Οικονομία

Λαγκάρντ για «τυφώνα» Credit Suisse: Έχουμε τα εργαλεία να παρέμβουμε, αν χρειαστεί

«Αντέχουν οι τράπεζες, θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί», το μήνυμα - «Να μην αμφισβητείται η αποφασιστικότητά μας» - Αύξηση 50 μβ. στα επιτόκια

Λαγκάρντ για «τυφώνα» Credit Suisse: Έχουμε τα εργαλεία να παρέμβουμε, αν χρειαστεί
Αρθρογράφος: Vradini.gr
Από Vradini.gr

«Θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί για να στηρίξουμε τις τράπεζες. Έχουμε τα εργαλεία για να παρέμβουμε, αν πρέπει». Αυτό είναι το μήνυμα που εξέπεμψε η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ στη σκιά του «τυφώνα» της Credit Suisse, που έχει παρασύρει σε ένα «τσουνάμι» προκλήσεων τον διεθνή χρηματοπιστωτικό τομέα.

Σημειώνεται πως νωρίτερα, όπως έγινε γνωστό, η ΕΚΤ ανακοίνωσε αύξηση των επιτοκίων κατά 50 μονάδες βάσης παρά την τραπεζική «καταιγίδα».

«Ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει σε υψηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα για το λόγο αυτό το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αποφάσισε να αυξήσει τα επιτόκια κατά 50 μονάδες βάσης», σημείωσε η κυρία Λαγκάρντ.

«Είμαστε αποφασισμένοι να επαναφέρουμε τον πληθωρισμό στο 2%», υπογράμμισε η Λαγκάρντ, λέγοντας ότι «η αποφασιστικότητα της ΕΚΤ δεν πρέπει να αμφισβητείται».

«Δεδομένης της αβεβαιότητας που επικρατεί θεωρήσαμε προτιμότερο να πάρουμε μια απόφαση που πιστεύουμε ότι είναι στιβαρή, με μια αύξηση κατά 50 μονάδες βάσης και στη συνέχεια να δούμε τι μας λένε τα οικονομικά στοιχεία και να λάβουμε τις αποφάσεις μας με βάση αυτά τα στοιχεία», υποστήριξε.

«Οι πιέσεις στις τιμές παραμένουν ισχυρές», είπε η ίδια, επισημαίνοντας ότι έχουν ενισχυθεί ιδιαίτερα οι πιέσεις στους μισθούς.

Η Λαγκάρντ ανέφερε ότι η απόφαση εγκρίθηκε από μια πολύ μεγάλη πλειοψηφία αξιωματούχων, με μόνο 3-4 να μην τη στηρίζουν, και όχι επί της αρχής. Η ίδια διευκρίνισε ότι δεν υπήρχε στο τραπέζι κάποια άλλη πρόταση πέρα από την αύξηση των επιτοκίων κατά 50 μονάδες βάσης.

Η πρόεδρος της ΕΚΤ διευκρίνισε, ωστόσο, ότι οι περισσότερες μετρήσεις δείχνουν ότι οι μακροπρόθεσμες προοπτικές για τον πληθωρισμό κινούνται γύρω στο 2%.

Η ίδια υποστήριξε ότι η οικονομία της Ευρωζώνης αναμένεται να ανακάμψει τα επόμενα τρίμηνα. Η βιομηχανική παραγωγή θα κινηθεί υψηλότερα, ενώ η αγορά εργασίας παραμένει ισχυρή, τόνισε.

Η Λαγκάρντ υπογράμμισε παράλληλα ότι η ΕΚΤ παρακολουθεί προσεκτικά τις πιέσεις στις αγορές.

«Παρακολουθούμε τις τρέχουσες πιέσεις στις αγορές και είμαστε έτοιμοι να αντιδράσουμε με τον δέοντα τρόπο για να διατηρήσουμε τη σταθερότητα των τιμών και τη χρηματοοικονομική σταθερότητα στην ευρωζώνη» τόνισε.

«Ο τραπεζικός τομέας της ευρωζώνης είναι ανθεκτικός, με ισχυρή κεφαλαιοποίηση και ρευστότητα. Σε κάθε περίπτωση, η εργαλειοθήκη μας είναι πλήρως εξοπλισμένη για να παράσχει ρευστότητα στο χρηματοοικονομικό σύστημα αν χρειαστεί και να διατηρήσει την ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής» ανέφερε.

Αύξηση επιτοκίων παρά το τραπεζικό «τσουνάμι»

Στο μεταξύ, κατά 50 μονάδες βάσης αύξησε τα επιτόκια η ΕΚΤ παρά το τραπεζικό «τσουνάμι» που έχει προκαλέσει στις διεθνείς αγορές τόσο η κατάρρευση της Silicon Valley Bank όσο και ο «τυφώνας» της Credit Suisse.

Ειδικότερα, μετά την αύξηση, το βασικό επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων της ΕΚΤ διαμορφώνεται στο 3% και το επιτόκιο αναχρηματοδότησης των τραπεζών στο 3,5%.

Λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη την αναταραχή, το Δ.Σ. της ΕΚΤ απέφυγε να δεσμευθεί για νέες αυξήσεις επιτοκίων.

Η ΕΚΤ σημειώνει ότι «παρακολουθεί τις τρέχουσες εντάσεις στενά και είναι έτοιμη να αντιδράσει, όπως είναι αναγκαίο, για να διατηρήσει τη σταθερότητα των τιμών και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ευρωζώνη».

Το σκεπτικό της απόφασης - Τι αναφέρει η ΕΚΤ

Όως αναφέρει η κεντρική τράπεζα, «ο πληθωρισμός αναμένεται, σύμφωνα με τις προβολές, να παραμείνει σε πολύ υψηλό επίπεδο για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Επομένως, το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε σήμερα να αυξήσει τα τρία βασικά επιτόκια της ΕΚΤ κατά 50 μονάδες βάσης, σύμφωνα με την αποφασιστικότητά του να διασφαλίσει την έγκαιρη επαναφορά του πληθωρισμού στον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%.

Το αυξημένο επίπεδο αβεβαιότητας ενισχύει τη σημασία μιας προσέγγισης που εξαρτάται από τα στοιχεία για τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου όσον αφορά τα επιτόκια πολιτικής. Αυτές οι αποφάσεις θα καθορίζονται από την αξιολόγησή του όσον αφορά τις προοπτικές για τον πληθωρισμό υπό το πρίσμα των εισερχόμενων οικονομικών και χρηματοοικονομικών στοιχείων, από τη δυναμική του υποκείμενου πληθωρισμού και από την ένταση της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής.

Το Διοικητικό Συμβούλιο παρακολουθεί προσεκτικά τις τρέχουσες εντάσεις στις αγορές και είναι έτοιμο να λάβει μέτρα όπως κρίνεται απαραίτητο για να διαφυλάξει τη σταθερότητα των τιμών και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στη ζώνη του ευρώ.

Ο τραπεζικός τομέας της ζώνης του ευρώ είναι ανθεκτικός, διαθέτοντας ισχυρές θέσεις κεφαλαίου και ρευστότητας. Σε κάθε περίπτωση, η εργαλειοθήκη πολιτικής που διαθέτει η ΕΚΤ είναι πλήρως εξοπλισμένη για την παροχή στήριξης σε ρευστότητα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της ζώνης του ευρώ αν χρειαστεί και για τη διαφύλαξη της ομαλής μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής.

Οι νέες μακροοικονομικές προβολές των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ ολοκληρώθηκαν στις αρχές Μαρτίου πριν από την πρόσφατη εμφάνιση εντάσεων στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Ως εκ τούτου, αυτές οι εντάσεις συνεπάγονται πρόσθετη αβεβαιότητα για τις αξιολογήσεις του βασικού σεναρίου όσον αφορά τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη. Πριν από αυτές τις τελευταίες εξελίξεις, η πορεία του βασικού σεναρίου για τον γενικό πληθωρισμό είχε ήδη αναθεωρηθεί προς τα κάτω, κυρίως επειδή η συμβολή των τιμών της ενέργειας ήταν μικρότερη από ό,τι αναμενόταν προηγουμένως.

Οι εμπειρογνώμονες της ΕΚΤ θεωρούν τώρα ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο σε 5,3% το 2023, 2,9% το 2024 και 2,1% το 2025. Ταυτόχρονα, οι υποκείμενες πιέσεις στις τιμές παραμένουν ισχυρές. Ο πληθωρισμός χωρίς τις τιμές της ενέργειας και των ειδών διατροφής εξακολούθησε να αυξάνεται τον Φεβρουάριο και οι εμπειρογνώμονες της ΕΚΤ αναμένουν ότι θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο σε 4,6% το 2023, σε υψηλότερο επίπεδο από ό,τι προβλεπόταν στις προβολές του Δεκεμβρίου. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τις προβολές, θα υποχωρήσει σε 2,5% το 2024 και 2,2% το 2025, καθώς οι ανοδικές πιέσεις από τις προηγούμενες διαταραχές στην πλευρά της προσφοράς και την επανεκκίνηση της οικονομίας θα εξασθενούν και η πιο περιοριστική νομισματική πολιτική θα συγκρατεί ολοένα περισσότερο τη ζήτηση.

Οι προβολές του βασικού σεναρίου για την ανάπτυξη το 2023 έχουν αναθεωρηθεί προς τα πάνω κατά μέσο όρο σε 1,0% ως αποτέλεσμα τόσο της υποχώρησης των τιμών της ενέργειας όσο και της μεγαλύτερης ανθεκτικότητας της οικονομίας στο δύσκολο διεθνές περιβάλλον. Οι εμπειρογνώμονες της ΕΚΤ αναμένουν στη συνέχεια ότι η ανάπτυξη θα ανακάμψει περαιτέρω, σε 1,6%, τόσο το 2024 όσο και το 2025, υποβοηθούμενη από την ισχυρή αγορά εργασίας, τη βελτίωση της εμπιστοσύνης και την ανάκαμψη των πραγματικών εισοδημάτων. Ταυτόχρονα, η ανάκαμψη της ανάπτυξης το 2024 και το 2025 θα είναι ασθενέστερη σε σχέση με τις προβολές του Δεκεμβρίου, λόγω της άσκησης περιοριστικής νομισματικής πολιτικής.

Πηγή: υτ

Δείτε επίσης