Απόψεις

Είναι πολλά τα λεφτά

«Για μία ακόμη φορά, αυτό που αποδεικνύεται περίτρανα, είναι πως η ανυπαρξία ελέγχου από το κράτος δημιουργεί εστίες διαφθοράς»

Είναι πολλά τα λεφτά
Αρθρογράφος: Ιορδάνης Χασαπόπουλος
Από Ιορδάνης Χασαπόπουλος

Άλλαξε, πλέον, η πορεία των ερευνών στην υπόθεση της «Κιβωτού του κόσμου». Από τις καταγγελίες για κακομεταχείριση παιδιών και τις σεξουαλικές παρενοχλήσεις βρεθήκαμε μπροστά σε πακτωλό εκατομμυρίων που έφταναν στα ταμεία της δομής και κανείς δεν γνωρίζει πού πήγαιναν.

Οι αστυνομικές και δικαστικές Αρχές αποφάσισαν να ακολουθήσουν το δρόμο του χρήματος για να διαπιστώσουν τι κρύβεται πίσω από τις καταγγελίες για την ηγεσία της «Κιβωτού». Μετά το περιστατικό στο Βόλο και τη ληστεία των 30.000 ευρώ άρχισαν να ανοίγουν τα στόματα. Μία πρώτη έρευνα των Αρχών έδειξε ότι τα λεφτά είναι πολλά.

Τα τελευταία δέκα χρόνια εισέρευσαν πάνω από 100 εκατ. ευρώ, ενώ κάθε χρόνο πάνω από 25 εκατ. ευρώ από δωρεές γέμιζαν τους τραπεζικούς λογαριασμούς της «Κιβωτού». Κανείς (εκτός, ίσως, από την πρεσβυτέρα και τον πατέρα Αντώνιο) δεν γνωρίζει πώς ξοδεύονταν αυτά τα χρήματα και ποιες ανάγκες κάλυπταν. Ένα από τα λάθη που έκανε ο δημιουργός της «Κιβωτού» ήταν πως απέφευγε συστηματικά τις συνεργασίες με οποιονδήποτε, αλλά και το να δίνει αναφορά για τις ενέργειες και τις αποφάσεις του.

Έτσι, βρέθηκε ευάλωτος στην απόφαση της Πολιτείας να ελέγξει τα οικονομικά πεπραγμένα της δομής σε βάθος χρόνου. Σε αντίθεση με άλλες δομές, ο πατέρας Αντώνιος δεν ζήτησε τη βοήθεια ορκωτών λογιστών, ούτε ειδικών εταιριών, για να μπορέσει να φτιάξει υποτυπώδεις ισολογισμούς για τα έσοδα και τα έξοδα της «Κιβωτού». Πίστευε ότι στο διηνεκές θα μπορούσε να διαχειρίζεται τα δεκάδες εκατ. από τις δωρεές, χωρίς κανέναν έλεγχο. Μάλιστα, στην προσπάθειά του αυτή να περνά απαρατήρητος και χωρίς έλεγχο δεν αποδέχτηκε ποτέ τις προτάσεις να μπει η «Κιβωτός» σε ευρωπαϊκά προγράμματα και να επιδοτηθεί για τη φροντίδα των παιδιών. Αν έπαιρνε επιδοτήσεις θα έπρεπε να δεχτεί και τον οικονομικό έλεγχο για το πού πήγαιναν τα ευρωπαϊκά κονδύλια. Άλλωστε, αυτά τα χρήματα δεν τα χρειαζόταν, όπως φαίνεται από τα οικονομικά στοιχεία της «Κιβωτού», γιατί οι δωρεές που λάμβανε του εξασφάλιζαν κονδύλια πάνω από 20 εκατ. ευρώ το χρόνο. Και μάλιστα χωρίς κανείς να του ζητά λογαριασμό.

Το ίδιο έκανε και με τις κρατικές επιδοτήσεις από υπουργεία, Περιφέρειες και δήμους. Έδειχνε πως δεν είχε ανάγκη κανέναν και δεν ήθελε να ανακατεύεται κανείς στα πόδια του. Είναι χαρακτηριστικό πως και από το «Χαμόγελο του Παιδιού» έκαναν πολλές προσπάθειες για να συνεργαστούν οι δύο δομές, χωρίς ποτέ να ανταποκριθεί. Ανάλογη κίνηση έγινε και από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, αλλά και πάλι δεν υπήρξε κανένα αποτέλεσμα. Γι’ αυτό και μόλις άνοιξε ο ασκός του Αιόλου και άρχισαν δειλά-δειλά οι καταγγελίες, κανείς δεν υπήρξε για να στηρίξει τον ιδρυτή και διαχειριστή της «Κιβωτού». Ουδείς γνωρίζει μέχρι πού θα φτάσει και τι θα φέρει στο φως η έρευνα των αστυνομικών και δικαστικών Αρχών.

Όμως, ο πατέρας Αντώνιος και η σύζυγός του πρέπει να δώσουν καθαρές απαντήσεις για όλα. Και για τις καταγγελίες για τις κακοποιήσεις παιδιών, τις σεξουαλικές παρενοχλήσεις, αλλά και για το πώς διαχειρίστηκαν τα δεκάδες εκατομμύρια και τα ακίνητα, όλα αυτά τα χρόνια. Στην υπόθεση της «Κιβωτού» η κοινή γνώμη είναι διχασμένη. Οι περισσότεροι δεν μπορούν ακόμη να πιστέψουν ότι αυτός ο άνθρωπος με τη μεγάλη προσφορά, που συμβόλιζε το «τριμμένο ράσο», μπορεί να έκανε έστω και το ελάχιστο αυτών που του καταμαρτυρούν. Άλλοι πάλι, που είναι η μειοψηφία, πάντα έλεγαν πως πίσω από τους τοίχους της «Κιβωτού» κρύβονται ένοχα μυστικά και κακές συμπεριφορές.

Όμως, για μία ακόμη φορά, αυτό που αποδεικνύεται περίτρανα, είναι πως η ανυπαρξία ελέγχου από το κράτος δημιουργεί εστίες διαφθοράς και κακοδιαχείρισης. Μέχρι πρότινος, βέβαια, κανείς δεν θα μπορούσε να αγγίξει τον πατέρα Αντώνιο ή να διατάξει έλεγχο στις δομές του. Ένα τηλέφωνό του αρκούσε για να σταματήσουν τα πάντα. Ήταν στο απυρόβλητο πολλών κυβερνήσεων και πολιτικών προσώπων. Τα πράγματα αλλάξαν όταν το τελευταίο διάστημα φούντωσαν οι καταγγελίες για αυτές τις δομές, αλλά και όταν υπήρξε άρνηση των υπευθύνων να συνεργαστούν με την Πολιτεία για να βελτιωθεί το καθεστώς αναδοχής και υιοθεσίας των παιδιών από οικογένειες. Τώρα τα πράγματα πήραν το δρόμο τους και είναι μίας πρώτης τάξεως ευκαιρία το κράτος να μην ξαναφήσει ανεξέλεγκτες αυτές τις δομές.

Όποιος προσπαθήσει να δημιουργήσει τέτοιου είδους δομές θα πρέπει να γνωρίζει ότι δεν μπορεί να εκμεταλλεύεται ανήμπορα και ορφανά παιδιά, μόνο και μόνο για να μεγαλώνει ο κύκλος των δωρεών που εισπράττει από πολίτες που νιώθουν την ανάγκη να βοηθήσουν. Αυτό που προέχει είναι, καταρχήν, η φροντίδα των παιδιών αυτών μέχρι να βρεθούν ανάδοχες οικογένειες που θα τα αναλάβουν. Είναι τόσο απλό.

Δείτε επίσης