Μπάιντεν: Κήρυξε «πόλεμο» στους φορολογικούς παραδείσους

Η απόσταση από τα λόγια στις πράξεις, συνήθως είναι μεγάλη. Κάποιες φορές, όμως, ανακαλύπτονται και παρακάμψεις… Αν ο Τζο Μπάιντεν θα έχει καταφέρει μέχρι την 1η Μαΐου, οπότε και συμπληρώνονται οι πρώτες 100 ημέρες του στην προεδρία, «να πάρει η Αμερική το μέλλον της στο χέρια της», όπως είχε υποσχεθεί προεκλογικά, είναι δύσκολο να απαντηθεί. Το σίγουρο, όμως, είναι ότι οι ταχύτατοι ρυθμοί διεξαγωγής του αμερικανικού εμβολιαστικού προγράμματος αλλά και η διάθεση 1,9 τρισ.. δολαρίων για την ανακούφιση των μη προνομιούχων από τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας αποτελούν ενθαρρυντικά πρώτα δείγματα γραφής. Προς την ίδια κατεύθυνση οδηγεί και ο πόλεμος που κήρυξε πρόσφατα στους φορολογικούς παραδείσους, που διχάζει την Ευρώπη.

Η πρόταση του Αμερικανού προέδρου, που τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα στα καταφύγια του πλούτου, δημοσιοποιήθηκε στις αρχές του μήνα, από την Τζάνετ Γέλεν, και αφορά την υιοθέτηση ενός παγκόσμιου ελάχιστου φόρου, της τάξης του 21%, στις πολυεθνικές εταιρίες.

Μπάιντεν: Κήρυξε «πόλεμο» στους φορολογικούς παραδείσους

Τους εταιρικούς κολοσσούς δηλαδή που εκχωρούν τα κέρδη τους σε δικαιοδοσίες χαμηλής φορολογίας, όπως είναι οι Βερμούδες, οι Βρετανικές Παρθένοι Νήσοι, τα Νησιά Κέιμαν, η Ιρλανδία, η Ολλανδία, το Λουξεμβούργο, η Σιγκαπούρη και η Ελβετία.

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι οι τέσσερις μεγαλύτερες εταιρίες της Ιρλανδίας, σύμφωνα με την ετήσια κατάταξη από τους «IrishTimes», είναι οι τοπικοί βραχίονες των Apple, Alphabet, Facebook και Microsoft. Σύμφωνα με σχετικό άρθρο του «Bloomberg», τα κράτη θα κέρδιζαν περίπου 100 δισ. δολάρια σε ετήσια βάση εάν εισήγαν μεταρρυθμίσεις που θα ανέκοπταν τη διαρροή των εταιρικών κερδών στους φορολογικούς παραδείσους, σύμφωνα με μελέτη του 2020 από τον Οργανισμό για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ).

Αναλύοντας την αμερικανική πρόταση σε ομιλία της στο «Chicago Council on Global Affairs», η υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ τόνισε ότι «η ανταγωνιστικότητα έχει να κάνει με τη διασφάλιση πως οι κυβερνήσεις διαθέτουν σταθερά φορολογικά συστήματα από τα οποία συγκεντρώνουν επαρκή έσοδα προκειμένου να επενδύουν σε βασικά δημόσια αγαθά και να ανταποκρίνονται σε κρίσεις». Επί της ουσίας, η αμερικανική κυβέρνηση αποσκοπεί στην οριοθέτηση της ασυλίας των πολυεθνικών και των φορολογικών παραδείσων, για να μπορέσει μέσω αυτής αλλά και, επιπλέον, της υψηλότερης φορολόγησης των επιχειρήσεων και των πλουσίων στις ΗΠΑ, να χρηματοδοτήσει το τεράστιο πρόγραμμά της για την ανάπτυξη της Οικονομίας.

Τα παραπάνω έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο ένα παλιό ρήγμα στην Ε.Ε., όπως έγραφε αυτές τις ημέρες το «der Spiegel», καθώς η Γερμανία μπορεί να εγκρίνει την παραπάνω πρόταση, τα μικρότερα, όμως, κράτη-μέλη, όπως η Ιρλανδία, η Ολλανδία και η Σλοβακία, θα δεχτούν το πλήγμα της πιθανής εφαρμογής της. Κι αυτό, γιατί για χρόνια οι χώρες αυτές προσελκύουν τις διεθνείς εταιρίες με την υπόσχεση ότι στα εδάφη τους θα γλιτώσουν από τις «δαγκάνες» των εγχώριων φορολογικών Αρχών.

Εάν η αμερικανική πρόταση περάσει, αυτό θα σημάνει όχι μόνο απώλειες πολλών δισεκατομμυρίων σε έσοδα, αλλά και τη «φυγή» των εταιρικών εδρών που εξασφαλίζουν χιλιάδες θέσεις εργασίας στα εδάφη τους. Στον αντίποδα, χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία θα θεωρηθούν δικαιωμένες.

Κι αυτό, γιατί λόγω της οργής τους με πολυεθνικές όπως η Amazon, που δεν έχει πληρώσει καθόλου φόρους στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια, εισήγαγαν τους δικούς τους ψηφιακούς φόρους προκαλώντας, τότε, την εκδικητική μανία του Ντόναλντ Τραμπ, που είχε απειλήσει με δασμούς στα γερμανικά αυτοκίνητα, τα ιταλικά τυριά και τις γαλλικές τσάντες.

Η αμερικανική πρόταση εγείρει μεγάλα ερωτήματα για τους Ευρωπαίους, που πρέπει να αποφασίσουν πόσο σοβαρά πρέπει να παίρνουν τις παρακλήσεις των Βρυξελλών για πάταξη της φοροδιαφυγής και αν τελικά απώλειες θα έχουν μόνο οι φορολογικοί παράδεισοι ή και χώρες-μεγάλα κέντρα εξαγωγών όπως είναι η Γερμανία. Θα μπορέσουν, τελικά, οι Ευρωπαίοι να βρουν κοινό έδαφος με τους Αμερικανούς σε αυτή τη φορολογική διαπραγμάτευση που μόλις ξεκίνησε και σκοπεύει να αλλάξει ένα status quo δεκαετιών ή η αναθέρμανση των διατλαντικών σχέσεων που υποσχέθηκε η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα βαν ντερ Λάιεν, μετά την εκλογή του Μπάιντεν στο Λευκό Οίκο, θα αποδειχτεί κενό γράμμα;

Υπόθεση Ναβάλνι

Ο Αλεξέι Ναβάλνι τα έβαλε με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, δηλητηριάστηκε με νευροτοξική ουσία, θεραπεύτηκε στη Γερμανία και επέστρεψε στη Ρωσία, για να συλληφθεί και να φυλακιστεί για παραβίαση των περιοριστικών όρων που του είχαν επιβληθεί σε προηγούμενη δίκη του. Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με το βίντεο που ο ίδιος διέρρευσε πριν από μερικούς μήνες για τον αμύθητο πλούτο που έχει συσσωρεύσει στα χέρια του ο Ρώσος πρόεδρος έχουν πυροδοτήσει μεγάλες αντιδράσεις εντός της χώρας αποτελώντας, ίσως, τη μεγαλύτερη πρόκληση στα 20 χρόνια της κυριαρχίας του Πούτιν.

Μπάιντεν: Κήρυξε «πόλεμο» στους φορολογικούς παραδείσους

Απόδειξη αυτού οι αμερικανικές κυρώσεις που επέβαλαν την περασμένη εβδομάδα οι ΗΠΑ στη Ρωσία και η υπόσχεση ότι στην περίπτωση που ο ηγέτης της ρωσικής αντιπολίτευσης πεθάνει (μέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές νοσηλευόταν σε κρίσιμη κατάσταση στο νοσοκομείο μετά από απεργία πείνας από τις αρχές του Μαρτίου διαμαρτυρόμενος για ελλιπή υγειονομική φροντίδα) θα ακολουθήσουν νέες σκληρές σχετικές αποφάσεις.

Η απάντηση του Κρεμλίνου σε όλα αυτά είναι ότι η υπόθεση Ναβάλνι αφορά μόνο τη Ρωσία, ίσως γιατί, όπως σχολιάζουν αρκετοί αναλυτές, οι πρόσφατες αμερικανικές, οικονομικές επί της ουσίας, κυρώσεις μπορεί να «έτσουξαν» τη χώρα του Πούτιν, αλλά δεν της στοίχισαν πραγματικά.

Οι κυρώσεις του Μπάιντεν στον Πούτιν, μετέδιδε αυτές τις ημέρες το αμερικανικό δίκτυο του NBC, δεν είχαν στόχο τους την τιμωρία αλλά τη μορφή μηνύματος ότι η νέα αμερικανική κυβέρνηση δεν θα ανεχτεί την επεκτατική συμπεριφορά της ρωσικής ηγεσίας. Η τιμωρία θα έρθει σε δεύτερο χρόνο.

Από την έντυπη έκδοση της «Βραδυνής της Κυριακής»