικό κόσμο, όταν γίνονται εκλογές σε τακτά χρονικά διαστήματα, ο λαός επιλέγει τους βουλευτές που θα τον εκπροσωπήσουν στη Βουλή. Και όποιο κόμμα κερδίσει την απόλυτη πλειοψηφία της Βουλής μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση, τοποθετώντας στελέχη του στις θέσεις του πρωθυπουργού, των υπουργών και υφυπουργών και όποιων άλλων κυβερνητικών θέσεων ορίζονται. Μέχρι εκεί.

Ούτε το Σύνταγμα ούτε οι νόμοι αναφέρονται σε «αρμούς της εξουσίας». Από τη στιγμή, όμως, που έχουν προϋπάρξει περίεργες, τουλάχιστον, δηλώσεις στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, μεταξύ των οποίων και η σύντροφος του κ. Τσίπρα, κ. Μπέτυ Μπαζιάνα, που κάποτε είχε ισχυριστεί ότι «μπορεί να πήραμε την κυβέρνηση αλλά δεν κατακτήσαμε την εξουσία», η αναφορά του τέως πρωθυπουργού μάς έκανε όλους καχύποπτους. Γιατί το είπε; Σε τι αποσκοπεί; Άραγε σε θεσμική εκτροπή; Και ποιοι είναι οι «αρμοί της εξουσίας»;

Ο ίδιος ο κ. Τσίπρας, διαβάζοντας κάποιος ολόκληρη την ομιλία του, τους αναφέρει ουσιαστικά. Είναι οι «τράπεζες, η Τράπεζα της Ελλάδας, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί, οι εκπρόσωποι της διαπλοκής και του παλαιού πολιτικού συστήματος, και οι ολιγάρχες που έχουν στην κατοχή τους μέσα μαζικής ενημέρωσης». Όμως, ο έλεγχος αυτών δεν αποτελεί την αρμοδιότητα ενός κυβερνώντος κόμματος, που διαθέτει την εφήμερη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Δεν προβλέπεται από πουθενά σε μια συνταγματική, κοινοβουλευτική δημοκρατία. Ο έλεγχος αυτών των «αρμών της εξουσίας» θα μπορούσε να γίνει, ενδεχομένως, μέσω μια επανάστασης, ενός πραξικοπήματος, ενός προνουντσιαμέντου, που θα οδηγούσε σε θεσμική εκτροπή, κατάλυση της έννομης τάξης και επιβολή κάποιας μορφής δικτατορίας.

Αλλά αυτό δεν μπορεί να συμβεί μέσω μιας ομαλής κοινοβουλευτικής διαδικασίας και εναλλαγής των κομμάτων στη διακυβέρνηση της χώρας, όπως ισχύει, σωστά κι αποτελεσματικά, στην Ελλάδα και το πολιτικό μας σύστημα, από το 1974 και μετά. Και αν ο κ. Τσίπρας είχε στο μυαλό του κάποια θεσμική εκτροπή ή κάποια ανατροπή του πολιτεύματος, γιατί να την προαναγγείλει; Και μάλιστα τώρα, λίγους μήνες μετά την εκλογική του ήττα, που οδήγησε στην απώλεια της εξουσίας. Δίχως να δείχνει, επί του παρόντος τουλάχιστον, να μπορεί να ανακάμψει και να μετασχηματισθεί σε ένα κανονικό κόμμα του πολιτικού μας συστήματος.

Ομολογώ ότι δεν διαθέτω εύλογη απάντηση. Δεν είμαι στο μυαλό του κ. Τσίπρα. Και θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο, τουλάχιστον για μένα, αυτό να συμβεί. Κάποιοι αναλυτές θέλοντας να εξηγήσουν τι νόημα έχει να προειδοποιεί από τώρα για τουλάχιστον εξωθεσμικές και σκοτεινές προθέσεις του, ισχυρίστηκαν ότι το έκανε για να προειδοποιήσει κάποιους να μην τολμήσουν να τον εγκαταλείψουν τώρα που είναι στα κάτω του, γιατί όταν επανέλθει, θα τους τιμωρήσει. Μπορεί.

Δεν το αποκλείω. Εκείνο, όμως, που γνωρίζω είναι ότι με τις δηλώσεις του ο κ. Τσίπρας δεν συνέβαλε στην ισχυροποίηση της δημοκρατίας μας και σίγουρα δεν μας έπεισε ότι έχει εγκαταλείψει τις ακραίες τοποθετήσεις του παρελθόντος. Αντίθετα, με την στάση του μας κατέδειξε ότι δεν έχει ούτε τη βούληση ούτε την ικανότητα να μετατρέψει τον ΣΥΡΙΖΑ σε κανονικό κόμμα της Κεντροαριστεράς, όπως ισχυριζόταν