Ελλάδα

Kαταδίκη της Ελλάδας για ελλιπή έρευνα αναφορικά με τον θάνατο λεχώνας στην Πάτρα

Τέσσερις ημέρες μετά τη γέννηση του παιδιού της και ενώ η μητέρα ετοιμαζόταν να εξέλθει από το νοσοκομείο, παρουσίασε ραγδαία επιδείνωση της υγείας της μέσα σε δύο ώρες και απεβίωσε

Πάτρα

Ένα οικογενειακό δράμα εκτυλίχθηκε στην Πάτρα, όταν η χαρά από τη γέννηση ενός παιδιού μετατράπηκε σε τραγωδία, λόγω του αιφνίδιου θανάτου μιας νεαρής μητέρας.

Πρόκειται για την 38χρονη γυναίκα, μητέρα άλλων πέντε παιδιών, η οποία στις 20 Φεβρουαρίου μετέβη στο νοσοκομείο προκειμένου να γεννήσει και λίγες ώρες μετά τον φυσιολογικό τοκετό άρχισε να πονά και να αιμορραγεί, λόγω αιμορροϊδοπάθειας.

Τους συστήθηκε η χρήση συγκεκριμένου φαρμακευτικού σκευάσματος (αλοιφή) για να ανακουφιστεί και παρά τη διαβεβαίωση, ότι θα εξεταστεί από χειρουργό αυτό δεν έγινε ποτέ, όπως αναφέρει η πλευρά της οικογένειας. Μητέρα και νεογνό έλαβαν εξιτήριο στις 23 του μήνα, χωρίς ωστόσο να έχει αντιμετωπιστεί το πρόβλημα υγείας της λεχώνας.


Τέσσερις ημέρες μετά τη γέννηση του παιδιού της και ενώ η μητέρα ετοιμαζόταν να εξέλθει από το νοσοκομείο, παρουσίασε ραγδαία επιδείνωση της υγείας της μέσα σε δύο ώρες και απεβίωσε. Ο σύζυγος της άτυχης γυναίκας κατέφυγε στη Δικαιοσύνη και όπως απεφάνθη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τα αίτια θανάτου της δεν καταγράφηκαν από αρμόδιο γυναικολόγο, αλλά από χειρουργό ιατρό, ενώ οι αρμόδιες αρχές επέδειξαν τεράστια καθυστέρηση κατά την προκαταρκτική έρευνα.

Έτσι, η Ελλάδα μετά το περιστατικό εισέπραξε άλλη μία καταδίκη από το ΕΔΔΑ για ελλιπή έρευνα του θανάτου της. Επιδίκασε μάλιστα και το ποσό στον προσφεύγοντα σύζυγό της ύψους 20.000 ευρώ και άλλα 1.000 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα, με το ΕΔΔΑ ως προς το ιατρικό σκέλος δεν καταγράφηκε κάποια παράβαση.

Οι καθυστερήσεις και η μη πρόσβαση στη δικογραφία

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει το ΕΔΔΑ και στις καθυστερήσεις διερεύνησης της υπόθεσης. «Το Δικαστήριο σημείωσε εξαρχής ότι η προκαταρκτική έρευνα διήρκεσε περίπου 5 έτη, αντί των 3 μηνών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 31 § 3 του Κ.Π.Δ. Αυτό το στοιχείο αρκούσε για να κρίνει το Δικαστήριο ότι η διάρκεια της προκαταρκτικής έρευνας ήταν υπερβολική, όπως παραδέχτηκε και η κυβέρνηση» επισημαίνεται.

«Συναφώς, το Δικαστήριο σημείωσε ότι κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής έρευνας ο προσφεύγων δεν είχε πρόσβαση στη δικογραφία. Στην πραγματικότητα μόνο στις 08.09.2015, δηλαδή 3 χρόνια και 2 μήνες μετά το θάνατο, έλαβε ένα αντίγραφο της δικογραφίας και αφού είχε υποχρεωθεί να υποβάλει καταγγελία και να συμμετέχει στις διαδικασίες ως πολιτικός ενάγων (άρθρο 108 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας).


Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι όταν ο δικαστής έλαβε τον ιατρικό φάκελο της συζύγου του προσφεύγοντος και είδε τα ονόματα των ιατρών που εμπλέκονταν στην υπόθεση, κάλεσε για κατάθεση μόνο τον γυναικολόγο που παρακολουθούσε την σύζυγο του προσφεύγοντος και όχι τους υπόλοιπους ιατρούς οι οποίοι σύμφωνα με τον ιατρικό φάκελο ήταν παρόντες κατά τις τελευταίες στιγμές της» υπογραμμίζει το ΕΔΔΑ.


Και συνεχίζει στην σχετική απόφασή του: «Στη συνέχεια, ο εισαγγελέας διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εξετάζοντας την ευθύνη του Ρ.Ρ. και, κατά περίπτωση, οποιουδήποτε άλλου γιατρού. Ωστόσο, παρά τις διατάξεις του άρθρου 195 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η απόφαση του εισαγγελέα δεν επέστησε στον πραγματογνώμονα συγκεκριμένη ερώτηση σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά. Επιπλέον, η έκθεση δεν ανατέθηκε σε ειδικό σε γυναικολογικά θέματα αλλά σε χειρουργό»

Δείτε επίσης