Απόψεις

Έχει και ο καταναλωτής την ευθύνη του

Στην Ελλάδα, δυστυχώς, ούτε το καταναλωτικό κίνημα υπάρχει, ενώ δειλά τώρα γίνονται τα πρώτα βήματα ελέγχου με την επιβολή προστίμων σε μεγάλες εταιρίες

ακρίβεια, ακρίβεια ελλαδα, ακρίβεια στα τρόφιμα, ακρίβεια σούπερ μάρκετ, κερδοσκοπια, αισχροκερδεια, αισχροκερδεια ελλαδα, καταναλωτήσ, καταναλωτικο κινημα, Ακρίβεια, Κερδοσκοπία, Αισχροκέρδεια, Αυξήσεις τιμών, Περιθώρια κέρδους, Καταναλωτής, Ελληνικά νοι
Αρθρογράφος: Ιορδάνης Χασαπόπουλος
Από Ιορδάνης Χασαπόπουλος

Η ακρίβεια μαζί με την εγκληματικότητα είναι τα δύο μεγάλα προβλήματα που απασχολούν τους Έλληνες εδώ και αρκετό καιρό, όπως καταγράφουν όλες οι μετρήσεις κοινής γνώμης. Η κυβέρνηση έχει πάρει τα μηνύματα, και γι’ αυτό έγινε άρον άρον ο μίνι ανασχηματισμός και η αλλαγή φρουράς στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Ενώ στο θέμα της αντιμετώπισης της ακρίβειας έχει επιλεγεί, προς το παρόν, ο δρόμος των συστηματικών ελέγχων και των προστίμων.

Το θέμα της ακρίβειας, όπως και αν το ονομάσει κάποιος, από όποια πλευρά και αν το δούμε, πλήττει τη μεγάλη πλειοψηφία των ελληνικών νοικοκυριών. Οκτώ στις δέκα οικογένειες βλέπουν το εισόδημά τους να εξανεμίζεται εξαιτίας της μεγάλης ακρίβειας σε όλα, σχεδόν, τα προϊόντα, των οποίων, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, οι τιμές τους συνεχώς αυξάνονται. Πρώτα λέγαμε ότι αυτές οι αυξήσεις οφείλονται στον πόλεμο στην Ουκρανία, μετά στον πόλεμο στη Γάζα, μετά στην αύξηση των καυσίμων διεθνώς, και στην έλλειψη των πρώτων υλών. Μέχρι και στον κορωνοϊό κάποιοι απέδιδαν τις αυξήσεις που συνεχώς κάνουν στα προϊόντα τους. Αυτό που έχει μεγάλη σημασία είναι πως οι κερδοσκόποι «κάνουν πάρτι» και τα προϊόντα πωλούνται τρεις φορές ακριβότερα από την τιμή παραγωγού ή την τιμή της εισαγωγής τους.

Είναι ένα φαινόμενο που κατά κύριο λόγο παρατηρείται στην Ελλάδα και σε χώρες που δεν έχουν αυστηρούς μηχανισμούς ελέγχων της αγοράς. Σε χώρες που λειτουργεί το καταναλωτικό κίνημα και υπάρχουν αυστηροί κανόνες για τα περιθώρια κέρδους των πολυεθνικών εταιριών στο χώρο των τροφίμων, η αισχροκέρδεια περιορίζεται σημαντικά. Στην Ελλάδα, δυστυχώς, ούτε το καταναλωτικό κίνημα υπάρχει, ενώ δειλά τώρα γίνονται τα πρώτα βήματα ελέγχου με την επιβολή προστίμων σε μεγάλες εταιρίες, που όμως δεν φαίνεται να αλλάζουν τα δεδομένα.

Σαφώς έχουν μεγάλες ευθύνες οι κυβερνήσεις και αρμόδιοι υπουργοί, που διαχρονικά ήταν θεατές στην πολιτική τιμών των πολυεθνικών εταιριών, αλλά και στα κυκλώματα κερδοσκοπίας που καθορίζουν τις τιμές από το χωράφι στο ράφι, στα αγροτικά προϊόντα. Όλα τα κόμματα όταν είναι στην αντιπολίτευση κατηγορούν τους πολιτικούς αντιπάλους τους για έλλειψη πολιτικής βούλησης απέναντι στα φαινόμενα κερδοσκοπίας, όταν, όμως, αναλαμβάνουν την ευθύνη της διακυβέρνησης, ως δια μαγείας ακολουθούν την ίδια τακτική. Κανείς δεν θέλει να σπάσει αυγά για να μην τα χαλάσει με την αγορά.

Εδώ, όμως, υπάρχει και ένα ακόμη πρόβλημα που βοηθά τα φαινόμενα αισχροκέρδειας. Είναι η στάση των καταναλωτών που παλεύουν να τα βγάλουν πέρα με το μισθό τους, ο οποίος χρόνο με το χρόνο δεν φτάνει ούτε για τα βασικά. Εκεί που τα ψώνια της εβδομάδας κόστιζαν 50 ευρώ, τώρα η μέση οικογένεια χρειάζεται πάνω από 100 ευρώ. Εν έτει 2023 όμως, υπάρχουν αρκετές εναλλακτικές λύσεις τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιήσει ένας καταναλωτής ώστε να περιορίσει ή και να αποφύγει την αισχροκέρδεια στο ράφι και την ακρίβεια σε βασικές καταναλωτικές του ανάγκες.

Η πρώτη αντίδραση θα ήταν ένα είδος μποϊκοτάζ σε προϊόντα που πωλούνται σε σούπερ μάρκετ και τα οποία εμπορεύονται εταιρίες οι οποίες διαπιστωμένα κάνουν συστηματική κερδοσκοπία ή δημιουργούν καρτέλ. Αυτό εύκολα μπορεί να το διαπιστώσουν είτε πρόκειται για ειδικές κατηγορίες προϊόντων διατροφής είτε απορρυπαντικών και ειδών καθαρισμού. Μία δεύτερη κίνηση άμυνας απέναντι στην ακρίβεια θα ήταν η αλλαγή καταναλωτικών συνηθειών και, κυρίως, ο τρόπος προμήθειας των προϊόντων.

Για παράδειγμα, τις προηγούμενες ημέρες αναδείχθηκε το μεγάλο πρόβλημα με την ακρίβεια στο βρεφικό γάλα. Ένα προϊόν που είναι απολύτως απαραίτητο για γονείς, γιατί τα νεογέννητα τρέφονται σχεδόν αποκλειστικά με αυτό το γάλα για αρκετούς μήνες. Στην Ελλάδα ένα κουτί των 800 γρ. πωλείται από 25 έως 35 ευρώ, ενώ στο εξωτερικό τα ίδια προϊόντα, ίδιας εταιρίας, πωλούνται από 11 έως 15 ευρώ.

Ο Έλληνας καταναλωτής θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το διαδίκτυο για αγορές είτε από το εξωτερικό είτε μέσω προσφορών που κάνουν μεγάλες εισαγωγικές εταιρίες που εξειδικεύονται στο ηλεκτρονικό εμπόριο. Για παράδειγμα, με την αγορά πολλαπλών συσκευασιών μπορεί να πετύχουν τιμές απόλυτα ανταγωνιστικές με αυτές του εξωτερικού και οπωσδήποτε πολύ φθηνότερες από αυτές στο ράφι των σούπερ μάρκετ.

Απαιτείται, λοιπόν, εγρήγορση και συστηματική προσπάθεια και του καταναλωτή, ο οποίος είναι αυτός που κοιτά κατάματα η ακρίβεια. Πέρασαν οι εποχές που γνωρίζαμε ένα προϊόν, μία γνωστή ετικέτα, και αυτήν εμπιστευόμασταν με κλειστά τα ματιά και για την ποιότητα και για την τιμή. Τώρα οι εποχές αλλάξαν, οι κερδοσκόποι και οι εταιρίες παραγωγής μάς οδήγησαν να χάσουμε την εμπιστοσύνη μας, γι’ αυτό και εκτός από το κράτος και την κυβέρνηση, πρέπει και ο καταναλωτής να κάνει χρήση όλων των σύγχρονων μέσων που έχει στη διάθεσή του.

Δείτε επίσης