Υγεία

Ανησυχία στην Ελλάδα από την ανίχνευση γονιδίου που δεν το «πιάνει» ισχυρή αντιβίωση

Εντοπίστηκε για πρώτη φορά σε άνθρωπο στη χώρα μας σε μωρό 20 μηνών στην Θεσσαλονίκη

Ανησυχία στην Ελλάδα από την ανίχνευση γονιδίου που δεν το «πιάνει» ισχυρή αντιβίωση
Αρθρογράφος: Vradini.gr
Από Vradini.gr

Ένα γονίδιο το οποίο μεταφέρεται οριζόντια μεταξύ μικροβίων και «προσπερνά» ένα από τα τελευταίας γενιάς αντιβιοτικό που χρησιμοποιείται ως ύστατο όπλο για την αντιμετώπιση πολύ επικίνδυνων μικροβίων, έχει προκαλέσει μεγάλη ανησυχία καθώς ανιχνεύθηκε και στην χώρα μας.

Το γονίδιο mcr-1 που ουσιαστικά καταργεί την δράση ενός πανίσχυρου αντιβιοτικού της κολιστίνης, το οποίο αποτελεί τελευταία επιλογή και εκλογή όταν τα άλλα αποτυγχάνουν, απομονώθηκε σε μωρό στο ΑΧΕΠΑ, τον προηγούμενο χρόνο, το 2022.

Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο βιοπαθολόγος, επιμελητής στο Εργαστήριο Μικροβιολογίας του ΑΧΕΠΑ και επιστημονικός συνεργάτης του ΑΠΘ, Γεώργιος Μελέτης, στο πλαίσιο του 37ου Μετεκπαιδευτικού Σεμιναρίου Ιατρικής Βιοπαθολογίας Βορείου Ελλάδος, που ολοκληρώθηκε στη Θεσσαλονίκη, ένα κορίτσι 20 μηνών εξετάστηκε στην Αιματολογική Ογκολογική Μονάδα Παίδων και Εφήβων της Β' Παιδιατρικής του ΑΧΕΠΑ, λόγω γενικευμένης αδυναμίας και εμπύρετου από δεκαημέρου.

Το μωρό στο ιστορικό είχε μόνο το ότι νόσησε τρεις μήνες πριν με συμπτωματική COVID-19 λοίμωξη. Δυστυχώς η μικρή βρέθηκε να έχει οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία, η οποία ωστόσο, ευτυχώς αντιμετωπίστηκε με επιτυχία με το κατάλληλο χημειοθεραπευτικό σχήμα και είχε θετική ανταπόκριση με πλήρη ύφεση ήδη από την 33η ημέρα.

Από τότε, σύμφωνα με τα όσα είπε ο βιοπαθολόγος το μωρό παρακολουθείται σε τακτά χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία λαμβάνονται καλλιέργειες φορείας ορθικού και ρινικού επιχρίσματος ως διαδικασία ρουτίνας. Σε αυτές τις καλλιέργειες, και πιο συγκεκριμένα στην καλλιέργεια του ορθικού, απομονώθηκε ένα στέλεχος Escherichia coli με ανθεκτικότητα σε συγκεκριμένα αντιβιοτικά.

Από τον έλεγχο ευαισθησίας στα υπόλοιπα βρέθηκε υψηλού βαθμού ανθεκτικότητα στην κολιστίνη, η οποία επιβεβαιώθηκε με όλες τις διαθέσιμες μεθόδους. Ακολούθησε και μοριακός έλεγχος. «Όπως το περιμέναμε, το στέλεχος ήταν αρνητικό για όλες τις σημαντικές καρβεπενεμάσες, όμως για πρώτη φορά στο νοσοκομείο μας βρήκαμε ένα στέλεχος θετικό για το mcr-1 γονίδιο», είπε ο κ. Μελέτης διευκρινίζοντας ότι δεν υπήρξε κάποιο ιστορικό ταξιδιού ή κάποια επαφή του παιδιού με ζώα ή άλλες λοιμώξεις πέραν της COVID-19, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν είχε ληφθεί κολιστίνη.

Επιπλέον στο νοσοκομείο έγινε έλεγχος μήπως κάποιος από τους συγγενείς ήταν φορέας με αρνητικό ωστόσο αποτέλεσμα, ενώ ελήφθησαν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αποφυγή της μετάδοσης, όπως απομόνωση της ασθενούς, απολύμανση, λήψη δειγμάτων από διάφορες επιφάνειες και έλεγχος σε συννοσηλευόμενους ασθενείς.

Ευτυχώς δεν βρέθηκε αλλού το mcr-1 γονίδιο.

Στο εν λόγω πλασμίδιο δόθηκε το όνομα pMCR-AHEPA και καταχωρήθηκε στην διεθνή τράπεζα γονιδίων. Όπως διαπιστώθηκε, ήταν παρόμοιο με 38 άλλα πλασμίδια διαφορετικής προέλευσης και από διαφορετικές περιοχές του πλανήτη, γεγονός που καταδεικνύει αφενός την ευρεία εξάπλωση και αφετέρου τη σταθερότητά του.

Σύμφωνα με τον κ. Μελέτη ο εντοπισμός αυτού του γονιδίου ήταν η πρώτη πανελλαδικά ανίχνευση σε άνθρωπο.

Κίνα – παγκόσμια ανησυχία

Το γονίδιο mcr-1, εντοπίζεται για πρώτη φορά το 2015 προκαλώντας παγκόσμια ανησυχία από την δημοσίευση που έγινε από Κινέζους επιστήμονες στο Lancet.

Στην δημοσίευση έκανε λόγο για ένα νέο γονίδιο, το mcr-1 το οποίο προσδίδει σε βακτήρια αντοχή στις πολυμυξίνες, μια κατηγορία πολύ ισχυρών αντιβιοτικών τελευταίας εκλογής, που χρησιμοποιούνται εκεί που όλα τα υπόλοιπα είναι αναποτελεσματικά. Το γονίδιο μεταφέρεται με πλασμίδια, μικρά μόρια DNA που έχουν την δυνατότητα οριζόντιας μετάδοσης από το ένα βακτήριο στο άλλο, ευνοώντας την ταχεία εξάπλωση.

Όταν δημοσιεύτηκε το επιστημονικό άρθρο, το mcr-1 είχε ήδη εξαπλωθεί ευρέως στην Κίνα, σε βακτήρια ανθρώπων, ζώων και του περιβάλλοντος, ενώ θεωρούνταν θέμα χρόνου η εξάπλωσή του και σε άλλες περιοχές του πλανήτη, όπως και συνέβη τα επόμενα χρόνια.

Τι είναι η Κολιστίνη vs πολυανθεκτικών μικροβίων

Η κολιστίνη (πολυμυξίνη Ε) χρησιμοποιείται στην Ευρώπη ως μια αποτελεσματική επιλογή έναντι λοιμώξεων από πολυανθεκτικά στελέχη Gram-αρνητικών βακτηρίων. Σε συνδυασμό με άλλα αντιβιοτικά χρησιμοποιείται κυρίως για λοιμώξεις από την «Κλεμπσιέλλα της πνευμονίας» (Klebsiella pneumoniae), αλλά και ως μονοθεραπεία έναντι Ψευδομονάδας (Pseudomonas aeruginosa) και Acinetobacter, που ενδημούν στα ελληνικά νοσοκομεία. Συχνά είναι μια από τις ελάχιστες διαθέσιμες λύσεις, ή ακόμα και η μοναδική επιλογή για τα XDR στελέχη, δηλαδή αυτά που αντιμετωπίζονται μόνο από ένα αντιβιοτικό, το οποίο σχεδόν πάντα είναι η κολιστίνη. Μία ενδεχόμενη διασπορά του γονίδιου mcr-1 μπορεί να ακυρώσει ακόμη και αυτή την τελευταία επιλογή.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες αν το γονίδιο αυτό περάσει και στη χώρα μας στο μικρόβιο Klebsiella pneumoniae - κάτι που έχει συμβεί ήδη στην Ευρώπη - και εξαπλωθεί, τότε θα υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στην αντιμετώπιση του.

«Στην Ελλάδα έχουμε στελέχη XDR που είναι ενδημικά στα νοσοκομεία. Το mcr-1 μπορεί να μας μπλοκάρει και αυτή την τελευταία λύση, της κολιστίνης, για να σωθούν αυτοί οι άνθρωποι» δήλωσε ο κ. Μελέτης.

Πως μεταδίδεται το mcr-1

Το εν λόγω γονίδιο μεταφέρεται με πλασμίδια, μικρά κυκλικά μόρια DNA, που βρίσκονται μέσα στο βακτήριο και έχουν την δυνατότητα ταχείας οριζόντιας γονιδιακής μετάδοσης, γεγονός που τα καθιστά ιδιαίτερα επικίνδυνα. Μπορεί ένα βακτήριο να περάσει πλασμίδια στα γειτονικά του βακτήρια. Το ένα προσφέρει στο άλλο αντοχή, του παρέχει τους μηχανισμούς που χρειάζεται για να επιζήσει και αυτό.

Δείτε επίσης