People & Style

Σαν σήμερα: Φεύγει από τη ζωή η ηθοποιός Μαίρη Αρώνη

«Φοβάμαι το χρόνο, γιατί δε ξέρω τι υπάρχει μετά το θάνατο. Αλλά, κι αν υπάρχει μια άλλη ζωή πέρα από δω [...] θέλω να το πω, πως και στην κόλαση ακόμη, θεατρίνα θα γινόμουν!»

μαιρη αρωνη

Ιδανική αριστοφανική ερμηνεύτρια και θεατρίνα με σπάνιο ταλέντο, η Μαίρη Αρώνη λογίζεται ως τολμηρή στη ζωή της, διότι ρίσκαρε να παίξει ρόλους έξω από τα συμβατικά κουτάκια του κοινωνικού φαίνεσθαι. Η παθιασμένη ιδιοσυγκρασία της έμεινε χαραγμένη στην ιστορία ως μια εκλεπτυσμένη αρχοντική ομορφιά που κάνει κάθε ρόλο ξεχωριστό, ταυτίζοντάς την με αυτόν έως ότου τελειώσει εκείνος…και μετά πάλι από την αρχή. Νέος ρόλος, νέο μονοπάτι.

Ο πιο μεγάλος έρωτάς της ήταν το θέατρο. «Πιστεύω ότι όλα εδώ αρχίζουν κι όλα εδώ τελειώνουν. Φοβάμαι το χρόνο, γιατί δε ξέρω τι υπάρχει μετά το θάνατο. Αλλά, κι αν υπάρχει μια άλλη ζωή πέρα από δω, πιστεύω πως το θέατρο δε τελειώνει ποτέ. Και θέλω να το πω, πως και στην κόλαση ακόμη, θεατρίνα θα γινόμουν!» Τα λόγια αυτά σφράγισαν τη ζωή και την καριέρα της Μαίρης Αρώνη, μιας από τις καλύτερες ηθοποιούς που πέρασαν από το ελληνικό θεατρικό σανίδι. Κανείς άλλωστε δεν ξεχνά την «Πάστα Φλώρα» της ταινίας «Μια τρελή, τρελή οικογένεια».


Συνάδελφοι, φίλοι αλλά και άγνωστοι μιλούν με τα καλύτερα για εκείνη. Έκαναν λόγο για μια χαρισματική ηθοποιό, που έλαμπε επί σκηνής αλλά και κάτω από αυτήν. Υπήρξε άλλωστε η θελκτική «κυρία» του θεάτρου και του σινεμά, με αδιαπέραστη θηλυκότητα και χιούμορ. Ταγμένη στο θέατρο

Η Μαίρη Αρώνη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1914 και φοίτησε στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στο Μουσικό Λύκειο Αθηνών πιάνο, απαγγελία κι μουσική. Παρθενική της εμφάνιση είναι εκείνη στο θίασο αλλά και στο πλευρό της Μαρίκας Κοτοπούλη, το 1935 σε ηλικία 21 ετών. Έμεινε μαζί της 4 χρόνια.

Παντρεύτηκε σε μικρή ηλικία τον ηθοποιό Θοδωρή Αρώνη και μετά το θάνατο του πρώτου της άντρα, τον Κωστή Μιχαηλίδη. Το 1944 το ζεύγος Αρώνη σχεδιάζει να αποκτήσει έναν θίασο. Ο Θόδωρος Αρώνης παραχωρεί την προσωνυμία της Μαίρης στον θίασο, ως πρωταγωνίστρια. Μετά, αναζητώντας παρτενέρ γι' αυτήν, πηγαίνει και βλέπει τον Δημήτρη Χορν στο θέατρο. Έτσι δημιουργείται ο θίασος Αρώνη-Χορν, ένα σχήμα που γνωρίζει πολλές επιτυχίες.

Η Μαίρη Αρώνη γίνεται από τις νεότερες πρωταγωνίστριες της εποχής και το 1946 εντάσσεται στο δυναμικό του Εθνικού Θεάτρου ερμηνεύοντας τους πρωταγωνιστικούς ρόλους σε μια σειρά έργων του παγκόσμιου ρεπερτορίου, όπως στο «Άνθρωπος και υπεράνθρωπος» του Σω, στη «Στρίγκλα που έγινε αρνάκι» του Σαίξπηρ, στη «Λοκαντιέρα» του Γκολντόνι, κ.α.

Από το 1950 και για τα επόμενα 4 χρόνια θα συνεχίσει την πορεία της στο ελεύθερο θέατρο, συνεργαζόμενη με τον Δημήτρη Ροντήρη στον θίασό του «Ελληνική σκηνή», αλλά και με την Βάσω Μανωλίδου. Το 1954 θα επιστρέψει στο Εθνικό θέατρο, για να μείνει μέχρι το 1958. Εκεί θα ερμηνεύσει για πρώτη φορά Αριστοφάνη, τις κωμωδίες «Εκκλησιάζουσες» και «Λυσιστράτη», έργα που θα σφραγίσει με το παίξιμό της. Από το 1958 θα ξαναγυρίσει στο ελεύθερο θέατρο, για να το εγκαταλείψει οριστικά το 1963.

Από τότε και μέχρι την τελευταία της εμφάνιση στη σκηνή το 1982 θα παίζει στο Εθνικό θέατρο. Θα ερμηνεύσει όλους σχεδόν τους κλασικούς ρόλους του παγκόσμιου δραματολογίου, από την Βαρβάρα Σταυρόγκιν στο έργο του Ντοστογιέφσκυ «Δαιμονισμένοι» και την βασίλισσα Ελισάβετ στο έργο του Σίλλερ «Μαρία Στούαρτ» μέχρι την Σεραφίνα ντέλλε Ρόζε στο έργο του Τένεσι Ουίλιαμς «Τριαντάφυλλο στο στήθος» και την Ειρήνη Νικολάγιεβνα Αρκάντινα στο έργο του Τσέχωφ, «Ο γλάρος».

Εκτός όμως της θεατρικής της παρουσίας στο αθηναϊκό κοινό έκανε και πολλές περιοδείες στο εξωτερικό με αντίστοιχες παραστάσεις, όπως στο Φεστιβάλ των Εθνών (Παρίσι 1957), Μέση Ανατολή (1958), Λονδίνο (1967), Πολωνία, Ουγγαρία (1969), Ιαπωνία (1972).

Αλλά και στον κινηματογράφο η παρουσία της κρίθηκε πολύ έντονη έτσι που να δηλώνει τακτικά η ίδια ότι "δε θυμόταν ποτέ να είχε χρόνο ελεύθερο". Ιδιαίτερα σε ρόλους μητέρας ή πεθεράς δημοφιλών ηθοποιών ήταν ασύγκριτη. Από δε το 1968 είχε αναλάβει καθηγήτρια της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου.



Η Μαίρη Αρώνη υπήρξε επίσης επίτιμος δημότης της Ρόδου, τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Ευποιίας (1958) από το Βασιλέα Παύλο και το 1966 με το Μέγα Ταξιάρχη από το Βασιλέα Κωνσταντίνο Β', καθώς και με άλλες διακρίσεις κυρίως από τη Μέση Ανατολή (Κυβερνήσεων και Πατριαρχείων). Η εκτίμηση που έτρεφε κυρίως το θεατρόφιλο κοινό στο πρόσωπό της για το πλούσιο "τάλαντον" και την ευσυνείδητη επίδοσή της υπήρξε μεγάλη.

Μιλούσε γαλλικά & αγγλικά και ήταν μόνιμη κάτοικος Καλαμακίου / Παλαιού Φαλήρου. Οι Γερμανοί κατά τη διάρκεια της Κατοχής είχαν επιτάξει το σπίτι της. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της, παραθέριζε σε βόρειο παράλιο δήμο της Αττικής.

Πέθανε, στον ύπνο της, τα ξημερώματα της 16ης Ιουλίου 1992, βυθίζοντας σε θλίψη όλο το θεατρικό κοινό.

Δείτε επίσης