Ελλάδα

Ελεγκτικό Συνέδριο: Δικαίωση για τους συνταξιούχους δικαστές-Τι σημαίνει η απόφαση

Ποιους αφορά η κρίση της Ολομέλειας, του Ε.Σ. που επαναφέρει τις συντάξεις πρώην δικαστών, πρώην εισαγγελέων και πρώην μελών του ΝΣΚ στα επίπεδα προ του 2012

Ελεγκτικό Συνέδριο, Συνταξιούχοι Δικαστές, Απόφαση,
Αρθρογράφος: Vradini.gr
Από Vradini.gr

«Βόμβα» χαρακτήρισαν νομικοί κύκλοι την απόφαση του Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου βάσει της οποίας οι πρώην δικαστές, πρώην εισαγγελείς και πρώην μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους θα πρέπει να λαμβάνουν συντάξεις που θα πρέπει να ανέρχονται πάνω από 60% των αποδοχών των εν ενεργεία συναδέλφων τους.

Η Ολομέλεια του Ε.Σ., με ευρύτατη πλειοψηφία (28 έναντι 3) έκρινε μη νόμιμη και ακυρωτέα τη «σιωπή» της Πολιτείας, που μέχρι τώρα δεν έχει εφαρμόσει την απόφαση του Μισθοδικείου το οποίο έκρινε ως αντισυνταγματικές τις διατάξεις του νόμου Κατρούγκαλου (νόμος 4387/2016).

Η απόφαση αφορά τον πρώην προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου Νίκο Αγγελάρα, που είχε προσφύγει στο Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο, ζητώντας τον επανακαθορισμό της σύνταξής του με βάση τις προϊσχύσασες διατάξεις του «νόμου Κατρούγκαλου» (νόμος 4387/2016).

Δηλαδή, ο κ. Αγγελάρας ζητούσε οι συντάξεις των πρώην δικαστών, εισαγγελέων και μελών Νομικού Συμβουλίου του Κράτους θα πρέπει να επανέλθουν στα επίπεδα που ίσχυαν προ του 2012, πάνω του 60% των αποδοχών των ενεργεία συναδέλφων τους, όπως έχει αποφανθεί το Μισθοδικείο.

Ο δικηγόρος - εργατολόγος Διονύσης Ρίζος, τονίζει πως «οι δικαστικοί θεωρούν τη σύνταξή τους συνέχεια των εν ενεργεία αποδοχών τους, που σημαίνει ότι δεν πρέπει να υπάρχει διαφορά μεταξύ αποδοχών και σύνταξης άνω του 20%. Στην προσφυγή επισημαίνουν ότι παρανόμως ετέθη περιορισμός στο όριο της σύνταξής τους με αποτέλεσμα η διαφορά να υπερβαίνει το 40%».

Υψος συντάξεων

Πληροφορίες αναφέρουν πως το ύψος των συντάξεων των δικαστών θα καθοριστεί μεταξύ του 70-80% των αποδοχών των εν ενεργεία συναδέλφων τους. Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν έχει ληφθεί οριστική κυβερνητική απόφαση, λόγω του μεγάλου κόστους επιβάρυνσης που θα υπάρξει.

Νομικοί υπογραμμίζουν πως η επίμαχη απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου καταλαμβάνει μόνο όσους έχουν προσφύγει στο Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο.

Από την πλευρά της η μειοψηφία των τριών μελών της Ολομέλειας του Ε.Σ., αναφέρει ότι πρέπει να δοθεί στην Κυβέρνηση ο απαιτούμενος χρόνος προσαρμογής προς την επίμαχη απόφαση.

Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη πως ο νόμος Κατρούγκαλου μείωσε τις συντάξεις των δικαστικών κατά 35%-40%.

Η κρίση του Ελεγκτικού Συνεδρίου

Η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου δικαίωσε τους συνταξιούχους δικαστές μετά την «απόφαση Αγγελάρα» του Μισθοδικείου και οι περικοπείσες συντάξεις τους επανέρχονται στα επίπεδα που ίσχυαν προ του 2012.

Κατά πλειοψηφία (28-3) οι σύμβουλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποφάνθηκαν ( με την υπ. αριθμ. 1330/2023) ότι είναι μη νόμιμη και ακυρωτέα η σιωπηρή άρνηση της διοίκησης-Πολιτείας για επανακανονισμό της σύνταξης του πρώην προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου Νίκου Αγγελάρα, που είχε προσφύγει στο Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο, διότι όφειλε η Διοίκηση- Πολιτεία να υπολογίσει τη σύνταξή του μη εφαρμόζοντας τις κριθείσες από το Μισθοδικείο ως αντισυνταγματικές τις σχετικές διατάξεις του νόμου 4387/2016, αλλά τις προϊσχύσασες αυτών.

Δηλαδή, εφαρμοστέες για τον καθορισμό του ύψους των συντάξεων των πρώην δικαστών, εισαγγελέων και μελών Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ) είναι οι προϊσχύσασες διατάξεις του «νόμου Κατρούγκαλου» (νόμος 4387/2016). Δηλαδή, οι συντάξεις των δικαστών επανέρχονται στα επίπεδα που ίσχυαν προ του 2012, με άλλα λόγια προ του καθεστώτος που είχε διαμορφωθεί πριν το νόμο 4093/2012.

Ακόμη, το καταβλητέο ποσό της σύνταξής υπόκειται μόνο στις περικοπές και τις κρατήσεις που δεν αντίκεινται σε υπερνομοθετικής ισχύος κανόνες, σύμφωνα με όσα έχουν κριθεί από το Μισθοδικείο και το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Με βάση τα δεδομένα που θέτει η απόφαση του Ε.Σ. οι συντάξεις των πρώην δικαστών, εισαγγελέων και μελών του ΝΣΚ, πρέπει να προσδιοριστούν σε επίπεδα πάνω του 60% των αποδοχών των ενεργεία συναδέλφων τους, όπως έχει αποφανθεί το Μισθοδικείο.

Σε άλλο σημείο η απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανέφερε ότι «αρμόδιο για τον καθορισμό του χρονικού σημείου έναρξης των αποτελεσμάτων απόφασης επί τρίτων προσώπων, στα οποία εκτείνεται κατά το Σύνταγμα η δικαιοδοσία του, είναι το ειδικό κατά το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος Δικαστήριο».

Θέμα της κυβέρνηση τι θα γίνει με αυτούς που δεν προσέφυγαν

Η απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπως προαναφέρθηκε καταλαμβάνει μόνο όσους έχουν προσφύγει στο Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο, ενώ για τους λοιπούς συνταξιούχους είναι θέμα της Κυβέρνησης τι θα πράξει, καθώς η καταβολή της αναδρομικής διαφοράς για όλους τους συνταξιούχους δικαστές είναι πολύ μεγάλη οικονομική επιβάρυνση.

Σύμφωνα με τα κριθέντα από τα δικαστήρια οι διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4, 6, 7 και 8 του ν. 4387/2016, αντίκεινται, στις διατάξεις του άρθρου 26 του Συντάγματος και στις εξειδικεύουσες αυτές, ως προς τη δικαστική εξουσία, διατάξεις των άρθρων 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος, οι οποίες επιτάσσουν τη χορήγηση στους δικαστικούς λειτουργούς σύνταξης που να μην αποκλίνει ουσιωδώς από τις αποδοχές των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι έχουν τον αυτό βαθμό με εκείνον που κατείχαν οι συνταξιούχοι κατά την έξοδό τους από την ενεργό υπηρεσία, ώστε να διασφαλίζεται σε αυτούς επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, ανάλογο με το κύρος και την αποστολή του λειτουργήματος που ασκούσαν.

Όπως επισήμανε το Ε.Σ. σε ανάρτησή του «σε υποθέσεις συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών το Ελεγκτικό Συνέδριο υποχρεούται να σέβεται τις επί νομικών ζητημάτων κρίσεις του ειδικού κατά το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος Δικαστηρίου (Μισθοδικείου), που έχει τη σχετική πρωτογενή εκ του Συντάγματος δικαιοδοσία».

Ακόμα, αναφέρει το Ε.Σ. ότι «η εκ του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος υποχρέωση για παροχή πλήρους δικαστικής προστασίας από την προσβολή των συνταξιοδοτικής φύσης δικαιωμάτων των δικαστικών λειτουργών και η εντεύθεν διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας του δικαιώματος του οποίου η προσβολή διαγνώστηκε με απόφαση του ειδικού Δικαστηρίου, επιβάλλει όπως η συνταξιοδοτική Διοίκηση, μετά τη δικαστική διάγνωση της αντισυνταγματικότητας μειώσεων σε σύνταξη δικαστικού λειτουργού, προβεί, εφ’ όσον τούτο ζητηθεί και ανεξαρτήτως αν η απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου αφορούσε στον ίδιο τον αιτούντα, σε νέο, σύμφωνο με το Σύνταγμα, υπολογισμό της σύνταξης, εκδίδοντας νέα εκτελεστή διοικητική πράξη· τυχόν δε άρνηση να ενεργήσει σχετικώς αποτελεί απορριπτική εκτελεστή διοικητική πράξη που προσβάλλεται με έφεση ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου».

Το Μισθοδικείο

Το Μισθοδικείο με την υπ. αριθμ. 255/2021 απόφασή του είχε κρίνει ότι «το Σύνταγμα επιβάλει σταθερή αναλογία των συντάξεων και των αποδοχών ενεργείας των δικαστικών λειτουργών», ενώ σε άλλο σημείο υπογραμμίζει ότι με την μείωση των συντάξεων που έγινε το 2012 παραβιάζεται μια πλειάδα συνταγματικών διατάξεων, καθώς οι συντάξεις σε σχέση με τις αποδοχές των ενεργεία δικαστών, υπολείπονται «κατά ποσοστό σαφώς ανώτερο του 40%».

Συγκεκριμένα το «δια ταύτα» της υπ΄ αριθμ. 255/2021 απόφασης του Μισθοδικείου (πρόεδρος η Μαίρη Σάρπ και εισηγητής ο σύμβουλος Επικρατείας Νικόλαος Σκαρβέλης) είναι ότι «η συνταγματική προστασία, η οποία αναφέρεται στον εν ενεργεία δικαστικό λειτουργό, διασφαλίζει και το συνταξιοδοτικό του καθεστώς, διότι και αυτό αποτελεί εγγύηση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του».

Δείτε επίσης